Αναγκαία η κατάργηση των τιμωρητικών μεθόδων στα σύγχρονα σχολεία

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Ομολογώ ότι γράφω το παρόν κείμενο με έντονη συγκινησιακή φόρτιση,  γιατί αγαπώ πολύ την εκπαίδευση, την οποία άλλωστε υπηρετώ, ενώ ταυτόχρονα εκλαμβάνω τη διδασκαλία ως μια συναρπαστική εμπειρία. Θα ήθελα, επομένως, να σας ευχαριστήσω θερμά για τα μηνύματα και τα σχόλια για το άρθρο μου στο pm με τίτλο Το σχολείο που δικαιούται η ελληνική κοινωνία – Ας φτάσει η φωνή μας ψηλά! και πιστεύω ότι η φωνή μας έχει τη δύναμη να φτάσει ψηλά, προκειμένου να επιτύχουμε τις ουσιαστικές αλλαγές, αρκεί να κινητοποιηθούμε ως κοινωνία και να διεκδικήσουμε τις αλλαγές που είναι απαραίτητο να γίνουν και είναι εφικτό να γίνουν, με πολύ απλούς και δημιουργικούς τρόπους. Το παιδί δεν μαθαίνει όταν το σχολείο είναι αγγαρεία. Το παιδί μαθαίνει όταν δημιουργεί και όταν συμμετέχει ενεργά στην εκπαιδευτική διαδικασία. Όταν κάνει εργασίες με φαντασία, συμμετέχει σε θεατρικές παραστάσεις, παράγει κείμενα, συνεργάζεται για την επίτευξη στόχων με τους συμμαθητές του. Όταν αντιμετωπίζει δυσκολίες και εμπόδια, αλλά μαθαίνει να τα ξεπερνά και δίνει έναν ωραίο αγώνα που του χαρίζει δυνατές στιγμές και έντονες συγκινήσεις.

Θα συνεχίσω την κατάθεση απόψεων για το εκπαιδευτικό μας σύστημα και το ζήτημα που θα ήθελα με το παρόν άρθρο να αναδείξω είναι ότι το σύγχρονο σχολείο δεν πρέπει να εφαρμόζει τιμωρητικές και αναχρονιστικές μεθόδους,  όπως να «αφήνει» μαθητές στην ίδια τάξη ή να τους «κόβει»  σε μαθήματα.  Κατ’ αρχάς αυτές οι τακτικές είναι άνευ ουσίας και βαθύτερου περιεχομένου. Δεν βοηθούν τον μαθητή να εξελιχθεί και να αποκτήσει γνώση. Είναι παράδοξο μάλιστα να «μένει» ένας μαθητής στην ίδια τάξη, κατά τη διάρκεια της δύσκολης περιόδου της εφηβείας του, όταν το ίδιο το σύστημα έχει δεχτεί να εισάγονται σε πανεπιστημιακές σχολές με μέσο όρο ακόμα και λίγο πιο πάνω από το 0 (!), απαξιώνοντας πλήρως τη διαδικασία εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο και την έννοια του «επιστήμονα». Κατά δεύτερον, αυτές οι κατ’ ουσίαν τιμωρητικές τακτικές διώχνουν (είτε κυριολεκτικά,  είτε με την ευρεία έννοια) τον μαθητή από το σχολείο σε μια πολύ ευαίσθητη ηλικία και σε μια ευάλωτη περίοδο για την ψυχοσύνθεση του, με αποτέλεσμα να καλλιεργείται γόνιμο έδαφος για τη νεανική παραβατικότητα, ένα στοιχείο που πρέπει να προσέξουμε παρά πολύ, ιδίως σε μια εποχή οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, όπου το έγκλημα αποκτά πιο σκληρές διαστάσεις και μειώνεται το όριο ηλικίας κατά το οποίο ξεκινά η εμπλοκή των ανηλίκων με τον ποινικό νόμο.[1] Το σχολείο, με αυτές τις τακτικές, στιγματίζει τον μαθητή ως «κακό» μαθητή και τον φέρνει αντιμέτωπο με την περιθωριοποίηση και τον στιγματισμό του από την εκπαιδευτική κοινότητα, πολλές φορές και από συμμαθητές και γονείς τους που «δείχνουν με το δάχτυλο» τον «κακό» μαθητή. Τρίτον, αυτές οι τακτικές υποχρεώνουν τους γονείς να επιβαρύνονται οικονομικά με πολλά φροντιστηριακά μαθήματα, τα οποία πλέον πολλές οικογένειες αδυνατούν να καλύψουν, ενώ τελικά ο μαθητής δεν αποκομίζει το παραμικρό από την εκπαιδευτική διαδικασία.

Το σχολείο όμως πρέπει να γίνει μια μεγάλη αγκαλιά για όλους τους μαθητές, να μη βάζει ταμπέλες,  να μη στιγματίζει και να μην περιθωριοποιεί μέσω τιμωρητικών διαδικασιών, ιδίως στην περίοδο της εφηβείας. Αυτές οι μέθοδοι δείχνουν μια αποτυχία του ίδιου του συστήματος που δεν δίνει δημιουργικές διεξόδους σε κάθε μαθητή ώστε να ανακαλύψει την κλίση του σε ένα πεδίο και να μπορέσει να εμβαθύνει σε αυτό.  Έχω γνωρίσει παιδιά με εξαιρετικά ταλέντα -στη ζωγραφική,  στο θέατρο,  στην ποίηση κ. ά- που επειδή αδυνατούσαν ή αδιαφορούσαν για τα τυπικά σχολικά μαθήματα δεν μπόρεσαν ποτέ να αναπτύξουν τις δυνατότητες και την κλίση τους ή τα κατάφεραν πολύ αργότερα στην ενήλικη ζωή τους.

Θα μιλήσω με ρεαλιστικούς όρους, γιατί πιστεύω ότι η θεωρία πρέπει να συνδυάζεται με την πράξη και να μη μιλάμε ουτοπικά. Στο καίριο ερώτημα «τι πρέπει να κάνει το σχολείο με τους μαθητές που δεν αποδίδουν στα σχολικά μαθήματα και αδιαφορούν για την εκπαιδευτική διαδικασία;», η απάντηση, κατά την άποψή μου είναι, ότι το σχολείο και η εκπαιδευτική κοινότητα έχουν το καθήκον να στέκονται ουσιαστικά δίπλα σε όλα τα παιδιά. Να μη θεωρήσουν κανένα παιδί «χαμένη υπόθεση», να δουλέψουν με κάθε παιδί, να το βοηθήσουν να ανακαλύψει την κλίση του και τα ενδιαφέροντα του και να τα αναπτύξει περισσότερο. Μπορεί, για παράδειγμα, να μην αγαπά ένας μαθητής τα μαθηματικά, αλλά να είναι πολύ καλός στην ιστορία ή στα εικαστικά. Επίσης, αντί να «κόβονται» οι μαθητές, θα ήταν σκόπιμο να δημιουργηθούν υποχρεωτικά τμήματα εντατικών μαθημάτων μέσα στο σχολείο για παιδιά που δεν καλύπτουν την απαιτούμενη βαθμολογία, ώστε να βοηθηθούν ουσιαστικά και να καλύψουν, όσο είναι δυνατόν, τις εκπαιδευτικές τους ανάγκες.

Τέλος, όσον αφορά τα παιδιά που δείχνουν πλήρη αδιαφορία για το σχολείο και δεν υπάρχει ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον, η εκπαιδευτική κοινότητα δεν πρέπει να τα «τιμωρήσει», αλλά να προσπαθήσει να τα συμβουλεύσει, να τα κατευθύνει στην τεχνική εκπαίδευση και γενικότερα να τους δείξει ότι υπάρχουν αρκετοί δρόμοι και εναλλακτικές και ότι δεν είναι υποχρεωτικό να ακολουθήσουμε όλοι την ίδια πορεία ζωής. Αντίθετα, ένας άνθρωπος μπορεί να είναι πολύ πιο ευτυχισμένος εάν ακολουθήσει την πορεία ζωής που πραγματικά ονειρεύεται. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να δώσει πολύ μεγάλη βαρύτητα στην τεχνική εκπαίδευση, ώστε οι μαθητές να έχουν διεξόδους και ένα καλύτερο μέλλον.  Να οργανωθεί η τεχνική εκπαίδευση και να αποκτήσει την αξία που πρέπει,  καθώς είναι θλιβερό να μη δίνουμε στους νέους που το επιθυμούν μια άρτια τεχνική εκπαίδευση.

Κρίνω σκόπιμο σημείο αυτό να καταθέσω μια προσωπική εμπειρία, από τις πολλές ιστορίες που μπορώ να γράψω. Πριν από μερικά χρόνια είχα σε εκπαιδευτική μου ομάδα έναν σπουδαστή με συγκλονιστική γραφή, με εργασίες του που βραβεύονταν. Σε μια συζήτηση που είχαμε, μου είπε ότι στο σχολείο ήταν ο «χειρότερος μαθητής», και ότι τελικά ως «κακός μαθητής» αποφάσισε να εγγραφεί σε ιδιωτική σχολή. Πραγματικά αναρωτήθηκα και τον ρώτησα «αυτό το ταλέντο σου,  αυτή τη συγκλονιστική γραφή, αλλά και το λέγειν σου,  δεν τα κατάλαβε κανένας Καθηγητής;».

Αυτό που θέλω να επισημάνω είναι ότι συχνά ακόμα και μεταξύ των θεωρουμένων «κακών» μαθητών,  υπάρχουν πραγματικά ταλέντα και χαρισματικοί νέοι που απλώς χρειάζονται τόνωση, ενίσχυση της αυτοπεποίθησής τους και σωστή καθοδήγηση ώστε να βρουν τον δρόμο τους.  Κανένα παιδί δεν είναι «χαμένη υπόθεση». Μπορεί, απλώς, να «χαθεί» στην περίοδο της εφηβείας του, για μια σειρά λόγων. Κάθε παιδί όμως έχει την αξία και είναι μοναδικό.  Αυτή την αξία του κάθε παιδιού πρέπει να εντοπίζει ο εκπαιδευτικός και να αναδείξει το εκπαιδευτικό μας σύστημα, με τις αναγκαίες αλλαγές που προτείνουμε. Ασφαλώς από κάθε ομάδα μαθητών κάποια παιδιά θα γίνουν γιατροί, κάποιοι δικηγόροι,  κάποιοι καθηγητές,  δεν σημαίνει όμως ότι τα υπόλοιπα πρέπει να περιθωριοποιηθούν.  Είναι σημαντικό να αγαπήσουν όλα τα παιδιά το σχολείο, να εμπλακούν ενεργά στην εκπαιδευτική διαδικασία και στο μέλλον ενδεχομένως  γίνουν εξαίρετοι ηθοποιοί,  ταλαντούχοι ζωγράφοι,  πολύ καλοί υδραυλικοί ή απλώς να κάνουν κάτι που επέλεξαν με αγάπη.

Να σημειώσω, κλείνοντας, ότι αφορμή για το σημερινό μου άρθρο στάθηκε μια συζήτηση που είχα με μητέρα τριών παιδιών, εκ των οποίων το ένα «έμεινε» σε μάθημα. Η οικογένεια, αυτήν τη στιγμή, δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να στηρίξει με φροντιστηριακά μαθήματα το παιδί, αλλά ούτε τη δυνατότητα να καλύψει η ίδια τις εκπαιδευτικές ανάγκες του. Είναι ένα σοβαρότατο πρόβλημα και το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν πρέπει να «τιμωρεί», αλλά με ευαισθησία και ανθρωπιά να προσεγγίζει αυτά τα ζητήματα.

Συνοψίζοντας, τονίζω ότι λύσεις υπάρχουν και μάλιστα εφικτές και εφαρμόσιμες, προκειμένου να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στο σύγχρονο ελληνικό σχολείο. Αξίζει να αγωνιστούμε ως ενεργά μέλη της κοινωνίας για να επιτύχουμε! Οι κορυφές άλλωστε μπορούν να κατακτηθούν με επιμονή, υπομονή, δημιουργικότητα, αγάπη και σκληρή προσπάθεια.

[1] Βλ, σχετικά http://www.postmodern.gr/neaniki-paravatikotita-stin-ellada-tis-oikonomikis-kai-koinonikis-krisis-o-rolos-ton-epimeliton-anilikon/

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts