Αρπαγή Μιχάλη Λεμπιδάκη: τα εγκληματολογικά χαρακτηριστικά της υπόθεσης και συσχετισμοί με υποθέσεις αρπαγών στο εξωτερικό

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Η υπόθεση αρπαγής του επιχειρηματία Μιχάλη Λεμπιδάκη απασχολεί σε πολύ μεγάλο βαθμό τα ΜΜΕ και την ελληνική κοινωνία, λόγω των ιδιαίτερων εγκληματολογικών χαρακτηριστικών της. Όπως μάλιστα φαίνεται από τα έως τώρα στοιχεία, πρόκειται για τη σοβαρότερη περίπτωση αρπαγής στη χώρα μας. Στην υπόθεση σημειώθηκε ο μεγαλύτερος χρόνος ομηρίας του παθόντος (186 ημέρες), ο αριθμός των δραστών ήταν μεγάλος, ενώ ερευνήθηκε και η συμμετοχή ανήλικου ατόμου, το οποίο ωστόσο αφέθηκε ελεύθερο μετά την απολογία του και του επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι. Η υπόθεση χρήζει περαιτέρω εγκληματολογικής έρευνας και θεωρώ ότι καθώς θα προχωρά η διαδικασία της διαλεύκανσης, θα δοθεί η δυνατότητα εξαγωγής σημαντικών εγκληματολογικών αλλά και κοινωνιολογικών συμπερασμάτων.

Ο Δικηγόρος – Εγκληματολόγος, Αντιπρόεδρος Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, κ. Διονύσης Χιόνης, στη συνέντευξη που μου παραχώρησε φωτίζει τις καίριες πτυχές της υπόθεσης και μας παρέχει πληρέστατη ενημέρωση για το έγκλημα της αρπαγής στην Ελλάδα και διεθνώς.

Ο κ. Χιόνης μας εξήγησε αρχικά ποιος είναι ο ακριβής και ορθός νομικός χαρακτηρισμός του εγκλήματος στην υπόθεση Λεμπιδάκη. Στη συνέχεια σκιαγράφησε το εγκληματικό προφίλ των δραστών σε υποθέσεις αρπαγής που έχουν απασχολήσει την ελληνική κοινωνία, παρουσιάζοντας τον τρόπο δράσης τους/modus operandi, ενώ αναφέρθηκε και στο προφίλ των θυμάτων και στις συνθήκες ομηρίας τους. Τα εγκληματολογικά χαρακτηριστικά της υπόθεσης Λεμπιδάκη αποτέλεσαν, ασφαλώς, αντικείμενο εξέτασης και ανάλυσής μας, επιχειρώντας να ερμηνεύσουμε στοιχεία, όπως η πολύμηνη διάρκεια ομηρίας, η εμπλοκή που φέρεται να έχει ανήλικο άτομο (να τονίσω βέβαια ότι, όπως επισημαίνει στη συνέντευξη ο κ. Χιόνης είναι ορθό να διατηρήσουμε επιφυλάξεις ως προς τον δόλο του ανήλικου ατόμου και κρίνω πως είναι σημαντικό τα ΜΜΕ να είναι πολύ προσεκτικά στις αναφορές σε ανήλικους), καθώς και η μεγάλη συμμετοχή δραστών που προκαλεί ερωτηματικά στην ελληνική κοινωνία.

Παράλληλα, ο κ. Χιόνης ανέδειξε ένα ακόμα σοβαρό ζήτημα που απασχολεί εσχάτως την ελληνική ποινική δικαιοσύνη και τείνει να εξελιχθεί σε φαινόμενο ιδιαίτερης βαρύτητας, αλλά δεν έχει παρουσιαστεί από τα ΜΜΕ σε ανάλογο βαθμό: τις περιπτώσεις θυματοποίησης παράτυπων αλλοδαπών που κρατούνται παράνομα πολλές φορές και από τους ίδιους τους διακινητές τους, οι οποίοι απαιτούν λύτρα για να τους απελευθερώσουν.

Τέλος, αναφερθήκαμε στο τι καταδεικνύει, για τη θυματοποίηση και τα μέτρα πρόληψης που μπορεί να λάβει όποιος θεωρεί εαυτόν πιθανό στόχο, η περιπτωσιολογική μελέτη των υποθέσεων αρπαγής στην Ελλάδα

Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον κ. Διονύση Χιόνη για την πολύτιμη συμβολή του σε ένα εξαιρετικά σοβαρό θέμα που οφείλει να μας προβληματίσει σε εγκληματολογικό και κοινωνικό επίπεδο, κυρίως εξαιτίας της ποιοτικής διαφοροποίησης των πρόσφατων εγκληματών στη χώρα μας. Όπως σημειώνει ο κ. Χιόνης και οφείλουμε να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας «Η χώρα μας είναι αρκετά ασφαλής ως προς το συγκεκριμένο έγκλημα και κατά τα τελευταία έτη δεν υπάρχει αύξηση τέτοιων εγκλημάτων […]Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να περνά απαρατήρητη η σημαντική ποιοτική διαφοροποίηση των πρόσφατων εγκλημάτων στον ελληνικό χώρο, που συνίσταται κυρίως στην ενεργό συμμετοχή οργανωμένων εγκληματικών ομάδων στο σχεδιασμό και την εκτέλεση αρπαγών. Οι δράστες πλέον είναι περισσότεροι και καλύτερα οργανωμένοι, λαμβάνουν ποιοτικότερα μέτρα προφύλαξης, φροντίζουν αποτελεσματικότερα την υποδομή τους, αυξάνεται η διάρκεια της ομηρίας και το ποσό των απαιτούμενων λύτρων. Αντίστοιχα, βέβαια, βελτιώνεται και η αντίδραση της Πολιτείας μέσω των επίσημων διωκτικών Αρχών, που διαθέτουν εξειδικευμένα και καταρτισμένα στελέχη, χρησιμοποιούν σύγχρονο υλικοτεχνικό εξοπλισμό και τελικά καταφέρνουν να εξιχνιάζουν ακόμα και αυτές τις σοβαρότερες περιπτώσεις αρπαγής».

 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ με τον Διονύση Χιόνη, Δικηγόρο – Εγκληματολόγο, Αντιπρόεδρο Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος

  • Κύριε Χιόνη, θα ήθελα να ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας με τον εννοιολογικό προσδιορισμό του εγκλήματος, στην υπόθεση Λεμπιδάκη, που αποτελεί αντικείμενο διερεύνησής μας. Πώς ορίζεται το συγκεκριμένο έγκλημα βάσει του Ποινικού Κώδικα και πώς τιμωρείται;

Η υπόθεση Λεμπιδάκη, όπως και προηγούμενες παρόμοιες υποθέσεις, χαρακτηρίζονται από τα media ως απαγωγές και αυτός ο όρος χρησιμοποιείται ευρέως, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και ορθός. Στον ελληνικό ποινικό κώδικα το έγκλημα της (εκούσιας ή ακούσιας) απαγωγής (327, 328 Ποινικού Κώδικα) αφορά την αρπαγή γυναίκας με σκοπό το γάμο ή την ακολασία και δεν σχετίζεται με τις περιπτώσεις που μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω. Ο ακριβής και ορθός νομικός χαρακτηρισμός είναι αρπαγή (322 ΠΚ), που αφορά την με απάτη ή βία ή με την απειλή βίας σύλληψη, απαγωγή ή παράνομη κατακράτηση κάποιου, έτσι ώστε να αποστερεί το συλλαμβανόμενο από την προστασία της πολιτείας και ιδίως την περιαγωγή κάποιου σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας. Πολύ συχνά το έγκλημα αυτό συρρέει με την εκβίαση (385 ΠΚ) και τη συγκρότηση, τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης και την ένταξη σε αυτή (187 ΠΚ). Ως προς την ποινική μεταχείριση των δραστών αρπαγής, το προβλεπόμενο πλαίσιο ποινής είναι αρκετά ευρύ και περιλαμβάνει ποινή κάθειρξης από 10 έτη έως και ισόβια.

  • Ποια είναι η εικόνα του εγκλήματος της αρπαγής στην Ελλάδα όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος, το προφίλ των δραστών και των θυμάτων;

Πρόκειται για διαρκές έγκλημα με πολύ υψηλό βαθμό εξιχνίασης από τις Αρχές, καθώς στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων οι όμηροι απελευθερώνονται και οι δράστες συλλαμβάνονται, άλλοτε επί τόπου και άλλοτε έπειτα από μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα.

Το modus operandi των δραστών συνήθως περιλαμβάνει πολυήμερη παρακολούθηση του υποψήφιου θύματος, που συνήθως κινείται χωρίς προσωπική φρουρά, ακολουθεί παγίδευσή του, συχνά με σκηνοθετημένο τροχαίο με κλεμμένα οχήματα που κατόπιν πυρπολούνται, και αρπαγή του. Επικοινωνία με την οικογένεια του θύματος επιχειρείται μετά από αρκετές ημέρες με καρτοκινητά μιας χρήσης και ανακοινώνεται η απαίτηση για λύτρα, μαζί με την παροχή αποδείξεων ζωής του θύματος. Ακολουθούν διαπραγματεύσεις, οι χρηματικές απαιτήσεις μειώνονται, ενώ μεσολαβούν μεγάλα διάστημα σιγής για άσκηση πίεσης προς την οικογένεια και ενίοτε παρέχονται εκ νέου αποδείξεις ζωής του θύματος. Το θύμα παραμένει έγκλειστο, δεμένο και υποσιτισμένο, μεταφέρεται σε διάφορα οικήματα κατά καιρούς και συνήθως αποφεύγεται οποιαδήποτε ουσιαστική επαφή του με τους δράστες.

Ως προς το προφίλ των δραστών, συνήθως πρόκειται για πρόσωπα που έχουν απασχολήσει το Σύστημα Ποινικής Δικαιοσύνης, διαθέτουν πλούσιο ποινικό μητρώο και στις περισσότερες περιπτώσεις δρουν μέσω εγκληματικών οργανώσεων που είτε προϋφίστανται είτε σχηματίζονται με σκοπό την τέλεση αρπαγής. Πάντοτε μελετούν τις προηγούμενες απαγωγές, ώστε να εντοπίσουν τα λάθη των αυτουργών και να τα αποφύγουν και καταστρώνουν το εγκληματικό τους σχέδιο προσέχοντας μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Έχει παρατηρηθεί ότι εκτός από «ποινικούς» συχνά εμπλέκονται και πρόσωπα του επαγγελματικού περιβάλλοντος του δράστη (πρώην ή νυν υπάλληλοι, σπανιότερα δε και του οικογενειακού περιβάλλοντος (μακρινοί συγγενείς). Αξίζει να διατυπωθεί και μια εμπειρική παρατήρηση: φαίνεται ότι όταν είναι διάσημο το θύμα της απαγωγής, συνήθως είναι «διάσημοι» και οι δράστες, όπως συνέβη στις χαρακτηριστικές περιπτώσεις των απαγωγών των επιχειρηματιών Χαΐτογλου (1995) και Μυλωνά (2008) από τον B. Παλαιοκώστα και την εγκληματική ομάδα που αυτός είχε σχηματίσει και του επιχειρηματία Παναγόπουλου (2009) από την ομάδα Βλαστού, ο οποίος ως ηθικός αυτουργός συντόνιζε τις ενέργειες των φυσικών αυτουργών από το κελί του στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού!

Οι παθόντες, από την άλλη, διαθέτουν μεγάλη οικονομική επιφάνεια, είναι ως επί το πλείστον επιχειρηματίες ή εφοπλιστές, είναι πρόσωπα μέσης ηλικίας και συνήθως τίθενται υπό καθεστώς ομηρίας οι ίδιοι, σπανιότερα δε μέλη της οικογένειάς τους (τα τέκνα τους). Παραμένουν έγκλειστοι και δεμένοι για μικρό ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, υποσιτίζονται, δεν έρχονται σε άμεση οπτική επαφή με τους δράστες και δεν κακοποιούνται σωματικά, όμως εννοείται ότι υποφέρουν σωματικά και ψυχολογικά τόσο κατά την κράτηση, όσο και για καιρό μετά την απελευθέρωσή τους, όπως είναι αναμενόμενο λόγω του είδους και του βαθμού της θυματοποίησής τους.

Πέρα από την παραπάνω τυπική μορφή της αρπαγής που τείνει να επαναλαμβάνεται στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, δεν πρέπει να λανθάνουν της προσοχής μας οι περιπτώσεις θυματοποίησης παράτυπων αλλοδαπών που κρατούνται παράνομα πολλές φορές και από τους ίδιους τους διακινητές τους, οι οποίοι απαιτούν λύτρα για να τους απελευθερώσουν. Η ελληνική ποινική δικαιοσύνη έχει ασχοληθεί εσχάτως με πλήθος παρόμοιων περιπτώσεων, που τείνουν να εξελιχθούν σε φαινόμενο ιδιαίτερης βαρύτητας, παρότι τυγχάνουν αντιστρόφως ανάλογης προβολής από τα Μ.Μ.Ε.

  • Καταγράφονται διαφοροποιήσεις ως προς τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος και το προφίλ των δραστών σε διεθνές επίπεδο;

Η χώρα μας είναι αρκετά ασφαλής ως προς το συγκεκριμένο έγκλημα και κατά τα τελευταία έτη δεν υπάρχει αύξηση τέτοιων εγκλημάτων. Επίσης, είμαστε από τις πιο ασφαλείς χώρες σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο σε αντίθεση με τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο, τη Γαλλία, τις ΗΠΑ και χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπου είναι συχνότερη η εμφάνιση τέτοιων εγκλημάτων. Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να περνά απαρατήρητη η σημαντική ποιοτική διαφοροποίηση των πρόσφατων εγκλημάτων στον ελληνικό χώρο, που συνίσταται κυρίως στην ενεργό συμμετοχή οργανωμένων εγκληματικών ομάδων στο σχεδιασμό και την εκτέλεση αρπαγών. Οι δράστες πλέον είναι περισσότεροι και καλύτερα οργανωμένοι, λαμβάνουν ποιοτικότερα μέτρα προφύλαξης, φροντίζουν αποτελεσματικότερα την υποδομή τους, αυξάνεται η διάρκεια της ομηρίας και το ποσό των απαιτούμενων λύτρων. Αντίστοιχα, βέβαια, βελτιώνεται και η αντίδραση της Πολιτείας μέσω των επίσημων διωκτικών Αρχών, που διαθέτουν εξειδικευμένα και καταρτισμένα στελέχη, χρησιμοποιούν σύγχρονο υλικοτεχνικό εξοπλισμό και τελικά καταφέρνουν να εξιχνιάζουν ακόμα και αυτές τις σοβαρότερες περιπτώσεις αρπαγής.

  • Αναφορικά με την αρπαγή Λεμπιδάκη που μας απασχολεί, πώς σχολιάζετε την πολύμηνη διάρκειά της (6 μήνες), την οποία δεν συναντούμε σε ανάλογες υποθέσεις;

Στην υπόθεση Λεμπιδάκη σημειώθηκε ο μεγαλύτερος χρόνος ομηρίας του παθόντος (186 ημέρες) και αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο αφενός στην οργάνωση της εγκληματικής ομάδας και στην υλικοτεχνική υποδομή που είχε διαμορφώσει (πολλοί δράστες, χρήση καρτοκινητών τηλεφώνων, αλλαγή τόπων κράτησης, κ.λπ.) και αφετέρου στη μη συμμόρφωση της οικογένειας στις απαιτήσεις των δραστών (διαπραγματεύσεις, μη καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού) με την υποστήριξη, φυσικά, εξειδικευμένων στελεχών της Ελληνικής Αστυνομίας. Επιπλέον, μεσολάβησαν πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς επικοινωνία μεταξύ των δραστών και της οικογένειας, ως προσχεδιασμένο επιμέρους τμήμα του εγκληματικού σχεδίου για λόγους άσκησης πίεσης από τους δράστες στην οικογένεια, κάτι που συνέτεινε στη συνολική αύξηση του χρόνου ομηρίας του κ. Λεμπιδάκη.

  • Η εμπλοκή που φέρεται να έχει ένα ανήλικο άτομο στην υπόθεση, σας προβληματίζει ως ειδικό επιστήμονα; Δεν θα αναφέρω ασφαλώς περισσότερα στοιχεία λόγω ανηλικότητας, αλλά πιστεύω ότι είναι σημαντικό να εστιάσουμε το ενδιαφέρον στη μείωση των ορίων ηλικίας ως προς την εμπλοκή ατόμων σε εγκληματικές δράσεις. Τι μας δείχνει αυτή η παράμετρος και πώς αντιδρά η κοινότητα των εγκληματολόγων;

Πάντοτε μας προβληματίζει η συμμετοχή ανηλίκων σε παράνομες πράξεις, είτε συμμετέχουν ως φυσικοί ή ηθικοί αυτουργοί είτε ως απλοί ή άμεσοι συνεργοί. Πόσω μάλλον όταν η συμμετοχή τους σχετίζεται με κακουργηματικές υποθέσεις του οργανωμένου εγκλήματος, που ενέχουν ιδιαίτερη κοινωνικο-ηθική απαξία, όπως η υπόθεση Λεμπιδάκη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν γνωρίζουμε ακόμα πολλά ως προς τα πραγματικά περιστατικά και τον βαθμό συμμετοχής της ανήλικης κόρης ενός εκ των φερομένων ως δραστών στο έγκλημα, επομένως ορθότερο είναι να διατηρήσουμε επιφυλάξεις ως προς τον δόλο της, τη γνώση δηλαδή και την πρόθεσή της να συνδράμει στην υλοποίηση του εγκληματικού σχεδίου. Γενικότερα, βέβαια, η εγκληματική συμπεριφορά των ανηλίκων αποτελεί ιδιαίτερο σημείο του σχεδιασμού τόσο της αντεγκληματικής όσο και της σωφρονιστικής πολιτικής του Κράτους, με την έννοια του σχεδιασμού δράσεων πρόληψης και της κατάλληλης ποινικής μεταχείρισης των δραστών αντίστοιχα. Ειδικά ως προς το τελευταίο, οι εγκληματολόγοι καταδεικνύουν την ακαταλληλότητα του εγκλεισμού ως μέτρο σωφρονισμού και εστιάζουν στην εφαρμογή των κατάλληλων αναμορφωτικών μέτρων. Εν προκειμένω, σύμφωνα με τα παραπάνω, ορθά η ανήλικη αφέθηκε ελεύθερη μετά την απολογία της και της επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις στο στάδιο της προδικασίας.

  • Η συμμετοχή μεγάλου αριθμού ατόμων στην υπόθεση Λεμπιδάκη σας προκαλεί εντύπωση; Πώς ερμηνεύεται αυτό το στοιχείο;

Δεν μου προκαλεί εντύπωση, καθώς και σε προηγούμενες παρόμοιες υποθέσεις οι δράστες δεν ήταν λίγοι. Για παράδειγμα, πρόσφατα εκδόθηκε η τελεσίδικη απόφαση στην υπόθεση Παναγόπουλου, όπου πρωτοδίκως είχαν καταδικαστεί 18 άτομα, ενώ στο Εφετείο καταδικάστηκαν τελικά οι 14 εξ αυτών. Αν, μάλιστα, λάβουμε υπόψη της μεγάλη χρονική διάρκεια της ομηρίας του κ. Λεμπιδάκη και των όσων αυτή συνεπάγεται για τους δράστες, τότε ο μεγάλος αριθμός μελών της εγκληματικής ομάδας είναι αναμενόμενος. Θεωρώ πως οι δράστες γνώριζαν ότι οι περισσότερες υποθέσεις αρπαγής τελικά εξιχνιάζονται από τις Αρχές και συγκρότησαν πολυπληθή ομάδα, προκειμένου να αποκτήσουν περισσότερη εγκληματική ισχύ και να εξυπηρετήσουν το σχέδιό τους πιο αποτελεσματικά, κάτι που πέτυχαν έως ένα βαθμό, καθώς, όπως φαίνεται από τα έως τώρα στοιχεία, πρόκειται για τη σοβαρότερη περίπτωση αρπαγής στη χώρα μας. Από την άλλη, κατά τη γνώμη μου ο αριθμός των μελών φανερώνει και την ανασφάλεια των δραστών ως προς την επιτυχή ολοκλήρωση του σχεδίου τους.

  • Ολοκληρώνοντας την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτησή μας, να σας ρωτήσω εάν υπάρχουν κάποια σημεία, από εγκληματολογική σκοπιά, τα οποία οφείλει να προσέξει ένα άτομο που φοβάται ότι μπορεί να πέσει θύμα μιας ανάλογης κατάστασης ομηρίας;

Γενικότερα, το έγκλημα βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, όπως ο κάθε επιτιθέμενος έναντι του αμυνόμενου, ειδικά όταν ο τελευταίος τελεί σε άγνοια της σχεδιαζόμενης επίθεσης έναντι των εννόμων αγαθών του. Όμως, όποιος θεωρεί εαυτόν πιθανό στόχο, μπορεί να λάβει ορισμένα προληπτικά μέτρα που θα μειώσουν αισθητά τον κίνδυνο θυματοποίησης, έστω και αν δεν θα τον εξαλείψουν. Σε γενικές γραμμές μπορεί να παρατηρηθεί ότι η περιπτωσιολογική μελέτη των υποθέσεων αρπαγής στην Ελλάδα καταδεικνύει ότι συνήθως οι παθόντες δεν διέθεταν προσωπική φύλαξη, ούτε λάμβαναν προληπτικά μέτρα για να αποφύγουν ενδεχόμενη θυματοποίησή τους (π.χ. αλλαγή καθημερινών δρομολογίων, εξοπλισμός εντοπισμού GPS, κ.λπ.). Σε κάθε περίπτωση υπάρχουν ειδικοί σύμβουλοι ασφαλείας που είναι σε θέση να συνδράμουν στην πρόληψη τέτοιων καταστάσεων.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts