Αποσυμφόρηση των φυλακών, σωφρονισμός και μετασωφρονιστική πολιτική

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Ασχολούμενη με το εγκληματικό φαινόμενο σε συσχετισμό με τα μίντια, καταλήγω σε κάποιες διαπιστώσεις για το νόμο Παρασκευόπουλου που απασχολεί έντονα τα ΜΜΕ, τις οποίες θα αναπτύξω στο παρόν άρθρο και θα προχωρήσω στη διατύπωση ορισμένων προτάσεων.

Θα ξεκινήσω υπογραμμίζοντας ότι αναμφισβήτητα η αποσυμφόρηση των φυλακών, καθώς και η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στα καταστήματα κράτησης, αποτελούν επιτακτική ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας.

Να υπενθυμίσω ότι η χώρα μας έχει καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τις άθλιες συνθήκες που επικρατούν στο χώρο των φυλακών. Αυτή είναι μια πολύ σοβαρή παράμετρος που πρέπει να γνωρίζουν τα μέλη της κοινωνίας και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να παραβλεφθεί.

Το έτος 2014 είχαμε ήδη 53 καταδίκες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το οποίο είναι απαράδεκτο και αδιανόητο σε ένα “κράτος δικαίου”.

Τι σημαίνει στην πράξη «άθλιες συνθήκες διαβίωσης» στις φυλακές και πού αυτές οδηγούν;

Οι απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης παραβιάζουν θεμελιώδη και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα. Ταυτόχρονα αποτελούν παράγοντες για αύξηση των αυτοκτονιών μέσα στις φυλακές, καθώς και για αύξηση μολυσματικών μεταδοτικών ασθενειών. Τέλος, οδηγούν στην εξαγρίωση του ποινικού πληθυσμού, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται: εξεγέρσεις, αποδράσεις και με δύο λέξεις: μηδενικό σωφρονισμό που είναι και το κύριο ζητούμενο από την πλευρά τουλάχιστον των πολιτών.

 Καταστήματα κράτησης 21ου αιώνα και δημοσιογραφική έρευνα

Η διαβίωση στα καταστήματα κράτησης του 21ου αιώνα έχει απασχολήσει και εξακολουθεί να απασχολεί τη δημοσιογραφική έρευνα, η οποία έχει ρίξει φως σε ορισμένες πτυχές του σοβαρού αυτού προβλήματος. Υπάρχουν όμως πολλές ακόμα πλευρές που πρέπει να φωτιστούν από τα μίντια και είναι σκόπιμο ο δημοσιογράφος να συνεχίσει την έρευνα, εμβαθύνοντας στο φαινόμενο και καταγράφοντας την άποψη έγκριτων νομικών και εγκληματολόγων.

Η άλλη όψη του νομίσματος

Το κρίσιμο ερώτημα είναι “μπορούν να αντιμετωπιστούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όλες οι μορφές εγκληματικότητας και όλοι οι εγκληματίες; ”

Η βαρύτητα του κάθε εγκλήματος είναι, ασφαλώς, διαφορετική. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που διεθνώς χρησιμοποιούνται όροι, όπως minor crimes (μικρο-εγκληματικότητα), για να διαφοροποιηθούν από άλλες μορφές εγκληματικότητας. Η βαρύτητα κάθε εγκλήματος, η οποία μπορεί να μετρηθεί με βάση τις ζημιογόνες επιδράσεις της στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, δεν μπορεί και δεν πρέπει να μη ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν από το νόμο και το νομοθέτη.

Για παράδειγμα, η με πρόθεση αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής είναι το πιο ειδεχθές έγκλημα που πρέπει να τιμωρείται αυστηρά, ιδίως όταν έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (θύματα είναι ανήλικα άτομα, ο τρόπος διάπραξης του εγκλήματος είναι ειδεχθής, το έγκλημα ήταν απόρροια οργανωμένου σχεδίου, έχουμε διπλό έγκλημα όπως ανθρωποκτονία και βιασμό, δεν υπάρχει πραγματική μεταμέλεια κ.λπ).

Όλες αυτές οι παράμετροι πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης από το νομοθέτη και να υπάρξει αντίστοιχη πρόβλεψη για κάθε έγκλημα και κάθε εγκληματία.

Καταστήματα κράτησης στην ελληνική κοινωνία της κρίσης: ποιους σκοπούς εξυπηρετούν;

Θεωρώ ότι οι φορείς της αντεγκληματικής πολιτικής στη χώρα μας οφείλουν να έχουν μια πιο σταθερή και ξεκάθαρη άποψη για το θέμα. Για να είμαι πιο συγκεκριμένη, πρέπει να γνωρίζουμε ως μέλη της κοινωνίας, ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος των καταστημάτων κράτησης της σύγχρονης εποχής.

Εξυπηρετούν μόνο το σκοπό της κράτησης για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα των εντός και εκτός εισαγωγικών “επικίνδυνων” εγκληματιών, όπως άλλωστε υποδηλώνει και το όνομα των φυλακών “καταστήματα κράτησης” (δεν είναι τυχαίο ότι έχει καταργηθεί ο όρος “σωφρονιστικά καταστήματα”);  Ή ταυτόχρονα εξυπηρετούν και το διττό σκοπό του σωφρονισμού και ένταξης/επανένταξης των κρατουμένων στην ελεύθερη κοινωνία με την αποφυλάκισή τους;

Εάν ο κύριος σκοπός είναι ή γίνει κάποτε ο σωφρονισμός, πρέπει να γνωρίζουμε σε δεύτερη φάση με ποιους ακριβώς τρόπους και με ποια συγκεκριμένα μέσα μπορεί να επιτευχθεί.

Εφόσον, οι ίδιοι οι έγκλειστοι χαρακτηρίζουν “κολλέγιο του εγκλήματος” τις φυλακές και καταγράφονται σοβαρές μαρτυρίες για τον τρόπο λειτουργίας τους και τις αρνητικές επιδράσεις στον ψυχισμό του έγκλειστου πληθυσμού, αντιλαμβανόμαστε ότι στην πράξη ούτε ο σωφρονισμός επιτυγχάνεται, ούτε η ομαλή ένταξη στην κοινωνία μετά την έκτιση της ποινής.

Εάν, ως κοινωνία, δεν μπορούμε να δώσουμε σαφή απάντηση, σημαίνει ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά και ότι κάτι πρέπει οπωσδήποτε να αλλάξει…

Ας θέσουμε ρεαλιστικούς στόχους και σκοπούς

Ασφαλώς, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο σωφρονισμός είναι μια πολύ δύσκολη διαδικασία και καμία κοινωνία δεν έχει επιτύχει θεαματικά αποτελέσματα. Αυτή ακριβώς η παραδοχή με οδηγεί στη διαπίστωση ότι οι στόχοι μας πρέπει να γίνουν πιο ρεαλιστικοί, ειδικά σε μια εξαιρετικά κρίσιμη για τη χώρα περίοδο, όπως αυτή που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο είναι σημαντικό να υπάρχει ένας στόχος και ένα συγκεκριμένο πλάνο για το πώς αυτός μπορεί πρακτικά (και όχι μόνο θεωρητικά) να υλοποιηθεί.

Ενδεικτική πρόταση

Για παράδειγμα, να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση σε ομάδες κρατουμένων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (νέοι σε ηλικία, κρατούμενοι που δεν έχουν διαπράξει ειδεχθή εγκλήματα, κρατούμενοι που εκφράζουν έντονη επιθυμία για αλλαγή κ.λπ.) και να λάβουν χώρα συντονισμένες προσπάθειες προκειμένου αυτές οι ομάδες να στηριχτούν και να ενταχθούν στην κοινωνία με τέτοιο τρόπο, ώστε να τους δοθεί ουσιαστικά η ευκαιρία να “σπάσουν” τον κύκλο της παρανομίας και να μην γίνουν υπότροποι.

Είναι αυτονόητο ότι δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με τον ίδιο τρόπο όλες οι μορφές εγκληματικότητας και κατ’ επέκταση να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες οι σκληροί και πωρωμένοι εγκληματίες. Σαφώς, ο νόμος πρέπει να προβλέψει τι θα κάνει και με αυτές τις πολύ σοβαρές υποθέσεις, ποιο νόημα θα έχει η ποινή για αυτές τις κατηγορίες εγκληματιών αλλά και τι μέλλει γενέσθαι με την αποφυλάκισή τους, γιατί το έγκλημα σκληραίνει και διεθνοποιείται στις κοινωνίες της κρίσης και αυτό είναι σίγουρα ένα επιπρόσθετο πρόβλημα που όμως πρέπει να αντιμετωπιστεί με συγκεκριμένα μέτρα και μέσα.

Οργάνωση δομών μετασωφρονιστικής πολιτικής

Θα συνοψίσω υπογραμμίζοντας την τεράστια ανάγκη να υπάρξει ένα πολύ συγκεκριμένο και ξεκάθαρο πλάνο αντεγκληματικής πολιτικής, ώστε να τεθούν στόχοι και να υλοποιηθούν συγκεκριμένα βήματα σωφρονισμού και κοινωνικής επανένταξης.

Κρίνω επίσης επιτακτική ανάγκη να υπάρξει ολοκληρωμένη ενημέρωση της ευρύτερης κοινωνίας για ζητήματα εγκλεισμού, σωφρονισμού και μετασωφρονιστικής πολιτικής. Αλλιώς, ο “ηθικός πανικός” που συχνά καλλιεργείται και από τα μίντια αλλά και η έλλειψη ενημέρωσης θα αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες στο να προχωρήσουμε στα αναγκαία βήματα για την αντιμετώπιση μιας πολύ σοβαρής κατάστασης που διαιωνίζεται και οδηγεί τελικά σε αύξηση της εγκληματικότητας και του ποσοστού των υποτροπών (επιστροφής στη φυλακή με τη διάπραξη νέων εγκληματών).

Το πρώτο και πιο σημαντικό βήμα εν τούτοις αφορά, κατά την άποψή μου, την οργάνωση δομών μετασωφρονιστικής πολιτικής, πλήρως στελεχωμένων, οι οποίες θα στηρίξουν τους αποφυλακισθέντες και ταυτόχρονα θα γνωρίζουν την πορεία τους μετά την αποφυλάκισή τους, με απώτερο στόχο να μπορούν έγκαιρα να κάνουν παρεμβάσεις και να τους αποτρέψουν από το να εγκληματήσουν εκ νέου.

Ένα ελπιδοφόρο μήνυμα από την επιστημονική κοινότητα

Συμπερασματικά, στο πλαίσιο της σύγχρονης εποχής το πρόβλημα είναι πολύ πιο σοβαρό, εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι και ο ποινικός πληθυσμός έχει σκληρύνει. Ωστόσο, βήματα μπορούν να γίνουν, εφόσον υπάρξει πιο σαφές σχέδιο, γίνει επένδυση σε δομές μετασωφρονιστικής πολιτικής και ενημερωθεί η ευρύτερη κοινωνία για την κατάσταση στις φυλακές, τα χαρακτηριστικά του ποινικού πληθυσμού, την σπουδαιότητα της σωφρονιστικής και μετασωφρονιστικής πολιτικής.

Για να κλείσω με ένα ελπιδοφόρο μήνυμα, θα υπογραμμίσω ότι το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος ( ΚΕ.Μ.Ε) με τις δράσεις του αποσκοπεί ακριβώς στην ουσιαστική ενημέρωση του κοινού για το έγκλημα και το εγκληματικό φαινόμενο. Σε προσωπικό επίπεδο, μέσα από τον κύκλο των σεμιναριακών μαθημάτων που έχω αναλάβει στο ΚΕ.Μ.Ε. δεσμεύομαι να συμβάλλω σε αυτό το σημαντικό κομμάτι της εκπαίδευσης των νέων δημοσιογράφων του αστυνομικού και δικαστικού ρεπορτάζ.

Η επιστημονική κοινότητα της χώρας μπορεί να προσφέρει σημαντικά πράγματα στον τομέα αυτό και είμαι σίγουρη ότι η κοινωνία θα στηρίξει τις σημαντικές προσπάθειες.

(Φωτογραφία: Dennis Jarvis@Flickr) 

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts