Ανήλικα τέκνα κατηγορουμένων: Τα «κρυμμένα θύματα» του εγκλήματος

της Αγγελικής Καρδαρά.

Ένα τραγικό γεγονός έλαβε χώρα τον Μάιο του 2019. Ανήλικη μαθήτρια που φέρεται να αποπλανήθηκε από 43χρονο άντρα έδωσε τέλος στη ζωή της. Σε βάρους του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για αποπλάνηση ανηλίκου, για πορνογραφία ανηλίκων και για κατάχρηση ανηλίκου σε ασέλγεια. Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για ένα πολύ σοβαρό θέμα με εγκληματολογικές αλλά και κοινωνικές διαστάσεις και προεκτάσεις. Αυτή η υπόθεση, με την τραγική δυστυχώς κατάληξή της, πρέπει να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου σε όλους μας και σίγουρα αποδεικνύεται αναγκαία η συνεργασία εκπαιδευτικών και ειδικού επιστημονικού προσωπικού (ψυχιάτρων, ψυχολόγων κ.λπ.) με τους γονείς, ώστε σε αυτές τις τόσο δύσκολες και ευαίσθητες υποθέσεις να υπάρχει έγκαιρη παρέμβαση αλλά και εξειδικευμένη μέριμνα για κάθε ανήλικο άτομο που νιώθει ότι βρίσκεται σε ένα συναισθηματικό και ψυχολογικό αδιέξοδο, χρειάζεται στήριξη και κάποιον έμπιστο ενήλικο με την απαιτούμενη όμως γνώση, για να το βοηθήσει και να το στηρίξει ουσιαστικά.  

Η ανήλικη μαθήτρια είχε όλη τη ζωή μπροστά της για να κάνει όνειρα, να σχεδιάσει το μέλλον με αισιοδοξία, να υλοποιήσει στόχους, να είναι ευτυχισμένη. «Έφυγε» άδικα σε πολύ τρυφερή ηλικία, «θυσιάζοντας» τη ζωή της για ένα άτομο που πρέπει να τιμωρηθεί αυστηρά για την απώλεια αυτού του κοριτσιού, εφόσον αποδειχθεί και δικαστικά η εμπλοκή του. Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, αλλά γονείς και εκπαιδευτικοί έχουμε την ευθύνη να στηρίξουμε τους ανήλικους που σε αυτή την «εύθραυστη» εφηβική περίοδο έχουν πολλές αναζητήσεις και προβληματισμούς και συχνά αισθάνονται μόνοι, πέφτοντας θύματα ακόμα και εγκληματιών.

Από την άλλη πλευρά, σε τόσο ειδεχθή εγκλήματα, όπως η αποπλάνηση ανηλίκου, η κατάχρηση σε ασέλγεια, η παιδική πορνογραφία κ.ά. υπάρχουν και τα χαρακτηριζόμενα «κρυμμένα θύματα» του εγκλήματος και αναφέρομαι στην οικογένεια και πρωτίστως στα ανήλικα τέκνα των κατηγορουμένων (όπου ασφαλώς υπάρχουν), τα οποία έρχονται αντιμέτωπα με την πιο σκληρή πραγματικότητα. Μία πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να διαχειριστεί ένας ενήλικος, πόσο μάλιστα ένα παιδί και αφορά τη συνειδητοποίηση τόσο της ποινικής βαρύτητας όσο της κοινωνικής απαξίας της εγκληματικής πράξης του γονιού. Η κοινωνική καταδίκη του εγκλήματος είναι δικαιολογημένη, αλλά πρέπει να υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός της εγκληματικής πράξης του γονιού από το πρόσωπο και τη ζωή του ανήλικου τέκνου του, καθώς σε αυτές τις υποθέσεις η κοινωνική κατακραυγή σε συνδυασμό με τον τρόπο δημοσιογραφικής κάλυψης δύναται να οδηγήσουν σε περιθωριοποίηση ολόκληρης της οικογένειας του κατηγορουμένου.  Βάσει ερευνητικών πορισμάτων, τα παιδιά των κατηγορουμένων για τόσο ειδεχθή εγκλήματα διατρέχουν τον κίνδυνο απομόνωσής  τους στο σχολείο και στιγματισμό τους στο πλαίσιο της τοπικής κοινότητας . Επίσης, ελλοχεύει πάντα ο φόβος του έτερου γονιού απόλυσης από την εργασία του, γι’ αυτό σε αρκετές περιπτώσεις προσπαθεί να κρύψει με κάθε τρόπο τη σχέση με τον κατηγορούμενο, εάν και για όσο χρονικό διάστημα αυτό είναι εφικτό.

Στο σημείο αυτό λοιπόν θα ήθελα να αναδείξω μία εξίσου σοβαρή πτυχή του θέματος που αφορά τα «κρυμμένα θύματα» του εγκλήματος και την ανάγκη προστασίας τους από την επιστημονική κοινότητα, την οργανωμένη Πολιτεία και την ευρύτερη ασφαλώς κοινωνία. Θα ξεκινήσω επομένως με την επιστημονική μου τοποθέτηση και θα εκφράσω τις επιφυλάξεις μου σχετικά με τη δημοσιοποίηση φωτογραφιών και στοιχείων κατηγορουμένων. Θεωρώ ότι αυτή η διαδικασία, σε συνδυασμό με την αποκάλυψη από τα ΜΜΕ στοιχείων που αφορούν την οικογένεια, επιτείνουν τον στιγματισμό και την κοινωνική περιθωριοποίηση ολόκληρης της οικογένειας και ειδικότερα των παιδιών, με σοβαρότατες συνέπειες για την πορεία της ζωής τους, σε πολλά μάλιστα επίπεδα.

Εξαιρετικά επικίνδυνες και οι αντιλήψεις ότι φέρουν τα ανήλικα τέκνα κάποιου είδους «ευθύνη» για τους γονείς τους και ότι δεν χρήζουν ειδικής μέριμνας και προστασίας. Αυτά τα παιδιά ωστόσο, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι είναι τα «διαρκή» θύματα της εγκληματικής δράσης των γονέων τους, καθώς αναγκάζονται, χωρίς να είναι δική τους επιλογή, να ζήσουν μία ζωή «στιγματισμένη» εξαιτίας της εγκληματικής πράξης του γονέα.

Έχει προταθεί και υποστηριχτεί από μέρος της επιστημονικής κοινότητας να δημιουργηθεί μία ειδική βάση δεδομένων για όλες αυτές τις περιπτώσεις όπου οι πολίτες, που έχουν βάσιμες υποψίες ότι και τα δικά τους παιδιά έχουν πέσει θύματα, να μπορούν να μπαίνουν με κωδικό που θα δίνεται από την αστυνομία αντί να δημοσιοποιούνται τα πλήρη στοιχεία και οι φωτογραφίες. Αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγηθούν και άλλα παιδιά σε συναισθηματικά και ψυχικά αδιέξοδα, ακόμα και σε αποκλίνουσες συμπεριφορές στο μέλλον, ιδίως εάν παράλληλα με τη δημοσιοποίηση στοιχείων των κατηγορουμένων αποκαλύπτονται από ορισμένα ΜΜΕ ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των παιδιών.

Με την πολύτιμη επιστημονική συμβολή της Ψυχολόγου-Ψυχοθεραπεύτριας, κ. Ματίνας Μαλανδρή ( βλ. σχετικά και θέμα μας http://www.postmodern.gr/agchos-prin-apo-tis-exetaseis-antimeto/) επιχειρούμε να εμβαθύνουμε στο θέμα και να αναδείξουμε τις καίριες διαστάσεις αλλά και τις σοβαρότατες επιπτώσεις στην ψυχοσύνθεση των ανήλικων τέκνων των κατηγορουμένων.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Κυρία Μαλανδρή, στη δημοσιότητα δόθηκαν τα πλήρη στοιχεία και  φωτογραφίες του ατόμου που κατηγορείται για την αποπλάνηση ανήλικης μαθήτριας, η οποία δυστυχώς προχώρησε σε αυτοχειρία. Παράλληλα, κατά τη δημοσιογραφική κάλυψη της υπόθεσης έγινε αναφορά στην ανήλικη κόρη του κατηγορούμενου και στη σχέση της με τη μαθήτρια. Στο σημείο αυτό με προβληματίζει εντόνως ο “τραυματισμός” της ψυχής της ανήλικης κόρης που δεν φέρει καμία ευθύνη και είναι ένα ακόμα θύμα της υπόθεσης. Πόσο “βαρύς” μπορεί να είναι ο ψυχικός τραυματισμός ενός παιδιού σε αντίστοιχες υποθέσεις;   

Αδιαμφισβήτητα, η «ταμπέλα» του κατηγορούμενου για σεξουαλικές παραβάσεις αποτελεί μία από τις περισσότερο στιγματισμένες «ταμπέλες» στη σύγχρονη εποχή. Πολλές φορές, τα Μέσα σκιαγραφούν το προφίλ των κατηγορούμενων για σεξουαλικές παραβάσεις εναντίον ανηλίκων με έναν τρόπο που δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τους συγγενείς του κατηγορουμένου, τα «κρυμμένα θύματα» του εγκλήματος, για να θυμηθούμε και τη φράση του Bakker από το 1978.

Όταν κάποιο μέλος της οικογένειας κατηγορείται για κάποια σεξουαλική παράβαση κατά ανηλίκου, η οποία παράβαση φέρει μία τεράστια ηθική απαξία, τα άλλα μέλη της οικογένειας, πολύ περισσότερο τα ανήλικα μέλη, τα παιδιά, υφίστανται ένα ισχυρό σοκ. Η οικογένεια έχει να διαχειριστεί έντονα και επίπονα συναισθήματα και σε αυτά προστίθεται και η έκθεση λόγω της δημοσιογραφικής κάλυψης.

Τα συναισθήματα που οι συγγενείς είναι πιθανό να βιώσουν περιλαμβάνουν αρχικά το στάδιο της άρνησης για το τι συμβαίνει, το στάδιο του θυμού προς τον κατηγορούμενο ή ακόμη και προς τον ίδιο, το στάδιο της διαπραγμάτευσης, της θλίψης και τέλος το στάδιο της αποδοχής. Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, τα στάδια αυτά δεν είναι γραμμικά και επηρεάζονται κατά τη γνώμη μου σαφώς και από την έκθεση της υπόθεσης στα ΜΜΕ. Η έκθεση αυτή είναι πιθανό να εντείνει το στίγμα και την ντροπή και να οδηγήσει την οικογένεια στο να αισθάνεται ακόμη πιο εκτεθειμένη και ευάλωτη.

Δύο βασικές συναισθηματικές αντιδράσεις της οικογένειάς του κατηγορουμένου, όπως ανέδειξε έρευνα του 2018 των Baily και Klein, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Criminal Justice Review, ήταν η ντροπή και ο κοινωνικός αποκλεισμός. Και οι δύο αυτές αντιδράσεις εντείνονται από τον τρόπο παρουσίασης της υπόθεσης στα Μέσα και μπορεί να συμβάλλουν στο ψυχικό βάρος της οικογένειας και φυσικά του παιδιού.

  • Πώς θα μπορούσαμε να περιορίσουμε αυτό τον ψυχικό τραυματισμό; Ποια είναι η τοποθέτηση της επιστημονικής κοινότητας σε αυτές τις περιπτώσεις;

Οι έρευνες των Withers το 2003 και του Fishman το 1982 έδειξαν πως τα μέλη της οικογένειας τιμωρούνται για τις πράξεις των συγγενών τους και τους ακολουθεί το στίγμα και η ενοχή, τα οποία μπορεί να επηρεάσουν τις σχέσεις του παιδιού στο σχολείο. Ειδικά τα παιδιά αντιμετωπίζουν συχνά την ντροπή και τον εκφοβισμό από τους συμμαθητές τους. Να αναφέρουμε ακόμη και σημαντική έρευνα που υλοποιήθηκε από τις υπηρεσίες επανόρθωσης της Αυστραλίας το 2011, με βάση την οποία οι πιθανότητες ενός παιδιού να γίνει θύμα εκφοβισμού αυξάνονται όταν η υπόθεση μέλους της οικογένειάς τους, προσελκύει ιδιαίτερα την προσοχή των Μέσων.

Αν συνυπολογίσουμε τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το ότι κάθε παιδί είναι μοναδικό και θα βιώσει διαφορετικά το γεγονός, είναι σχεδόν βέβαιο πως ο τρόπος κάλυψης της υπόθεσης από τα Μέσα θα επηρεάσει τη ζωή του παιδιού.

Τα Μέσα και οι δημοσιογράφοι, ως πρωταρχική πηγή ενημέρωσης της κοινωνίας, χρειάζεται να συνειδητοποιήσουν την ευθύνη που έχουν για το πώς μπορεί να επηρεάσουν τη ζωή ενός ανθρώπου, ιδιαίτερα ενός ανηλίκου. Βασικός στόχος είναι η ενημέρωση και όχι η συναισθηματική διέγερση. Να εκπαιδευτούν καλύτερα οι δημοσιογράφοι, ώστε να ευαισθητοποιηθούν σχετικά με την επίδραση που μπορεί να έχει ο τρόπος και η συχνότητα παρουσίασης μίας είδησης, ειδικά όταν αφορά ευαίσθητα και ευάλωτα μέλη της κοινωνίας, όπως τα παιδιά των κατηγορουμένων για τόσο ειδεχθείς πράξεις.

Είναι σημαντικό να μην παρουσιάζεται η είδηση αποσπασματικά, να μη γίνεται προσπάθεια χειραγώγησης του κοινού και φυσικά να δίνεται μεγάλη προσοχή στην αξιοπιστία των πληροφοριών. Τέλος, να μην πιέζονται οι συγγενείς να μιλήσουν ώστε να ο δημοσιογράφος να καταφέρει να αποκτήσει το πολυπόθητο «θέμα».

Είμαι βέβαιη πως οι δημοσιογράφοι γνωρίζουν τον κώδικα δεοντολογίας που υπάρχει στον κλάδο τους, δεν θεωρώ ότι είναι εκεί το πρόβλημα. Απλώς στη ζυγαριά της δεοντολογίας και της δημοσιογραφικής «επιτυχίας», θυσιάζεται ίσως πολλές φορές η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Γι’ αυτόν το λόγο πιστεύω πως το ισχυρότερο κίνητρο που μπορεί να δοθεί στους δημοσιογράφους για αυξημένη προσοχή στην παρουσίαση αντίστοιχων θεμάτων θα δοθεί μέσω της ενημέρωσής τους για το πόσο αρνητικά μπορεί να επηρεαστεί η ζωή των ανήλικων παιδιών του κατηγορουμένου για σεξουαλικές παραβάσεις από τον τρόπο παρουσίασης της υπόθεσης.

  • Πώς τα ανήλικα τέκνα των ατόμων που κατηγορούνται για τόσο ειδεχθείς πράξεις και τα στοιχεία τους αποκαλύπτονται στο ευρύ κοινό μπορούν, σε συναισθηματικό και ψυχολογικό επίπεδο, να αντιμετωπίσουν τόσο την κοινωνική κατακραυγή όσο και τη βαρύτητα της εγκληματικής πράξης του γονιού τους; 

Κατ’ αρχάς, κατά τη γνώμη μου, η υποστήριξη των παιδιών του κατηγορουμένου, εάν κριθεί απαραίτητη χρειάζεται να είναι κρατικό μέλημα. Για παράδειγμα, τόσο για το θύμα, όσο και για τα έμμεσα, κρυμμένα θύματα όπως είναι η οικογένεια του κατηγορουμένου για σεξουαλική παράβαση κατά ανηλίκου, γίνεται υποχρεωτικά διασύνδεση από την αστυνομία με κατάλληλες κρατικές κοινωνικές υπηρεσίες;

Τώρα, σε προσωπικό επίπεδο, κάθε παιδί με τη βοήθεια του έτερου γονέα, χρειάζεται να υποστηριχθεί, να φροντίσει τον εαυτό του συναισθηματικά. Δηλαδή, πρώτα από όλα να υπάρχει κάποιος στον οποίο το παιδί μπορεί να εκφράσει τις σκέψεις του και αυτά που αισθάνεται και βιώνει αυτή την περίοδο. Ο ρόλος του έτερου γονιού είναι πολύ σημαντικός, ώστε να υποστηρίξει το παιδί στα στάδια τα οποία θα περάσει και ταυτόχρονα για να το βοηθήσει να κατανοήσει πως το ίδιο δεν φταίει γι’ αυτό που συνέβη και ούτε θα μπορούσε να έχει κάνει κάτι να το αποτρέψει.

Αλλά, θεωρώ πως στις περισσότερες περιπτώσεις χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια, γιατί και ο άλλος γονιός χρειάζεται υποστήριξη. Η βοήθεια του ευρύτερου υποστηρικτικού δικτύου της οικογένειας θα είναι καθοριστική, γι’ αυτό ο κόσμος χρειάζεται να θυμάται πως η οικογένεια του κατηγορουμένου δεν επέλεξε να βρίσκεται στη θέση αυτή και χρειάζεται την κοινωνική υποστήριξη και την αποδοχή περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή. Η υποστηρικτική δύναμη της ομάδας στις περιπτώσεις αυτές, της γειτονιάς, της εκκλησίας, της κοινότητας του σχολείου, θα απαλύνουν ελαφρώς το στίγμα και την ντροπή που αισθάνεται η οικογένεια.

  • Σε αυτές τις υποθέσεις, κυρία Μαλανδρή, το ανήλικο τέκνο δύναται να φτάσει στο σημείο ακόμα και να αυτο-ενοχοποιηθεί για τις πράξεις του γονιού του; 

Τα αισθήματα ενοχής και ευθύνης παρατηρούνται συχνά στους συγγενείς των σεξουαλικών παραβατών. Η Country, το 2007, παρατήρησε πως είναι συχνό φαινόμενο οι συγγενείς να αναλαμβάνουν μέρος της ευθύνης των κατηγορουμένων, επειδή πιστεύουν ότι θα μπορούσαν –στα δικά τους μάτια φυσικά- να αποτρέψουν την παραβατική συμπεριφορά. Σαν να ήταν δική τους υποχρέωση η ευθύνη απέναντι στο θύμα, την οικογένεια του θύματος ή την κοινωνία συνολικά. Είναι μέρος της υποστήριξης του παιδιού να καταλάβει σταδιακά πως το ίδιο δεν έχει καμία ευθύνη για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ο γονιός του.

  • Πώς το σχολικό περιβάλλον -η μαθητική και εκπαιδευτική κοινότητα- αλλά και η τοπική κοινωνία θα αποφύγουν τον στιγματισμό των ανήλικων τέκνων, σε αυτές τις υποθέσεις; 

Στο σχολείο, το δεύτερο «σπίτι» των παιδιών, μεταφέρονται σε μικρο-επίπεδο, όλες οι κοινωνικές αντιδράσεις, ο στιγματισμός και οι διαδικασίες περιθωριοποίησης ή αποκλεισμού. Το σχολείο ίσως είναι ο βασικός φορέας όπου έμπρακτα η κοινωνία θα αγκαλιάσει με ακόμη μεγαλύτερη ζεστασιά αυτά τα παιδιά, που στην ουσία είναι τα έμμεσα θύματα της υπόθεσης. Και επειδή είναι ένα πολύ λεπτό θέμα, οι εκπαιδευτικοί χρειάζεται να έχουν άγρυπνη ματιά για κάποιο διάστημα, ώστε να δράσουν άμεσα και να διαχειριστούν περιπτώσεις εκφοβισμού ή περιθωριοποίησης των παιδιών. Και φυσικά, διακριτικά, να υπάρχει ένα πρόσωπο αναφοράς και εμπιστοσύνης για το παιδί, ώστε εκείνο να αισθάνεται πως μπορεί να απευθυνθεί σε κάποιον αν το χρειάζεται.

  • Τα ανήλικα τέκνα ενός ατόμου που κατηγορείται για τόσο σοβαρά εγκλήματα, όπως αποπλάνηση ή κατάχρηση σε ασέλγεια ανηλίκου, δύναται να αντιμετωπίσουν προβλήματα που αφορούν τις διαπροσωπικές τους σχέσεις; 

Δεν έχω υπ’ όψιν μου κάποια έρευνα σε σχέση με την ενήλικη ζωή τους, αλλά είναι αναμενόμενο ότι ίσως αντιμετωπίσουν προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις, αν λάβουμε υπ’ όψιν τις επιπτώσεις που τα παιδιά αντιμετωπίζουν συχνά σε αυτές τις περιπτώσεις, με φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού ή περιθωριοποίησης. Ωστόσο, το πώς θα εξελιχθεί ένα άτομο μετά από ένα σοβαρό ψυχοπιεστικό γεγονός στη ζωή του βρίσκεται σε συνάρτηση με ατομικούς και άλλους παράγοντες, το πώς το ίδιο το παιδί θα βιώσει όλο αυτή την εμπειρία και τι υποστηρικτική βοήθεια θα λάβει.

Έχει ενδιαφέρον όμως να αναφέρουμε τα αποτελέσματα έρευνας που πραγματοποιήθηκε το 2009 από τους Levenson και Tewksbury, η οποία, ανάμεσα στα άλλα, ανέδειξε τις κοινωνικές και συναισθηματικές επιπτώσεις στα παιδιά των κατηγορουμένων για σεξουαλικές παραβάσεις. Το 58% των παιδιών που συμμετείχαν στην έρευνα ανέφεραν πως αντιμετωπίστηκαν διαφορετικά από τα παιδιά στο σχολείο και το 78% ότι επηρεάστηκαν οι φιλίες του με κάποιο τρόπο. Ακόμη, το παιδί αντιμετωπίστηκε διαφορετικά από άλλους ενηλίκους και ανέφερε ότι δεν προσκαλούνταν συχνά από άλλα παιδιά στο σπίτι τους. Σε συναισθηματικό επίπεδο, σε ένα ποσοστό από 65-80%, τα παιδιά ανέφεραν προβλήματα θυμού, κατάθλιψης, άγχους, απομόνωσης από συνομηλίκους και φόβο, και σε μικρότερο ποσοστό, περίπου 13%, παρουσίασαν αυτοκτονικές τάσεις.

  • Ολοκληρώνοντας, ποιο είναι το δικό σας μήνυμα, ως επιστήμονας, για τον χειρισμό στα ΜΜΕ αντίστοιχων υποθέσεων; 

Η προσωπική φιλοδοξία του δημοσιογράφου δεν πρέπει να έρχεται πάνω από το δημόσιο συμφέρον και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στόχος του χρειάζεται να είναι η πληροφόρηση του κοινού με διακριτικότητα, εντιμότητα, χωρίς προκαταλήψεις. H φιλοδοξία αυτή του δημοσιογράφου, δεν θα έχει τα επιθυμητά γι’ αυτόν αποτελέσματα της επαγγελματικής ανέλιξης, αν ο ίδιος καταπατήσει τις προσωπικές ηθικές του αξίες ή τη δημοσιογραφική δεοντολογία. Για έναν επαγγελματία σε οποιοδήποτε κλάδο, αν επιθυμεί να χτίσει μία καριέρα και να διατηρηθεί στην κορυφή, μόνο ένας τρόπος υπάρχει, και αυτός δεν είναι να βγάλει στο φως λεπτομέρειες που προσβάλλουν ή δυσκολεύουν τη ζωή των συγγενών του κατηγορουμένου. Αντίθετα, η επαγγελματική αυτή φιλοδοξία, θα «ανθίσει» -γιατί το κοινό έχει υψηλά κριτήρια για το ποιον κρατά και ποιον αποβάλλει από τον κόσμο των ΜΜΕ-, μόνον εάν ο δημοσιογράφος λειτουργήσει με άξονα την τέλεση του σημαντικού δημοσιογραφικού του έργου, υιοθετώντας αυστηρά ηθικά κριτήρια, ειδικά στην περίπτωση των οικογενειών των κατηγορουμένων για σεξουαλικές παραβάσεις, και δη των ανήλικων παιδιών.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts