«7 χρόνια»: Σκέψεις για το έγκλημα και τον “εγκληματικό νου” με αφορμή το θεατρικό έργο

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Παρακολουθώντας πριν από λίγες ημέρες την θεατρική παράσταση 7 χρόνια, σε σκηνοθεσία Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου και με ένα δυνατό επιτελείο ηθοποιών (Αλέξανδρος Λογοθέτης, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Ορφέας Αυγουστίδης, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Γιώργος Χριστοδούλου), μου “γεννήθηκαν” κάποιες σκέψεις σχετικά με το έγκλημα και τον “εγκληματικό νου” που θα μοιραστώ μαζί σας με το σημερινό μου άρθρο.

Κατ’ αρχάς, να αναφέρω ότι πρόκειται για ένα κοινωνικό δράμα, στα όρια του ψυχολογικού θρίλερ, που βασίζεται στην ομότιτλη ισπανική κινηματογραφική ταινία 7 Años των Jose Cabeza και Cristian Conti. Η πλοκή -έξυπνη και γρήγορη- αναμφισβήτητα θα κεντρίσει το ενδιαφέρον των θεατών, ειδικά όσων ασχολούνται με την εγκληματολογία και την ψυχολογία, καθώς κινείται μεταξύ των δύο επιστημών.

Καινοτομία της παράστασης η σκηνογραφία, η οποία καταργεί τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους ηθοποιούς και το κοινό. Το σκηνικό είναι τα γραφεία της εταιρίας και τα καθίσματα του κοινού βρίσκονται ανάμεσα στα γραφεία. Βρήκα ενδιαφέρουσα αυτή την προσέγγιση, γιατί δίνεται η ευκαιρία στον θεατή να “μπει στο κλίμα” αμέσως και να αισθανθεί ότι βρίσκεται στον χώρο μιας πολυεθνικής, αποτελώντας κατά κάποιο τρόπο μέρος αυτής.

Λίγα λόγια για την υπόθεση: Η εφορία ανακαλύπτει μια μεγάλη απάτη στην επιτυχημένη εταιρία 4 συνεργατών -μιας γυναίκας και τριών αντρών- που ταυτόχρονα συνδέονται μεταξύ τους με φιλικούς δεσμούς. Η μόνη λύση, στην οποία συμφωνούν και οι 4, είναι να αναλάβει όλη την ευθύνη 1 από τους 4 και να εκτίσει ποινή φυλάκισης 7 ετών, προστατεύοντας τους υπόλοιπους και διασφαλίζοντας ταυτόχρονα το μέλλον της εταιρίας. Ένας μεσολαβητής που προσλαμβάνεται από τους 4 αναλαμβάνει να τους βοηθήσει να καταλήξουν στην πολύ σοβαρή απόφαση -του ποιος από τους 4 θα αναλάβει την ευθύνη και θα βρεθεί στη φυλακή. Αυτός που θα βρεθεί στη φυλακή θα ορίσει το οικονομικό αντίτιμο για την απώλεια της ελευθερίας του. Κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης οι χαρακτήρες “ξεδιπλώνονται”, εκφράζουν βαθύτερες σκέψεις και συναισθήματα και οδηγούνται, μετά από ανατροπές, στην τελική απόφαση.

Θα ξεκινήσω την ανάλυση με το “παιχνίδι του μυαλού”  που καθηλώνει. Μέσα από μια δύσκολη διαδρομή, με σκληρές ερωτήσεις και αποκαλύψεις, ο ανθρώπινος νους αναζητά την απάντηση στο ερώτημα «Ποιος πρέπει να αναλάβει όλη την ευθύνη και να μπει φυλακή;»: ο λιγότερο χρήσιμος στην εταιρία, ο πιο σκληρός που θα αντέξει τις συνθήκες κράτησης, ο πιο μαλθακός που δεν θα αντέξει τις τύψεις εάν βρεθεί κάποιος άλλος στη φυλακή, αυτός που δεν έχει οικογένεια να τον περιμένει…;

Εξαιρετικά κρίσιμες ερωτήσεις σε κομβικά σημεία της ζωής μας. Από τις απαντήσεις κρίνονται όλα και αυτό αναμφίβολα είναι ένα τεράστιο βάρος που πρέπει να σηκώσει το κάθε εμπλεκόμενο μέλος. Επίσης, η ίδια η φύση των ερωτήσεων οδηγεί το κάθε άτομο στο να ανακαλύψει άγνωστες πτυχές του εαυτού του αλλά και των συνεργατών του.

Η δεύτερη σκέψη μου αφορά το γεγονός ότι μια επιχειρηματική ομάδα νέων ανθρώπων που ξεκινά με στόχο και όραμα γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία, δεν αρκείται σε αυτήν, αλλά καταλήγει να γίνει εγκληματική ομάδα. Αυτό, δυστυχώς, το έχουμε δει να συμβαίνει και πραγματικά είναι αξιοσημείωτο το πώς έξυπνα και επιτυχημένα μυαλά διοχετεύουν την ενέργεια τους, με αρκετή ευκολία σε ορισμένες υποθέσεις, στην παράνομη δράση.

Σε κάποιες στιγμές ομολογώ ότι ένιωσα ένα “σφίξιμο” στην καρδιά με την αναφορά από τους χαρακτήρες του έργου στις συνθήκες διαβίωσης στα καταστήματα κράτησης, γιατί μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες από τις ελληνικές φυλακές και τους κρατούμενους, όπως τις είχα βιώσει κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου. Μάλιστα, όταν εκπονούσα την έρευνα είχα συνομιλήσει με οικονομικούς εγκληματίες, μεταξύ των οποίων και νεαρά άτομα που εργάζονταν σε επιχειρήσεις και βρέθηκαν σε μια πολύ δημιουργική φάση της ζωής τους στη φυλακή. Εκείνη την περίοδο είχα πολλές φορές αναρωτηθεί πώς ένας νέος άνθρωπος που έχει όλες τις δυνατότητες να φτιάξει μια καλή ζωή και επιτυχημένη καριέρα ρισκάρει τα πάντα. Το εύκολο κέρδος είναι μια απάντηση, μειωμένες ηθικές αναστολές μια άλλη. Η μη αίσθηση κινδύνου, η αδρεναλίνη της ηλικίας…..Δύσκολο, σαφώς, να δοθεί απάντηση, αλλά έχει μεγάλο ενδιαφέρον η προσπάθεια να μπούμε στα “άδυτα” της ψυχής και να δούμε πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος νους.

Η τρίτη σκέψη αφορά το “ξεγύμνωμα” της ανθρώπινης ψυχής, όταν βιώνει μια κρίση και το πόσο απροκάλυπτα φτάνει στα άκρα. Το ερώτημα είναι αν όσα συναισθήματα και σκέψεις βγαίνουν στην επιφάνεια όταν το άτομο βρίσκεται σε μια τόσο δύσκολη κατάσταση αποκαλύπτουν τον πραγματικό χαρακτήρα ή είναι η συναισθηματική ένταση που κάνει τις σκέψεις να εκφράζονται με σφοδρότητα, σχεδόν βιαιότητα;

Τέλος, όσον αφορά την έννοια του διαμεσολαβητή, που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για την υπόθεση του έργου, να σημειώσω ότι αφορά και ένα ζήτημα της επικαιρότητας, καθώς γίνεται εκτενής συζήτηση τους τελευταίους μήνες στην Ελλάδα για τη διαμεσολάβηση και τον ρόλο των διαμεσολαβητών σε δίκες. Συνοπτικά, να αναφέρω ότι διεθνώς ο διαμεσολαβητής ορίζεται ως ο ανεξάρτητος και ουδέτερος τρίτος, ο οποίος μπορεί να βοηθήσει τα ενδιαφερόμενα μέρη να συζητήσουν την υπόθεσή τους και να επιτύχουν συμφωνία. Οι διαμεσολαβητές είναι εκπαιδευμένοι ώστε να βοηθούν τους ενδιαφερόμενους στην επίλυση των διαφορών τους. Ο διαμεσολαβητής συναντάει και τις δύο πλευρές, εντοπίζει τα ζητήματα στα οποία αδυνατούν τα μέρη να συμφωνήσουν και τους βοηθάει να επιτύχουν συμφωνία. Οι διαμεσολαβητές είναι ουδέτεροι και δεν υποστηρίζουν κανένα από τα μέρη της διαφοράς. Η διαμεσολάβηση βοηθά ιδιαίτερα σε διασυνοριακές οικογενειακές διαφορές και σε υποθέσεις απαγωγής παιδιών από τον ένα γονέα.[1]

Ολοκληρώνοντας το σημερινό μου άρθρο,  κρατώ στο μυαλό μου μια δυνατή εικόνα: το πού μπορεί να οδηγηθεί ο ανθρώπινος νους, πού μπορεί να φτάσει και πώς αντιδρά υπό ασφυκτική πίεση, σε εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις. Θα έλεγα ότι άλλοτε οδηγεί σε πολύ θετικούς και ξεχωριστούς δρόμους, άλλοτε σε σκοτεινά και επικίνδυνα μονοπάτια. Γιατί το ανθρώπινο μυαλό είναι τελικά ικανό για όλα, όπως συχνά διαπιστώνει η εγκληματολογική έρευνα και ανάλυση: για το μεγαλύτερο καλό και το μεγαλύτερο κακό.

[1] Τα στοιχεία για τους διαμεσολαβητές αντλούνται από https://e-justice.europa.eu/content_find_a_mediator-117-el.do

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts