Ανήλικοι Μάρτυρες στα Ποινικά Δικαστήρια

της Αγγελικής Καρδαρά.

Η κατάθεση ανηλίκων μαρτύρων στα ποινικά δικαστήρια λαμβάνει πολυσύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις. Είναι ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα, καθώς σχετίζεται με την ανηλικότητα και απαιτεί πολύ καλή γνώση και ειδικό χειρισμό, ώστε να μην οδηγήσει σε δευτερογενή θυματοποίηση του ανηλίκου. Με την πολύτιμη συμβολή του δικηγόρου και Διδάκτορα Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, κ. Παναγιώτη Παπαϊωάννου, διερευνούμε στο postmodern και στη στήλη «Έγκλημα και Media» τις σημαντικότερες πτυχές του πολύ σοβαρού αυτού ζητήματος.

Αντικείμενο εξέτασής μας, στη συνέντευξη που ακολουθεί, αποτέλεσαν: ο προσδιορισμός του δικονομικού πλαισίου για την κατάθεση  ανηλίκων κατά την ποινική διαδικασία, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες καταθέτει ο ανήλικος μάρτυρας στο ακροατήριο στα αδικήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ανηλίκων, καθώς και η ενδεδειγμένη προετοιμασία του ανηλίκου πριν από την κατάθεσή του στο δικαστήριο. Διερευνήθηκαν, επίσης, ζητήματα όπως η αξιοπιστία της μαρτυρίας του ανηλίκου και οι παράγοντες που, σύμφωνα με τη διεθνή έρευνα, αυξάνουν την αξιοπιστία αυτής της μαρτυρίας. Συζητήθηκε εκτενώς το φαινόμενο της δευτερογενούς θυματοποίησης των ανηλίκων μαρτύρων και το θέμα της ποινικής προστασίας τους στα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας. Η απεικόνιση των ανηλίκων μαρτύρων στα ΜΜΕ ήταν ένα ακόμα θέμα που διερευνήσαμε, δίνοντας έμφαση στα σημεία που οφείλουν να προσέξουν οι δικαστικοί συντάκτες κατά την κάλυψη δικών με ανήλικους μάρτυρες.

Θα ολοκληρώσω με την πολύ σημαντική επισήμανση του κ. Παπαϊωάννου, που απορρέει από την πολύχρονη πορεία του στα ποινικά δικαστήρια, στις υποθέσεις που έχει χειριστεί με ανήλικους – θύματα οι οποίοι εξετάσθηκαν ως μάρτυρες, «τα στόματα πρέπει να αρχίσουν να ανοίγουν. Μόνον με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή με το να δείξουμε με το παράδειγμά μας στο ανήλικο θύμα ότι ως κοινωνία το προστατεύουμε είναι πιθανόν να συμβάλλουμε τόσο στο να επουλωθεί το ατομικό του τραύμα, όσο και να επανακτηθεί η χαμένη του εμπιστοσύνη στον «κόσμο των μεγάλων», που συχνά ακολουθεί τα θύματα μια ζωή». 

Να αναφέρω, τέλος, ότι τον Μάιο του 2018 έλαβε χώρα στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος, διάλεξη με μεγάλο νομικό αλλά και κοινωνικό ενδιαφέρον, με τίτλο «Ο Ανήλικος Μάρτυρας κατά την Ποινική Διαδικασία. Καίρια πρακτικά ζητήματα και διαχείρισή τους από την οπτική νομικού παραστάτη και ειδικού ψυχικής υγείας» και εισηγητές: τον Δρ. Παναγιώτη Παπαϊωάννου, Δικηγόρο, Δρ. Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου και την Ερατώ-Μαρία Ιωαννίδου, ∆ικαστική Ψυχολόγο, MSc και Personal Coach.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου.

 

Ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου είναι μαχόμενος δικηγόρος στον Δ.Σ.Α. για περισσότερα από 20 χρόνια, κάτοχος ΜΔΣ Ποινικών Επιστημών Νομικής Σχολής Αθηνών, Δρ. Εγκληματολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, έχει συγγράψει βιβλία και άρθρα με εγκληματολογικές προσεγγίσεις σε σειρά ειδικών θεμάτων ποινικού ενδιαφέροντος και συμμετέχει ενεργά στο σχετικό με αυτά δημόσιο διάλογο.

 

 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Κύριε Παπαϊωάννου η διάλεξή σας στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος τον Μάιο του 2018 είχε ως θέμα της τον ανήλικο μάρτυρα κατά την ποινική διαδικασία. Ένα ζήτημα που παρουσιάζει μεγάλο νομικό αλλά και κοινωνικό ενδιαφέρον και θα ήθελα να εμβαθύνουμε σε αυτό με την πολύτιμη συμβολή σας.  Κατ’ αρχάς, μπορείτε να μας προσδιορίσετε το δικονομικό πλαίσιο για την κατάθεση  ανηλίκων κατά την ποινική διαδικασία;

Συνήθως, ο ανήλικος εμπλέκεται στην ποινική διαδικασία όταν έχει καταστεί θύμα, ιδίως όταν είναι, δηλαδή, ο αμέσως βλαβείς από κάποιο τελεσθέν εις βάρος του αδίκημα. Στην ποινική διαδικασία γενικώς ισχύει το αρ. 221 Κ.Π.Δ., όπου προβλέπεται ότι «κατά την κρίση εκείνου που διενεργεί την ανάκριση ή του δικαστηρίου», όσοι δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους εξετάζονται χωρίς όρκο. Συνεπώς, αν ένας ανήλικος είναι ο μόνος μάρτυς ενός εγκλήματος που έχει θύμα τρίτον, αναλόγως των περιστάσεων, είναι δυνατόν να εξεταστεί χωρίς όρκο.

Ειδική όμως πρόβλεψη υπάρχει για τα αδικήματα της προσωπικής γενετήσιας ελευθερίας κατά των ανηλίκων. Στον Ποινικό μας Κώδικα ενετέθη προ 10 ετών σειρά ειδικών προστατευτικών διατάξεων (αρ. 226 Α Κ.Π.Δ. μέσω των Ν. 3875/2010 και 3727/2008) για το πώς και υπό ποιές προϋποθέσεις λαμβάνεται η κατάθεση του ανηλίκου θύματος των αδικημάτων αυτών, είτε αυτά έχουν τελεσθεί μέσα στην οικογένεια, είτε έξω από αυτήν.

Αξίζει να επισημανθεί ότι ο ανήλικος ως θύμα τυγχάνει ιδιαίτερης προστασίας και πρόσθετης αρωγής (στο πλαίσιο του Π.Δ. 233/2003) μόνον όταν είναι θύμα των εγκλημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται στις διατάξεις των αρ. 323, 323Α, 349, 351 και 351 Α του Π.Κ. (εμπορία ανθρώπων, μαστροπεία, σωματεμπορία).

Στο σεμινάριο του ΚΕ.Μ.Ε. που προαναφέρατε επικεντρωθήκαμε – αλληλοσυμπληρούμενοι με την Δικαστική Ψυχολόγο κα Έρη Ιωαννίδου – ως προς την κατάθεση του ανηλίκου κατά τη διαδικασία όπου διερευνώνται και εν συνεχεία δικάζονται τα εγκλήματα του 19ου Κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα (κατά της γενετήσιας ελευθερίας και της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής: κυριότερα των οποίων βιασμός, ασέλγειες, αποπλάνηση, αιμομιξία, πορνογραφία ανηλίκων).

  • Στα αδικήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ανηλίκων, πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις καταθέτει ο ανήλικος μάρτυρας στο ακροατήριο;

Στις περιπτώσεις αυτές σκοπός του νομοθέτη – κατ’ επιταγήν υπερεθνικών νομοθετικών επιταγών, οι οποίες ενσωματώθηκαν στο ελληνικό δίκαιο – είναι ο ανήλικος – θύμα να αποφύγει τη δευτερογενή θυματοποίηση. Επιλέγεται δηλαδή να μη χρειαστεί να καταθέσει επ’ ακροατηρίω (κάτι το οποίο είναι ενδιαφέρον ότι θεωρείται εξορισμού τραυματικό για έναν ανήλικο), αλλά να καταθέσει στην προδικασία με επιστημονικά ορθό τρόπο, ο οποίος θα εξασφαλίζει στο μέγιστο δυνατό βαθμό την αξιοπιστία της κατάθεσής του. Στα αρ. 226 Α του Κ.Π.Δ. και στο αρ. 352 Α του Π.Κ. παρέχεται μια σειρά από εχέγγυα υπέρ του ανηλίκου, κυριότερα των οποίων είναι η προετοιμασία του ανηλίκου πριν την κατάθεση από παιδοψυχίατρο, οι έγγραφες ερωτήσεις που θα του απευθύνει ο Ανακριτής, οι έγγραφες κατά λέξη απαντήσεις που θα δώσει και η καταχώρηση ολόκληρης της κατάθεσής του σε ηλεκτρονικό μέσο. Όμως το πώς λειτουργούν αυτά στην πράξη είναι μια εντελώς διαφορετική συζήτηση, την οποία για να κάνεις πρέπει να το έχεις ζήσει πολλές φορές και όχι από την απόσταση ασφαλείας ενός παρατηρητή, ακόμη και ενός επιστήμονα –  παρατηρητή.

  • Ποια είναι η ενδεδειγμένη προετοιμασία του ανηλίκου πριν από την κατάθεσή του στο δικαστήριο; 

Είναι μια περιοχή την οποία και ο νομοθέτης επιλέγει να εμπιστευθεί στα χέρια των ειδικών ψυχικής υγείας. Το παράδοξο είναι ότι (α) δεν είναι όλοι όσοι καλούνται να προετοιμάσουν τον ανήλικο εξειδικευμένοι και έμπειροι για το έργο αυτό, ούτε και γνωρίζουν ότι διενεργούν δικανικής χρησιμότητας έργο (β) δεν τους επιτρέπεται ο αναγκαίος χρόνος για να το επιτελέσουν, αφού ελάχιστες φορές μπορούν να εγκαθιδρύσουν μια σχέση εμπιστοσύνης με τον ανήλικο και (γ) η Έκθεση που συντάσσουν, ενώ δεν έχει «κλειστό» περιεχόμενο για το τί θα πρέπει να περιλαμβάνει και πώς αυτό να είναι γραμμένο, συνήθως στην πράξη απηχεί μια ουδετερότητα, ελάχιστα βοηθητική για τον προανακριτικό υπάλληλο ή τον Ανακριτή που θα διεξαγάγει την μαρτυρική κατάθεση.

  • Πότε η μαρτυρία ενός ανηλίκου κρίνεται από το δικαστήριο ως αξιόπιστη και ποιοι παράγοντες αυξάνουν την αξιοπιστία της σύμφωνα με τη διεθνή θεωρία;

Στη διεθνή βιβλιογραφία οι παράγοντες αξιοπιστίας έχουν γίνει αντικείμενο πολυετών επιστημονικών ερευνών, οι οποίες έχουν διασταυρωθεί, βελτιώσει ή και αμφισβητήσει η μία της άλλη. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι μιλάμε για το πεδίο της παιδικής ψυχολογίας και της παιδοψυχιατρικής, δεν μιλάμε για πράγματα που μπορεί να τεκμηριώσει ένας απλός ψυχολόγος, αλλά ένας εκπαιδευμένος – και εξειδικευμένος – δικανικός ψυχολόγος. Υπάρχουν ψυχομετρικά εργαλεία και πρωτόκολλα εξέτασης ανηλίκων από τους ειδικούς, τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το δικαστή να συνεκτιμήσει το αν η έγγραφη κατάθεση ενός ανηλίκου – συνεκτιμώμενη, λ.χ., από άλλα στοιχεία, όπως η παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη ή από μαρτυρικές καταθέσεις ενηλίκων – είναι αξιόπιστη.

Τα συνήθη προβλήματα που καλείται να προσπεράσει ο δικαστής ως εφαρμοστής του δικαίου είναι κατά την ταπεινή μου άποψη, δύο :

Πρώτον, ο μύθος ότι δήθεν είναι «συνηθισμένο φαινόμενο» η υποτιθέμενη «υποβολή»  από ενήλικο σε ανήλικο να καταγγείλει ότι τον εκμεταλλεύθηκαν σεξουαλικά.  Σε μια κοινωνία όπου επικαλείται όλο και περισσότερο τη συνδρομή της επιστήμης για την εξεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας σε διάφορους τομείς, δεν νοείται να επιβιώνουν και να ασκούν επιρροή προκαταλήψεις. Όταν ο ανήλικος καταθέτει με λεπτομέρεια και πιστότητα, αυθόρμητα και όταν με τους όρους του 226Α Π.Κ. έχει κριθεί ικανός να καταθέσει, το «σου τα έχουν πει να τα πεις» είναι μια άδικη προκατάληψη. Για να θεωρηθεί ότι σ’ έναν ανήλικο έχουν «υποβληθεί» τα όσα καταγγέλλει προαπαιτείται διάγνωση με συγκεκριμένα εργαλεία και δεν θεωρείται εκ προοιμίου εξίσου πιθανό (αν όχι πιο πιθανόν από) το να λέει την αλήθεια γι’ αυτό που του έχει συμβεί. Ακόμη και το αντεπιστημονικό -με βάση την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρία- σύνδρομο «γονεϊκής αποξένωσης», το πιο συχνό υπερασπιστικό επιχείρημα των ενδοοικογενειακών εγκλημάτων κατά της σεξουαλικής ελευθερίας, έχει συγκεκριμένα συμπτώματα που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά για να πει κανείς ότι «εδώ υπάρχει υποβολή». Όχι ότι δεν υπάρχουν περιπτώσεις υποβολής. Όμως, η άκριτη χρήση επιστημονικών σοφισμάτων του τύπου της «υποβολής» δυστυχώς εμφανίζεται ακόμη και σε δικαστικές αποφάσεις, χωρίς καμία επιστημονική θεμελίωση. Η δικανική επιστήμη στην Ελλάδα δεν είναι και τόσο έτοιμη να ενσωματώσει τα δεδομένα της επιστήμης. Και στα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ανηλίκων, τα δεδομένα της επιστήμης είναι η βάση -και όχι η «εξαίρεση»- πάνω στην οποία θα ελεγχθούν εξονυχιστικά τα πραγματικά περιστατικά: Ο δράστης των εγκλημάτων αυτών συνηθίζεται να εκμεταλλεύεται τη θέση εξουσίας ή κύρους που έχει. Εθίζει στην παιδοφιλική συμπεριφορά δίκην παιγνίου, πριν ακόμη το ανήλικο θύμα αντιληφθεί ότι συμμετέχει σε κάτι παράνομο ή ότι  υφίσταται ποινικώς ελεγκτέα παραβίαση των δικαιωμάτων του. Στη σεξουαλική κακοποίηση, η θυματοποίηση του ανηλίκου είναι σταδιακή, κορυφώνεται σταδιακά και με ύπουλο τρόπο, καθώς περιλαμβάνει μια απατηλή διαδικασία οικοδόμησης ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ δράστη και θύματος, μυστικότητα, παγίδευση, εκφοβισμό, μετακύλιση της ευθύνης και υποταγή του θύματος.

Δεύτερον, η επίσης διαδομένη – όπως κάθε αληθοφανής – πλάνη του ότι «κάτι ύποπτο υποκρύπτει» η «καθυστερημένη» καταγγελίας εκ μέρους του ανήλικου θύματος. Απαγορεύεται όμως να αγνοούμε τα δεδομένα της επιστήμης και της νομολογίας, ειδικά μάλιστα αφού αυτά καταγράφουν ότι: τα θύματα δεν μπορούν να καταγγείλουν «γρήγορα» το τί συμβαίνει, διότι τελούν υπό τον φόβο του δράστη, ο οποίος επικυριαρχεί στη ζωτική τους σφαίρα, τα απειλεί ή τα μυεί ενοχικά στη σιωπή. Τα ανήλικα θύματα μιλούν στους οικείους τους, μόνον όταν απομακρυνθούν από τον δράστη.  Η εμποίηση φόβου στο θύμα με την επιβολή της σιωπής («αυτό θα είναι το μυστικό μας», «αν το πεις πουθενά, κανείς δεν θα σε πιστέψει») είναι χαρακτηριστικό αυτών των εγκλημάτων. Κατά κανόνα λοιπόν καταγράφεται το να μεσολαβεί ικανό χρονικό διάστημα μέχρι την αποκάλυψη των πράξεων, αργεί δηλαδή το «πρώτο» άνοιγμα των θυμάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο χρόνος αποκάλυψης της σεξουαλικής παραβίασης από το ανήλικο θύμα κυμαίνεται από 3 έως και 18 χρόνια, με την καθυστέρηση να γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν ο δράστης είναι γονιός.

  • Πόσο συχνά, κύριε Παπαϊωάννου,  παρατηρείται το φαινόμενο της δευτερογενούς θυματοποίησης των ανηλίκων μαρτύρων και πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί ή έστω να ελαχιστοποιηθεί ο ψυχικός τραυματισμός του ανηλίκου; 

Όπως έχει αναλυτικά εκθέσει στο βιβλίο της «Τα Παιδία Καταθέτει» η Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Κρήτης κα Όλγα Θεμελη, το ελληνικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης είναι φτιαγμένο από ενήλικες και για ενήλικες. Υπό αυτό το πρίσμα ο ανήλικος δεν τυγχάνει της δέουσας κατανόησης. Αφενός παρατηρείται μια συλλογική αμηχανία για το πώς θα τον διαχειριστούμε ως μάρτυρα, καταφεύγοντας σε εμπειρικές και ανεπιστημονικές προσεγγίσεις, αφετέρου στεκόμαστε δύσπιστοι απέναντι στο αν «όσα λέει είναι αλήθεια» ή «αν του έχουν υπαγορεύσει άλλοι να τα πει». Στην πραγματικότητα, αυτό που καταγράφεται είναι μια απροθυμία να αντικρύσουμε ως δικαιϊκό σύστημα και ως κοινωνία ότι ένα παιδί όταν εκθέτει με δομή και ειλικρίνεια κάτι σοβαρό που έχει υποστεί μία ή περισσότερες φορές από έναν ενήλικο δεν έχει κανένα τεκμήριο «ψεύδους» λόγω ανηλικότητας. Αντίθετα, η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών από 6 ετών και πάνω παρουσιάζουν αξιοπιστία ανάλογη μα αυτή των ενηλίκων. Υπό το πρίσμα αυτό, επειδή ως σύστημα είμαστε (α) ανειδίκευτοι, ή ελλειμματικά καταρτισμένοι και (β) απρόθυμοι να χειριστούμε ένα θέμα ταμπού, όπως της σεξουαλικής παραβίασης εις βάρος ενός ανηλίκου, καταλήγουμε συχνά να ενθέτουμε οι ίδιοι παράγοντες άθραυστους στο να μένουν τα στόματα κλειστά και οι ανήλικες ψυχές αδικαίωτες. Όταν με στοιχεία που ανακοίνωσε η ίδια Εισαγγελία του Αρείου πάγου το 2016 ο σκοτεινός αριθμός των αδικημάτων αυτών με θύματα ανηλίκους προσδιορίζεται στο 85%, αντιλαμβάνεται κανείς ότι το θέμα είναι και μεγαλύτερο ποσοτικά και σοβαρότερο ποιοτικά απ’ όσο θέλουμε να νομίζουμε.

Πολύ ενδιαφέρον το ερώτημά σας, ως προς το τί θα μπορούσε το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης να κάνει για να μετριαστεί η δευτερογενής θυματοποίηση. Θα είμαι πολύ συγκεκριμένος: Θα πρέπει να δείξει θάρρος, ουσιαστική κοινωνική ευαισθησία και όχι γραφειοκρατική αμηχανία. Υπάρχει η διάταξη του αρ. 352 Α Π.Κ., δυνάμει της οποίας, όταν συντρέχει περίπτωση, ο εισαγγελέας ή και ο τακτικός δικαστής στην Ανάκριση μπορεί με διάταξή του να απαγορεύσει ή να θέσει όρια στη διαπροσωπική επαφή του θύματος με τον δράστη, ακριβώς για να αποφευχθεί ο δευτερογενής τραυματισμός του πρώτου. Αντιστοίχως, ο αστικός δικαστής, ενεργών με ευχέρεια κινήσεων και δυνατότητα ρύθμισης ad hoc των ζητημάτων αυτών έχει τη δυνατότητα, μετά από Ασφαλιστικά Μέτρα να περιορίσει, θέσει όρους ή και απαγορεύσει αντιστοίχως την επικοινωνία του δράστη με το θύμα. Όλα αυτά προβλέπονται, μπορούν να εφαρμοστούν. Το θάρρος και η έλλειψη εξειδίκευσης είναι αυτή που αρκετές φορές φορές απουσιάζει. Όταν, λ.χ., ένα αστικό δικαστήριο αποφασίζει, ενώ μια ποινική διαδικασία εναντίον ενός στενού συγγενούς εξελίσσεται, ότι το ανήλικο θύμα θα πρέπει να επικοινωνεί με τον κατηγορούμενο, αλλιώς θα υπάρχουν κυρώσεις στον ενήλικο γονέα του, αυτό στην ουσία σημαίνει ότι κάποιος δεν επιθυμεί να αποτιμήσει τις υπάρχουσες ενδείξεις και στο όνομα της αμεροληψίας δεν αναλαμβάνει το βάρος να προστατεύσει την ανηλικότητα.

Ταυτόχρονα, ως προς το τί πρέπει ένας γονέας να κάνει όταν καλείται να συνεργασθεί με τις αρχές για να προστατεύσει το παιδί του στην δυσάρεστη περίπτωση που αντιληφθεί ότι έχει υπάρξει θύμα τέτοιων αδικημάτων, θα είμαι επίσης πολύ συγκεκριμένος: (α) να υποβάλει έγκαιρη και εμπεριστατωμένη καταγγελία την οποία να υποστηρίξει μέχρι τέλους (β) να εξασφαλίσει στο παιδί – αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό (καθώς αναμετράται κατά κανόνα ενοχικά με το τί δεν έκανε σωστά ο ίδιος «για να του συμβεί κάτι τέτοιο») – την βέλτιστη ψυχοθεραπευτική υποστήριξη σε σταθερή και όχι ευκαιριακή βάση και (γ) να αναζητήσει και εξεύρει νομική καθοδήγηση που να έχει γνώση του αντικειμένου και του πεδίου, να μην κάμπτεται και να μην συναλλάσσεται – και αυτό το τελευταίο ας το ερμηνεύσει ο καθένας όπως καταλαβαίνει.

  • Από τις υποθέσεις με ανήλικους – θύματα οι οποίοι εξετάσθηκαν και ως μάρτυρες που έχετε χειριστεί στην πολύχρονη πορεία σας ως δικηγόρος, τι είναι αυτό που σας προβληματίζει περισσότερο και κρίνετε σκόπιμο να αναδείξουμε μέσα από τη συνέντευξή μας; 

Θα επέλεγα την υπενθύμιση ότι τα στόματα πρέπει να αρχίσουν να ανοίγουν. Μόνον με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή με το να δείξουμε με το παράδειγμά μας στο ανήλικο θύμα ότι ως κοινωνία το προστατεύουμε είναι πιθανόν να συμβάλλουμε τόσο στο να επουλωθεί το ατομικό του τραύμα, όσο και να επανακτηθεί η χαμένη του εμπιστοσύνη στον «κόσμο των μεγάλων», που συχνά ακολουθεί τα θύματα μια ζωή. Ο κόσμος, το γνωρίζουμε σίγουρα, δεν είναι αγγελικά πλασμένος και η ανηλικότητα δεν προστατεύεται τυχαία από τα νομικά οπλοστάσια όλου του κόσμου. Ας μην ξεχνάμε, ότι όλοι όσοι σχολιάζουμε και επισημαίνουμε το δέον, οφείλουμε την ποιότητα του δικού μας σήμερα στο πόσο αποτελεσματικά κάποτε στο παρελθόν προστατευτήκαμε και οι ίδιοι ως ανήλικοι. Υπό αυτή την έννοια, έχουμε αυξημένη ευθύνη να προστατεύουμε το μέλλον, που δεν είναι άλλο από τους ανηλίκους.

  • Ποια είναι η ποινική προστασία των ανηλίκων μαρτύρων στα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας; 

Αν εννοείτε ποιές είναι οι ποινές, είναι στις περισσότερες περιπτώσεις κακουργηματικού χαρακτήρα. Όταν όμως η εκδίκαση των αδικημάτων χρονίζει, το προνοιακό σύστημα των ανηλίκων θυμάτων – δεν χρειάζεται να το πω εγώ- είναι ανεπαρκές, ο ανήλικος στο μεταξύ μεγαλώνει, οι συνθήκες ζωής του αλλάζουν, έχει στο μεταξύ διαχειριστεί αυτό που του συνέβη ενστικτωδώς, ή παθητικά, προσπαθεί να ξεχάσει περισσότερο, αφού συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει λύση που να δίνεται σε εύλογο χρόνο. Ξέρετε, ακόμη και αν κάποιος τελικά καταδικασθεί, ούτε γι’ αυτόν υπάρχει πρόνοια, καθώς θα πρέπει πρώτα να αναγνωρίσει ο ίδιος ότι χρειάζεται βοήθεια. Κάποια χρόνια αργότερα ψηφίζεται πότε – πότε κι ένας νόμος για την αποσυμφόρηση των φυλακών και τα υπόλοιπα είναι περίπου αντιληπτά. Το πρώτο και μόνο θύμα παραμένει η ανηλικότητα που, ως εποχή της ζωής καθενός ανθρώπου αποτελεί δικαίωμα. Τα θύματα χάνουν αυτό το δικαίωμα ζωής, άδικα και βίαια, χωρίς να μπορούν να την αναπληρώσουν ποτέ.

  • Ανήλικοι μάρτυρες και ΜΜΕ: Ποια είναι τα σημεία που οφείλουν να προσέξουν οι δικαστικοί συντάκτες κατά την απεικόνιση του ανηλίκου μάρτυρα στην ποινική δίκη;  

Ο συντάκτης – δημοσιογραφών πρέπει κυρίως να μην καταπιάνεται με θέματα που δεν γνωρίζει, όσο κι αν του φαίνονται ενδιαφέροντα. Το ενδιαφέρον από μόνο του δεν μας κάνει ικανότερους στο να χειριστούμε ορισμένα θέματα. Θα ήταν μια καλή αρχή τουλάχιστον πρώτα να φροντίσει να πληροφορηθεί και να κατανοήσει επαρκώς το νομοθετικό πλαίσιο και τη λειτουργία του θέματος που θέλει να καλύψει, αφήνοντας στην άκρη τις δικές του προκαταλήψεις και αναπόδεικτες εικασίες. Σήμερα, είναι αδιανόητο να μη γνωρίζει ο συντάκτης να αντλήσει πληροφορίες από δημόσια forα για επιστημονικές έρευνες ή για στατιστικές και να αναζητεί τη γνώμη του ειδικού απλώς για να «επιβεβαιώσει» δημοφιλή αναπόδεικτα, όπως το ότι, λ.χ., οι ανήλικοι πολλές φορές «φαντάζονται» αυτά που καταθέτουν. Θα έλεγα ότι είναι σφαλερό και επιζήμιο το να εκφράζει κανείς αστήρικτες θέσεις για θέματα που προϋποθέτουν εξειδικευμένη γνώση για να τα παρουσιάσεις, πολύ περισσότερο για να ασκήσεις επί των πτυχών τους σοβαρή κριτική.

Γενικότερα μιλώντας, κάθε συντάκτης κειμένου που προορίζεται για δημοσίευση (ή ανάρτηση) σε δημόσιο μέσο ή επώνυμο διαδικτυακό τόπο δεσμεύεται από τη δημοσιογραφική δεοντολογία. Οι αρχές του Κώδικα Επαγγελματικής Ηθικής και Κοινωνικής Ευθύνης των μελών της ΕΣΗΕΑ έχουν εγκριθεί και κωδικοποιηθεί από τη Γενική Συνέλευσή της, ήδη από τη συνεδρίαση της 19 & 20/5/1998 και θα πρέπει να του είναι γνωστοί: να σέβεται την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια και το απαραβίαστο της ιδιωτικής ζωής του ανθρώπου και του πολίτη (αρ. 2 β. του Κώδικα) να ελέγχει και να τεκμηριώνει τις πληροφορίες, όπου η παραπλανητική πληροφόρηση και η εντυπωσιακή προβολή μπορούν να προκαλέσουν αδικαιολόγητη αναστάτωση στην κοινή γνώμη (αρ. 2 ζ.), να συλλέγει και να διασταυρώνει τις πληροφορίες του και να εξασφαλίζει την τεκμηρίωσή τους με δημοσιογραφικά θεμιτές μεθόδους, γνωστοποιώντας πάντοτε τη δημοσιογραφική του ιδιότητα (αρ. 2 η).

Χρήσιμο θα ήταν και το να γνωρίζουν, όσοι ασχολούνται ιδίως με θέματα που σχετίζονται με ανηλίκους, δράστες, θύματα ή και μάρτυρες, τη νομοθεσία περί ανηλίκων, τις προβλεπόμενες ποινές, αλλά και το τί προβλέπεται από τον Ν. 2101/1992, με τον οποίο κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού και στη χώρα μας (σημειωτέον ότι υπό τον όρο «παιδί» η σύμβαση αυτή καλύπτει όλα τα πρόσωπα τα νεώτερα της ηλικίας των 18 ετών).

Επίσης χρήσιμο θα ήταν να γνωρίζουν ότι τόσο οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι, όσο και τα μέσα στα οποία εργάζονται (όσο υπάρχουν Μ.Μ.Ε. ακόμη, με την «παραδοσιακή» έννοια) δεσμεύονται από τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 περί προσωπικών δεδομένων, όπως σήμερα ισχύει. Η «ανάγκη πληροφόρησης του κοινού» δεν υπερτερεί σε σχέση με τη  συλλογή, κατοχή, οργάνωση και τηλεοπτική ή διαδικτυακή διάδοση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ανηλίκων αλλά και των γονέων τους (βλ. μ.α. το τί έχει κρίνει η Α.Π. 1640/2008 – Τμήμα Α΄).

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts