Δολοφόνος από οίκτο: πως μία ιδιότυπη φιλία οδήγησε σε ένα πρωτοφανές έγκλημα

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Ποια μπορεί να είναι η ψυχολογία βάσει της οποίας δρα ένας δολοφόνος «κατά παραγγελία» που όμως δεν σκοτώνει για προσωπικό όφελος ή οικονομικό κέρδος;

Μία πολύ ιδιαίτερη περίπτωση για τα ελληνικά εγκληματολογικά και ποινικά χρονικά είναι η υπόθεση Μονσελά, την οποία θα διερευνήσω με το σημερινό μου άρθρο στο postmodern και θα επιχειρήσω να αποτυπώσω το προφίλ ενός ανθρώπου που πείσθηκε να γίνει δολοφόνος.

Στις 11 Ιανουαρίου του 1994 ο Μονσελάς σκότωσε την οδοντίατρο ΓΒ, ύστερα από δικές της επίμονες παρακλήσεις. Επρόκειτο για μια ιδιότυπη «φιλία» που αναπτύχθηκε ανάμεσα στους δύο και είχε ως κατάληξη την «κατασκευή» ενός δολοφόνου. Η οδοντίατρος αναζητούσε έναν θύτη / δολοφόνο για να τη βοηθήσει να «απαλλαγεί» από τη ζωή της, καθώς, όπως η ίδια έλεγε, υπέφερε εξαιτίας προσωπικών της προβλημάτων. Ο Μονσελάς εργαζόταν σε παρκινγκ, όπου και τυχαία έγινε η γνωριμία τους, καθώς η οδοντίατρος άφηνε εκεί το αυτοκίνητό της καθημερινά για να πηγαίνει στο ιατρείο της. Η σχέση τους, από τα στοιχεία που συλλέγονται από τα ρεπορτάζ, ήταν στην αρχή τυπική, μέχρι τη στιγμή που η γυναίκα τον προσέγγισε και του πρότεινε να του φτιάξει τα δόντια.

Εκείνος την επισκέφτηκε στο ιατρείο της και παρόλο που δεν έφτιαξε τα δόντια του, γιατί φοβόταν τους οδοντιάτρους, όχι μόνο δεν σταμάτησε να την συναντά αλλά άρχισαν να αυξάνονται οι επαφές τους και να πηγαίνουν συχνά βόλτες με το αυτοκίνητο. Η γυναίκα είχε δηλώσει ξεκάθαρα στον Μονσελά ότι ήθελε να δώσει τέλος στη ζωή της εξαιτίας προσωπικών της προβλημάτων, αλλά επειδή δεν μπορούσε μόνη της να το κάνει, χρειαζόταν τη βοήθειά του. Εκείνος συνέχισε να τη συναντά, θεωρώντας πως κατ’ αυτό τον τρόπο τη βοηθούσε να βγάλει από το μυαλό της την αυτοκτονία και να ξεπεράσει τα προβλήματά της. Σε κάποια συνάντησή τους, εμφάνισε ένα όπλο στον Μονσελά, ο οποίος της το πήρε, όπως δήλωσε, για να είναι σίγουρος ότι δεν θα το χρησιμοποιούσε για να αυτοκτονήσει. «Από τότε που μου έδειξε το όπλο, με το αυτοκίνητό της με έπαιρνε και με πήγαινε σε ερημικές τοποθεσίες της Κορίνθου, της Χαλκίδας, της Λαμίας και της Αττικής. Όταν φτάναμε στα ερημικά σημεία, μου ζητούσε να τη σκοτώσω, λέγοντάς μου ότι δεν μας έβλεπε κανένας επειδή ήταν ερημιά και νυχτερινές ώρες. Είχαμε πάει στις εν λόγω τοποθεσίες περίπου δέκα φορές». (*1)

Ανθρωποκτονία από πρόθεση με συναίνεση

Το χρονικό της υπόθεσης και η ποινική της εξέλιξη: Στις 11/01/1994 ο Μονσελάς πυροβολεί τρεις φορές και σκοτώνει την ΓΒ μετά από δική της παρότρυνση. Πρόκειται για έγκλημα ανθρωποκτονίας με συναίνεση, εξαιρετικά σπάνια τόσο στα ελληνικά όσο και στα διεθνή εγκληματολογικά χρονικά. Το Δικαστήριο δέχθηκε ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοκατοχή, οπλοφορία κι οπλοχρησία κι επέβαλλε ποινή κάθειρξης 12 ετών και 9 μηνών με πλειοψηφία 4-3. Μετά από άσκηση έφεσης και σε δεύτερο βαθμό, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο κήρυξε και πάλι ένοχο τον Μονσελά για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Τον καταδίκασε σε κάθειρξη 12 ετών και 6 μηνών, μειωμένη κατά τρεις μήνες από την πρωτόδικη απόφαση, ενώ του αναγνώρισε το ελαφρυντικό τού προτέρου εντίμου βίου. Τελικά ο Μονσελάς ζει σήμερα ελεύθερος (αφού συμπληρώθηκαν τα 3/5 της ποινής του) έπειτα από την αποφυλάκισή του την 30/12/1998 με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά. (*2)

Σύμφωνα με τις δημοσιογραφικές έρευνες, το 2011 ζούσε στις σπηλιές, στο λόφο του Φιλοπάππου, παραχωρώντας μάλιστα συνέντευξη στο Euronews, στο πλαίσιο ρεπορτάζ με τίτλο «άστεγοι στη σκιά της Ακρόπολης». Σήμερα τα ίχνη του έχουν χαθεί, πάλι σύμφωνα με το ρεπορτάζ.

Το «παιχνίδι θανάτου»

Επιχειρώντας να απεικονίσω το προφίλ του ατόμου που προβαίνει σε ένα κατά παραγγελία φόνο, χωρίς προσωπικό όφελος, στέκομαι ερευνητικά σε δύο σημεία, τα οποία μου προξενούν μεγάλη εντύπωση:

  • Πρώτον, στο γεγονός ότι ο δράστης πείσθηκε να δολοφονήσει το θύμα, με το οποίο δεν τον ένωνε κάποιος μακροχρόνιος φιλικός δεσμός ούτε είχαν οικογενειακή σχέση, ώστε να μην μπορεί εύκολα να «κοπεί» ο δεσμός μεταξύ τους. Η γνωριμία τους έγινε τυχαία, σε ένα παρκινγκ, συνεπώς δεν τους ένωναν δυνατές εμπειρίες ζωής που θα μπορούσαν να τους φέρουν τόσο κοντά και να δημιουργήσουν τις συνθήκες ώστε να διαπραχθεί το έγκλημα.
  • Δεύτερον, το θύμα δεν έπασχε από κάποια ανίατη ασθένεια ώστε ο δράστης να πεισθεί ότι ζει βασανιστικά γιατί η πορεία της υγείας του είναι μη αναστρέψιμη. Στην εν λόγω περίπτωση το θύμα φαίνεται να υποφέρει σε ψυχικό επίπεδο, άρα ο δράστης θα μπορούσε να σκεφτεί και να επιμείνει στη λύση της ψυχιατρικής βοήθειας. Θα μπορούσε να «κόψει» τις επαφές και να ενημερώσει την οικογένειά της, ακόμα και να απευθυνθεί σε έναν ειδικό, ώστε να της προσφέρει ουσιαστική βοήθεια. Τελικά, όμως, πείθεται από το θύμα και διαπράττει το έγκλημα.

Τι αποδεικνύουν συνεπώς τα παραπάνω στοιχεία για την ψυχοσύνθεσή του; Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι το σοβαρότερο «λάθος» του -ή να το θέσω καλύτερα- η μοιραία επιλογή του ήταν ότι δεν σταμάτησε έγκαιρα τις επαφές με το θύμα. Το γεγονός ότι επισκέφτηκαν 10 φορές κάποιες ερημικές τοποθεσίες μέσα στη νύχτα λειτούργησε πολύ αρνητικά στην ψυχοσύνθεση του Μονσελά που άρχισε να κλονίζεται και να καλλιεργείται μέσα στην ψυχή του η άποψη ότι ενδεχομένως  με το φόνο «λυτρώσει» τη γυναίκα.

Οι συχνές επισκέψεις τους στις ερημικές τοποθεσίες, σε συνδυασμό με τις εξομολογήσεις του θύματος, δημιούργησαν το «σκηνικό» του εγκλήματος, προτού καν διαπραχθεί το έγκλημα, ενώ ο Μονσελάς στη διάρκεια αυτών των νυχτερινών συναντήσεων έγινε τελικά ο πρωταγωνιστής ενός «παιχνιδιού θανάτου» από το οποίο δεν μπορούσε πλέον να αποδράσει. Εξίσου μοιραία επιλογή του ήταν το γεγονός ότι κράτησε το όπλο -άρα το όργανο του εγκλήματος-  το οποίο ήταν εύκολο να χρησιμοποιηθεί σε μια ευάλωτη στιγμή και των δύο. Σαφώς, μια τέτοια πράξη αφήνει σοβαρά τραύματα και στην ψυχή του δράστη που πείθεται να δολοφονήσει και όχι να αναζητήσει άλλη λύση (όπως να διακόψει κάθε επαφή και να ενημερώσει την οικογένεια ή κάποιον ειδικό), τα οποία δεν μπορούν να επουλωθούν αν δεν υπάρξει βοήθεια και στήριξη.

Η δίκη

Από το εξαιρετικά εμπεριστατωμένο ρεπορτάζ της Μίνας Μουστάκα, το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» στις 12-6-1997 (*3), αντλούμε σημαντικά στοιχεία για τις καταθέσεις και τις απόψεις των ειδικών. Μεταξύ άλλων διαβάζουμε: «Σιωπηλός, όπως και στην πρώτη δίκη, άκουγε τους μάρτυρες να καταθέτουν για όσα ο ίδιος σε λίγες μέρες θα κληθεί να λογοδοτήσει.  Από τη μια, οι συγγενείς της άτυχης γυναίκας κατέθεταν με τρόπο κατηγορηματικό πως εάν δεν υπήρχε το χέρι του Μονσελά να πατήσει τη σκανδάλη, η ΓΒ  θα ήταν σήμερα ζωντανή. Και από την άλλη, κατέθεσαν ο καθηγητής της Εγκληματολογίας Γιάννης Πανούσης, αλλά και η καθηγήτρια της Ψυχολογίας Χριστίνα Αντωνοπούλου, που επιχείρησαν με όπλο την επιστήμη και την εμπειρία τους να ξετυλίξουν αυτό το κουβάρι και να δώσουν τις δικές τους απαντήσεις στο κρίσιμο ερώτημα, αν ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση […] «Ο Μονσελάς δεν είχε ανθρωποκτόνο βούληση ­ είπε στην κατάθεσή του ο κ. Πανούσης. Το σχέδιο ήταν του θύματος και ο κατηγορούμενος πίστεψε πως συμμετείχε σε μία προσπάθεια ανθρωπο-λύτρωσης. Άλλο σκοτώνω και άλλο θανατώνω. Μπήκε μέσα στο παιχνίδι αυτό και ακολούθησε την πορεία θανάτου. Έγινε ένας “μικρός θεός”, ένας “καλός δήμιος”. Ποιος ήταν όμως ο δράστης και ποιος το θύμα; Η πρωτοβουλία του παιχνιδιού ανήκε σε εκείνη και ο κατηγορούμενος κάποια στιγμή έχασε τις αναστολές του και έγινε ο ίδιος το πιστόλι. Ήταν ο λιγότερο δυνατός στη σχέση. Αποδέχθηκε τον ρόλο που του ανέθεσε. Έκλεισε τα μάτια της ψυχής του όταν πυροβόλησε, νομίζοντας ότι εκπληρούσε ρόλο λύτρωσης και βγήκε από το σκηνικό του θανάτου, όταν άκουσε τον πυροβολισμό».

Στις ψυχικές διεργασίες που όπλισαν το χέρι του Μονσελά αναφέρθηκε στην κατάθεσή της και η Χριστίνα Αντωνοπούλου, η οποία τον επισκέπτεται στις φυλακές Κορυδαλλού όπου εκτίει την ποινή των 12 ετών και 9 μηνών που του έχει επιβληθεί σε πρώτο βαθμό. Γνωρίζοντας τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, προσπάθησε να φωτίσει τον ρόλο όχι του μοναδικού εν ζωή πρωταγωνιστή, του Μονσελά, αλλά και του θύματος της ΓΒ, επισημαίνοντας πως, αν και έψαξε, δεν βρήκε άλλη παρόμοια υπόθεση στα διεθνή νομικά χρονικά. Μίλησε και εκείνη με τη σειρά της για μετάγγιση συναισθημάτων σε μια πορεία, που τη μια στιγμή ο ένας νόμιζε πως ήταν ο ισχυρός, την άλλη ο άλλος, ενώ και οι δύο ήταν ανίσχυροι. «Είχαμε δύο ανισόβαρες προσωπικότητες. Η ισχυρή ΓΒ και ο αδύναμος Μονσελάς, που ένιωσε σημαντικός μέσα από τη δική τους σχέση και ταυτίστηκε μαζί της και αναπτύχθηκε ανάμεσά τους το πλατωνικό – ερωτικό στοιχείο. Δεν έχω καμία αμφιβολία ­ είπε η κ. Αντωνοπούλου πως με κάθε του βήμα ο Μονσελάς ήθελε να της δείξει πως βρίσκεται κοντά της ένας άνθρωπος για να την στηρίζει. Εκείνο το βράδυ, όμως, έφτασε στο τελευταίο όριό του. Οι μηχανισμοί άμυνάς του δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν και οι αναστολές του τον πρόδωσαν. Ήταν ένα “πτώμα” ψυχολογικά. Πέρασε σε μία κατάσταση που λειτουργούν υπερβατικές δυνάμεις και βίωνε την ατμόσφαιρα θανάτου» […] «Εάν ο Μονσελάς δεν είχε πατήσει τη σκανδάλη του όπλου, η Γ. θα ζούσε. Για κακή της μοίρα όμως βρέθηκε μπροστά της αυτός ο άνθρωπος», κατέθεσαν χθες και οι δύο αδελφές του θύματος […] «Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι ένιωσε οίκτο για την Γ. Πότε πρόλαβε να νιώσει κάτι τέτοιο;», αναρωτήθηκαν οι αδελφές της, που θεωρούν τον Μονσελά υπεύθυνο για το θάνατό της και δεν έχουν καταφέρει ακόμη να δώσουν απάντηση στο «γιατί» τη σκότωσε…».

«Γνωρίζω ότι έχω πυροβολήσει, αλλά δεν γνωρίζω τη στιγμή που πυροβόλησα»

Ο Μονσελάς υποστήριξε στο δικαστήριο ότι «δεν γνωρίζει» τη στιγμή που πυροβόλησε, δηλαδή ότι δεν θυμάται να την πυροβολεί. Αυτό είναι ένα στοιχείο που οι εγκληματολόγοι αναφέρουν ότι συμβαίνει σε υποθέσεις ανθρωποκτονιών, όπου ο δράστης αδυνατεί να θυμηθεί τη σκηνή του φόνου, πιθανότητα -ερμηνεύω- από το ισχυρό σοκ που δέχεται ο εγκέφαλος τη στιγμή που το άτομο διαπράττει το έγκλημα.

Από το ρεπορτάζ της Μ. Μουστάκα πάλι πληροφορούμαστε για την ακροαματική διαδικασία:

ΜΕ «ΔΕΜΕΝΑ» τα χέρια, σαν να φορούσε χειροπέδες, καθ’ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο Μονσελάς άκουγε τους μάρτυρες να καταθέτουν χθες για τη δική του ιστορία. Ο εισαγγελέας της έδρας του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου της Αθήνας διάβασε το κατηγορητήριο και στη συνέχεια ο πρόεδρος του δικαστηρίου κάλεσε τον κατηγορούμενο να δώσει τις πρώτες εξηγήσεις για την πράξη που του αποδίδεται.

Πρόεδρος: Ακούσατε γιατί κατηγορείστε. Τι έχετε να πείτε;

Μονσελάς: Δεν αποδέχομαι τον όρο της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά και, πιστέψτε με, νιώθω πολύ άσχημα.

Πρόεδρος: Κατηγορείστε ότι σκοτώσατε τη ΓΒ.

Μονσελάς: Δεν τη σκότωσα εν γνώσει μου.

Πρόεδρος: Δεν ξέρετε ότι την πυροβολήσατε;

Μονσελάς: Γνωρίζω ότι έχω πυροβολήσει, αλλά δεν γνωρίζω τη στιγμή που πυροβόλησα».

 

Ο Μονσελάς μετά τη φυλακή

Αναφορικά με την υπόθεση, διαβάζουμε μεταξύ άλλων στο ρεπορτάζ του Κώστα Παπαπέτρου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» στις 9/7/1999 (*4)  «Επτά μήνες μετά την αποφυλάκισή του, και αφού παρέμεινε πέντε χρόνια μέσα, ο Μονσελάς, χωρίς χρήματα και χωρίς δουλειά, ζει αποτραβηγμένος σ’ ένα τροχόσπιτο, σ’ ένα δάσος της Αττικής, όπου γράφει ασταμάτητα στη γραφομηχανή του και συγκεντρώνει, όπως λέει, στοιχεία για να επανεξεταστεί η περίπτωσή του από τη Δικαιοσύνη. Ο Μονσελάς πιστεύει πως σκότωσε τη ΓΒ τελώντας σε κατάσταση ύπνωσης. Παράλληλα όμως αφήνει το παράπονό του να ξεσπάσει, αφού, όπως υποστηρίζει, η κοινωνία αλλά και οι φίλοι του τού γύρισαν την πλάτη και δεν μπορεί να βρει δουλειά για να ζήσει: «Ζητάω επώνυμα η ελληνική κοινωνία να μου πει να πάω να πηδήσω στον Καιάδα ως άχρηστος γιατί με τη στάση της είναι αυτή η ελληνική κοινωνία, που ξαναδικάζει τον Μονσελά κι αυτή τη φορά υπεράνω και ερήμην της Δικαιοσύνης…». Λίγο πολύ ήξερε τί τον περίμενε όταν θα έκλεινε η πόρτα της φυλακής πίσω του και θα επέστρεφε στον έξω κόσμο. Το είχε πει άλλωστε ο ίδιος στην αποκλειστική συνέντευξή του στα «ΝΕΑ» την ημέρα της αποφυλάκισής του στις 30 του περασμένου Δεκέμβρη: «Μέχρι που σκέφθηκα να κάνω λήξη της ποινής μου και ν’ αποφυλακισθώ το 2004…». Από τα όνειρά του, όταν θα έβγαινε, δεν είδε κανένα να πραγματοποιείται. Κατέληξε στη λύση που τον είχε οδηγήσει η απόγνωσή του όταν, μέσα ακόμη από την φυλακή και ύστερα από 18 μήνες προσπάθειας κανείς από τους 200 ιδιοκτήτες που είχε επικοινωνήσει δεν δέχθηκε να του νοικιάσει διαμέρισμα να μείνει όταν θα αποφυλακιζόταν».

Τα λόγια του Μονσελά σίγουρα κρύβουν κάποιες αλήθειες. Η απόρριψη της κοινωνίας που δεν του δίνει ούτε σπίτι, ούτε εργασία, αποτελεί ένα σοβαρότατο θέμα που οφείλει η οργανωμένη Πολιτεία με κάποιο τρόπο -επιτέλους- να αντιμετωπίσει και να μην κλείνει τα μάτια σε ένα ζήτημα που λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις και προεκτάσεις, οι οποίες αφορούν ολόκληρη την κοινωνία.

Μια λύση θα ήταν να παρέχονται καταλύματα και κάποιες συγκεκριμένες εργασίες που θα μπορούσαν να κάνουν, ώστε να ορθοποδήσουν. Στην αντίθετη περίπτωση, αυτοί οι άνθρωποι ή πολύ γρήγορα επιστρέφουν στη φυλακή -το μοναδικό τελικά «σπίτι» τους- ή καταστρέφονται ολοσχερώς εκτός φυλακής, οδηγώντας στον όλεθρο και άλλους ανθρώπους σε ορισμένες περιπτώσεις.

Επομένως, η Πολιτεία, μέσω της αντεγκληματικής της πολιτικής, πρέπει να δει τι θα κάνει με αυτούς τους ανθρώπους όταν αποφυλακίζονται ώστε να καταπολεμηθεί το κοινωνικό στίγμα και να μη συνεχίσουν να ζουν σαν παράσιτα. Το να έχουν ένα κατάλυμα και μια δουλειά είναι, αναμφίβολα, πολύ καλύτερο, από το να γυρνούν στους δρόμους σαν «ξωτικά» και να κάνουν κακό στον εαυτό τους ή και στους γύρω τους.

Η «εύθραυστη» ψυχοσύνθεση ή η «δύναμη της κακιάς στιγμής»;

Συνοψίζοντας, θα έλεγα ότι πρόκειται στ’ αλήθεια για μια πολύ περίπλοκη υπόθεση που αναδεικνύει τα σύνθετα «μονοπάτια» της ανθρώπινης ψυχής. Το αποτέλεσμα, σίγουρα, τραγικό: μια γυναίκα νεκρή και ένας άντρας που κατέστρεψε τη ζωή του.

Τα ερωτήματα πολλά: Το θύμα είχε ήδη παρακαλέσει και άλλα άτομα να τη «βοηθήσουν» να πεθάνει, τα οποία είχαν αρνηθεί σθεναρά, σύμφωνα με τις καταθέσεις στο δικαστήριο. Γιατί λοιπόν ο Μονσελάς δεν κατάφερε να αντισταθεί και εκείνος; Γιατί δεν διέκοψε τη «φιλία» με το θύμα έγκαιρα, ώστε να προστατεύσει και την ίδια και τον εαυτό του;

Ήταν, άραγε, ένας άνθρωπος που πείστηκε να δολοφονήσει από οίκτο, επειδή είχε κι ο ίδιος μια «εύθραυστη» ψυχοσύνθεση μετατρέποντας ουσιαστικά τον εαυτό του σε δράστη και ταυτόχρονα σε «θύμα»; Ή σε μια στιγμή μπορεί να γίνει η ανατροπή και να περάσει ένα άτομο στην πράξη -στο έγκλημα δηλαδή- χωρίς να έχει πλήρη επίγνωση της πράξης του, στο πλαίσιο μιας εξαιρετικά φορτισμένης στιγμής;

Για να καταθέσω την προσωπική μου άποψη, κλείνοντας, θεωρώ ότι έδρασε χωρίς ανθρωποκτόνο βούληση, όπως ο Καθηγητής Εγκληματολογίας, κ. Γιάννης Πανούσης είχε τονίσει στη δίκη, αλλά διέπραξε το έγκλημα εξαιτίας ενός συνδυασμού παραγόντων που μπορούν να συνοψιστούν τόσο στη δική του αδυναμία να διαχειριστεί συναισθηματικά όλη αυτή τη φόρτιση που του προκαλούσε η σχέση του με το θύμα (από το οποίο ωστόσο θα μπορούσε να είχε ζητήσει να διακόψουν κάθε επαφή, προτού φτάσουν τα πράγματα στα άκρα), όσο και στην ένταση της στιγμής όπου, όπως ο ίδιος καταθέτει στο δικαστήριο, δεν έχει απόλυτη επίγνωση της πράξης. Μάλιστα χρησιμοποιεί τη φράση που έχει κατά την κρίση μου ιδιαίτερη βαρύτητα «δεν γνωρίζω τη στιγμή που πυροβόλησα»…

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Στοιχεία αντλούνται, μεταξύ άλλων, από το ρεπορτάζ της ΜΗΧΑΝΗΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ στις 14-1-2014 και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ http://www.mixanitouxronou.gr/mattheos-monselas- o-parkadoros-pou-egine-kata-parangelia-dolofonos-skotose-tin-odontiatro-giola-vagena-pou-ipefere-meta-to-chorismo-me-ton-antra-tis/

2.Τα στοιχεία αντλούνται από http://www.crimestories.gr/index.php/crime-database/item/28-%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B

3.Πρόκειται για το ρεπορτάζ της Μ. Μουστάκα, το οποίο φέρει τον τίτλο ΣΙΩΠΗΛΟΣ ΣΤΟ ΕΔΩΛΙΟ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ, Ο ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΟΝΣΕΛΑΣ ΑΚΟΥΓΕ ΤΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΝΑ ΚΑΤΑΘΕΤΟΥΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΣΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΗΣ ΓΙΟΛΑΣ ΒΑΓΕΝΑ ΟΙ ΑΔΕΛΦΕΣ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΟΣ «Για κακή της μοίρα βρέθηκε μπροστά της αυτός ο άνθρωπος» Είχε ζητήσει «βοήθεια» και από άλλους…Της πήρε τη ζωή ή της χάρισε τον θάνατο; και μπορείτε να βρείτε και διαδικτυακά http://www.tanea.gr/news/greece/article/3967243/?iid=2

4.Μπορείτε να βρείτε το ρεπορτάζ του Κ. Παπαπέτρου με τίτλο ΔΕΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΩ, ΦΕΥΓΩ…», ΔΗΛΩΝΕΙ Ο ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΟΝΣΕΛΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝΙΖΕΙ: «ΜΟΥ ΚΑΝΕΙ ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ» Θα φουντάρω θεαματικά μπροστά στις κάμερες…και διαδικτυακά http://www.tanea.gr/news/greece/article/4078795/?iid=2

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts