Έγκλημα και Media: Υπόθεση των «Σατανιστών της Παλλήνης»

satanistes

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Ήταν μέρες γιορτινές, μέρες χαράς και αγάπης, όταν αποκαλύφθηκε η αποτρόπαια δράση μιας ομάδας νεαρών ατόμων που συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία και έγινε γνωστή από τα μίντια ως «Υπόθεση των Σατανιστών της Παλλήνης».

Ήταν 28 Δεκεμβρίου του 1993 όταν αποκαλύφθηκε στα ΜΜΕ η δράση της ομάδας και Παραμονή της  Πρωτοχρονιάς του 1994 όταν τρείς νεαροί οδηγήθηκαν στον ανακριτή προκειμένου να απολογηθούν για δύο ειδεχθή εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί στο όνομα του «Σατανά». Όλα όμως είχαν ξεκινήσει μερικούς μήνες νωρίτερα και πιο συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 1992, όποτε και διαπράχθηκε ο πρώτος φόνος…

Ας θυμηθούμε το χρονικό της υπόθεσης, όπως έχει καταγραφεί στον Τύπο:

27 Αυγούστου 1992: Ο Α. Κατσούλας και ο Ε. Δημητροκάλλης διαπράττουν το πρώτο έγκλημα με θύμα την 14χρονη Θεοδώρα Συροπούλου.

Μεγάλη Τετάρτη του Απριλίου 1993: Διαπράττεται το δεύτερο έγκλημα με θύμα την 28χρονη  Γαρυφαλλιά Γιούργα, μητέρα δύο παιδιών.

Παραμονή της  Πρωτοχρονιάς του 1994: Οι τρείς νεαροί, φερόμενοι μέχρι εκείνη τη στιγμή δράστες, με το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης και αφού ασκήθηκε εναντίον τους ποινική δίωξη από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, οδηγούνται στον  τακτικό ανακριτή για την απολογία τους. Δίνονται στον ανακριτή τα ονόματα πέντε επιπλέον ανθρώπων ως εμπλεκόμενων στην υπόθεση.

28 Ιανουαρίου 1994: Πραγματοποιείται η αναπαράσταση των δύο εγκλημάτων.

23 Ιουνίου 1995: Οι κατηγορούμενοι απολογούνται στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο, περιγράφοντας λεπτομερώς τη ζωή τους μετά την «μύηση» στο σατανισμό, αλλά αποφεύγοντας να μιλήσουν για τις εγκληματικές τους πράξεις.

27 Ιουνίου 1995: Ο εισαγγελέας προτείνει την ενοχή και την επιβολή της ανώτατης προβλεπόμενης ποινής για τους Α. Κατσούλα, Ε. Δημητροκάλη, Δ. Μαργέτη.

1η Ιουλίου του 1995: Το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο, καταδικάζει τους Α.Κατσούλα σε συνολική ποινή δύο φορές ισόβιας κάθειρξης και πρόσκαιρης κάθειρξης 12 ετών και 10 μηνών και τον Ε. Δημητροκάλη σε συνολική ποινή δύο φορές ισόβιας κάθειρξης και πρόσκαιρης κάθειρξης 9 ετών και 10 μηνών. H συγκατηγορούμενή τους, Δ. Μαργέτη, καταδικάζεται σε συνολική ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης 17 ετών και 4 μηνών.

8 Δεκεμβρίου 1997: Το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών συνεδριάζει στη δικαστική αίθουσα των φυλακών Κορυδαλλού με κατηγορούμενους να προσδοκούν μείωση της ποινής που έχει οριστεί από το πρωτοβάθμιο όργανο.

24 Δεκεμβρίου 1997: Το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών αποφασίζει ομόφωνα την ενοχή των κατηγορουμένων επικυρώνοντας την πρωτόδικη ποινή τους.

17 Ιανουαρίου 1998: Το Ε’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου συνεδριάζει για να εξετάσει τις αιτήσεις αναιρέσεως της πρωτοβάθμιας ποινής που είχαν καταθέσει οι Ε. Δημητροκάλλης και Α. Κατσούλας. Οι αιτήσεις απορρίπτονται από το Τμήμα του Αρείου Πάγου.

30 Ιουνίου 1998: Απορρίπτεται και η αίτηση αναίρεσης που κατέθεσε ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος ζήτησε την καταδίκη της Δ. Μαργέτη για άμεση συνέργεια και ηθελημένη συμμετοχή, χωρίς το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας.

Σήμερα: Έχουν αποφυλακιστεί και οι τρεις, έχοντας εκτίσει την ποινή τους, όπως ορίζει ο νόμος.

Το προφίλ των δραστών της υπόθεσης της Παλλήνης
στο αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ

Βάσει της έρευνάς μου, στο πλαίσιο των e-learning προγραμμάτων του Παν/μίου Αθηνών, σχετικά με την υπόθεση και ειδικότερα τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώθηκε το προφίλ των δραστών, διαπιστώνονται τα ακόλουθα:

  • Εκτενή ρεπορτάζ που επεχείρησαν να αποτυπώσουν το προφίλ των δραστών της υπόθεσης της Παλλήνης δημοσιεύτηκαν στον Τύπο και πραγματοποιήθηκαν στους τηλεοπτικούς σταθμούς, κατά την περίοδο που εξετάζουμε.
  • Η μεγαλύτερη έμφαση δόθηκε στο πρόσωπο των δραστών, παρά στην ψυχοσύνθεση και το εγκληματικό προφίλ τους. Μάλιστα, έγινε προσπάθεια να «ερμηνευθούν» οι αποτρόπαιες πράξεις τους με μια ανάλυση της φυσιογνωμίας τους. Το αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ στηρίχτηκε στη φράση «οι δολοφόνοι με τα αγγελικά πρόσωπα».
  • Σε αρκετά σημεία τα ρεπορτάζ λαμβάνουν δραματικό περιεχόμενο και επικεντρώνονται στο βλέμμα και σε άλλα χαρακτηριστικά του προσώπου, ενώ συνοδεύονται από φωτογραφίες που εστιάζουν στο πρόσωπο. Διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, σε ρεπορτάζ με το χαρακτηριστικό τίτλο «Το αληθινό πρόσωπο των σατανιστών» (*1), τα εξής: «ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ του δολοφόνου, εν «ονόματι μιας υπέρτατης δύναμης», χαμηλωμένο να κοιτάζει το τίποτε, να δείχνει να αναλογίζεται τις συνέπειες των αλλόκοτων εγκληματικών τελετών. Τα δάκτυλά του να προσπαθούν να σκίσουν τις παλάμες του, όταν από τους μάρτυρες ακούγονται λεπτομέρειες για το αμόκ των δολοφονιών του. Δίπλα του οι συγκατηγορούμενοί του, ακόλουθοι και συνεργάτες του στις ανθρωποθυσίες: ο Μάνος Δημητροκάλλης και η Δήμητρα Μαργέτη να τον απαρνούνται. […] Ο Ασημάκης Κατσούλας θα δαγκώσει με δύναμη τη γροθιά του όταν ακούσει από τον μάρτυρα την περιγραφή της φρικιαστικής πράξης του. Θα κρατήσει το βλέμμα του χαμηλωμένο. Αιωρούμενος στο έρεβος της σκέψης του. Για έναν άλλον εαυτό, που ίσως πραγματικά, ίσως μάταια προσπαθεί να απαρνηθεί…». Ο συντάκτης του ρεπορτάζ δίνει μια γλαφυρή περιγραφή και θα έλεγα ότι είναι σκόπιμο ο δικαστικός συντάκτης να καταγράφει ακόμα και κινήσεις και βλέμματα, όπως γίνεται στο εν λόγω ρεπορτάζ, ώστε να δώσει στο κοινό μια ακριβή και σαφή εικόνα, αποτυπώνοντας ακόμα και το «συναίσθημα της στιγμής». Αυτό που, ωστόσο, προτείνω κατά την δημοσιογραφική κάλυψη ανάλογων δικών είναι να επιχειρήσει ο συντάκτης να αποτυπώσει και το ψυχο-εγκληματικό προφίλ, προκειμένου η περιγραφή που δίνει να μη μείνει μόνο στη δραματοποίηση των γεγονότων, αλλά να προσφέρει κάτι παραπάνω σε ό,τι αφορά την ενημέρωση του κοινού.
  • Εκτενή αναφορά έγινε επίσης στα ρεπορτάζ στη μέθοδο τέλεσης των εγκλημάτων. Θεωρώ ότι οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες που είδαν το φως της δημοσιότητας δεν προσφέρουν στην ενημέρωση των πολιτών, πέρα από το να τους φορτίσουν συναισθηματικά, να τους συγκινήσουν και να τους τρομοκρατήσουν. Εδώ, ασφαλώς, πρέπει οι δημοσιογράφοι, με τα συλλογικά όργανά τους, πλέον να θέσουν κάποια όρια στο τι συνιστά ενημέρωση και τι όχι. Σε τόσο συγκλονιστικές υποθέσεις, όπου η μέθοδος διάπραξης των εγκλημάτων είναι άγρια, ασφαλώς μπορεί να γίνει αναφορά ότι το έγκλημα έχει διαπραχθεί με ειδεχθή τρόπο και να δώσουν οι δημοσιογράφοι εκείνα τα στοιχεία που προσθέτουν κάτι σημαντικό στην ενημέρωση. Σε καμία περίπτωση όμως να μη δώσουν στη δημοσιότητα λεπτομέρειες, οι οποίες μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο μίμησης από συμπολίτες μας, σοκάρουν και προκαλούν ακόμα μεγαλύτερη οδύνη στις οικογένειες των θυμάτων.

Συνοψίζοντας, σε υποθέσεις με παρεμφερή χαρακτηριστικά, ο αστυνομικός και δικαστικός συντάκτης πρέπει να προσπαθήσει να σκιαγραφήσει το ψυχο-εγκληματικό προφίλ των εμπλεκομένων στην υπόθεση, καταγράφοντας πάντοτε την άποψη ειδικών, ώστε τα συμπεράσματα να μην είναι βεβιασμένα και χωρίς τεκμηρίωση και επιστημονικό έρεισμα.

Ήταν ιδεοληπτικά τα εγκλήματα των «Σατανιστών της Παλλήνης»;

Στην εν λόγω υπόθεση, έπρεπε να αναζητήσει ο δημοσιογράφος εάν τα εγκλήματα εντάσσονταν σε μια ευρύτερη σατανιστική ομάδα η οποία δρούσε στην Ελλάδα ή ήταν μεμονωμένα περιστατικά και «ιδεοληπτικά» εγκλήματα, με λίγα λόγια εάν πήγαζαν από τις έμμονες ιδέες που διακατείχαν τους δράστες τους, όπως έχει υπογραμμίσει ο Καθηγητής Εγκληματολογίας, κ. Γιάννης Πανούσης  ο οποίος είναι επιφυλακτικός ως προς το εάν μπορεί να υπάρξει σατανισμός σε μια χώρα, όπως η Ελλάδα, έχοντας στο παρελθόν δηλώσει (*2) «Έχω μια επιφύλαξη σχετικά με το αν υπάρχει σατανισμός σε μια χώρα με τόσο ήλιο, μην μπερδευόμαστε με εγκλήματα ιδεοληψίας ή παράκρουσης. Σατανισμός είναι ολόκληρη θεωρία και είναι μια συλλογικότητα, δεν είναι ατομική ενέργεια».

Λομπροζιανές θεωρίες και αποτρόπαια εγκλήματα

Μεγάλη προσοχή τέλος χρειάζεται ώστε να μην αναπαράγονται από τους δημοσιογράφους στερεοτυπικές αντιλήψεις που παραπέμπουν στη λομπροζιανή θεωρία, βάσει της οποίας ο άνθρωπος γεννιέται εγκληματίας και εξωτερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι αυτά που αποκαλύπτουν τη ροπή προς το έγκλημα.

Το παράξενο «κουβάρι» μιας  «σκοτεινής» υπόθεσης ξετυλίγεται στα ΜΜΕ

 Όταν ξέσπασε το θέμα και άρχισε να ξετυλίγεται το παράξενο «κουβάρι» της «σκοτεινής» υπόθεσης, τα ΜΜΕ ρίχτηκαν στη «μάχη» της ενημέρωσης. Πώς όμως έγινε η ενημέρωση;

Σύμφωνα με έρευνα, τα ημίωρα (μεσημβρινά και βραδινά) δελτία ειδήσεων καλύφθηκαν για 10 περίπου ημέρες (από τις 29/12 έως και τουλάχιστον το πρώτο πενθήμερο του 1994), πολλές φορές κατά τα 2/3 της χρονικής τους διάρκειας από τις αναφορές στην υπόθεση. Πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένα ρεπορτάζ, έγινε ένας βομβαρδισμός από φιλμ αρχείου με τα πλάνα από την προσαγωγή των κατηγορουμένων στον ανακριτή (30/12) και τις φειδωλές δηλώσεις των Κατσούλη-Δημητροκάλλη, προβλήθηκαν συνοπτικές συνεντεύξεις με «ειδικούς» (ιερείς, αστυνομικούς, ψυχολόγους κλπ.). Όσον αφορά την έντυπη δημοσιογραφία, το σύνολο των μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων αφιέρωναν, επί τουλάχιστον μια εβδομάδα, κατά μέσο όρο 5 με 6 σελίδες στο θέμα.

Μάλιστα, η έντυπη δημοσιογραφία κατόρθωσε, όχι μόνο να υπερκαλύψει την ύλη, αλλά είχε και δημοσιογραφικές «επιτυχίες» με δημοσιεύσεις εξ ολοκλήρου αυθεντικών κειμένων από τις διενεργούμενες ανακρίσεις. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η Πολιτεία άργησε να αντιδράσει μπροστά σε όλο αυτό τον πανικό, βγάζοντας μια απόφαση για απαγόρευση του ανακριτικού υλικού την δέκατη μέρα από την έκρηξη της υπόθεσης.

Δημιουργήθηκε «σατανιστική υστερία», έντονη τρομοκρατία του κοινού που καλλιεργήθηκε πολύ από την έμφαση που δόθηκε σε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες της υπόθεσης, στα συνεχή και εκτενή ρεπορτάζ, αλλά και στην ταύτιση μεγάλου μέρους της νεολαίας με το σατανισμό. Ο ίδιος ο χρόνος, ωστόσο, απέδειξε ότι τα περισσότερα συμπεράσματα ήταν βεβιασμένα και δεν ανταποκρίθηκαν στα πραγματικά δεδομένα.

Όσον αφορά τη δίκη, αξίζει να επισημάνουμε ότι τηλεοπτικός σταθμός είχε εξασφαλίσει, κατ’ αποκλειστικότητα, την απευθείας κάλυψη της δίκης σε εθνικό δίκτυο. Ωστόσο, ύστερα από αίτημα της υπεράσπισης των κατηγορουμένων, το δικαστήριο με αιτιολογημένη απόφασή του, απέκλεισε τα ηλεκτρονικά μέσα από την αίθουσα, κρίνοντας ότι η δημοσιότητα θα έβλαπτε τα χρηστά ήθη, λόγω της φύσης των εγκλημάτων που η υπόθεση συμπεριελάμβανε. Έτσι, η δίκη πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών.

Κατανοώ απόλυτα ότι, ειδικά τα ειδεχθή εγκλήματα, κεντρίζουν το ενδιαφέρον του κοινού, ωστόσο ο αστυνομικός και δικαστικός συντάκτης οφείλει να εμβαθύνει στο θέμα, να ρίχνει φως σε πραγματικά «σκοτεινές» πτυχές και όχι να προβαίνει σε επικίνδυνες γενικεύσεις, όπως όσες έγιναν εκείνη την περίοδο.

Αποφυλάκιση

Σήμερα και τα τρία άτομα έχουν αποφυλακιστεί, όπως άλλωστε ορίζει ο νόμος. Η αποφυλάκιση τους δεν πρέπει να προξενεί εντύπωση, γιατί αυτό ορίζει ο νόμος, παρέχοντας μια δεύτερη ευκαιρία ακόμα και στον ανθρωποκτόνο, εφόσον έχει εκτίσει την ποινή του και σε όλη τη διάρκειά της κράτησής του τήρησε καλή συμπεριφορά.(*3)

Σε φιλοσοφικό και ηθικό επίπεδο ασφαλώς, κατανοώ απόλυτα, ότι σε ακραίες υποθέσεις εγκληματικότητας -ειδικά σε ειδεχθείς ανηλίκων- το κοινό αίσθημα δεν μπορεί να δεχτεί εύκολα τη «δεύτερη ευκαιρία» που προβλέπει ο νομικός μας πολισμός. Η συζήτηση στο σημείο αυτό είναι πολύ μεγάλη, αλλά και οι ισορροπίες πολύ λεπτές. Από τη μία είναι αναγκαίο να διασφαλίζονται τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων, ακόμα και των εγκληματιών εφόσον έχουν εκτίσει την ποινή τους και έχουν δείξει μια καλή διαγωγή. Από την άλλη δεν πρέπει να ξεχνάμε το θύμα και την οικογένειά του, για τους οποίους εκ των πραγμάτων ποτέ δεν θα υπάρξει απόλυτη δικαιοσύνη, εφόσον η ζωή δεν «γυρίζει πίσω»…

Πού βρίσκεται η «χρυσή τομή»; Πού βρίσκεται το «δίκιο»; Κατά την άποψή μου, η απάντηση εξαρτάται από πώς ορίζεται το «δίκιο»: βάσει της ηθικής, βάσει των πολιτισμικών μας αρχών και της κουλτούρας κάθε χώρας, βάσει του νομοθέτη ή αποτελεί έναν συνδυασμό όλων αυτών των συνισταμένων;

Αξίζουν «δεύτερη ευκαιρία» οι ανθρωποκτόνοι;

Τελικά, αξίζουν «δεύτερη ευκαιρία οι ανθρωποκτόνοι και δη όσοι έχουν διαπράξει σκληρή εγκλήματα;». Αυτό είναι ένα ερώτημα που με απασχολεί και συχνά με βασανίζει ερευνητικά.

Ειδικά, όσοι έχουμε κάνει έρευνα σε καταστήματα κράτησης και έχουμε συνομιλήσει ακόμα και ανθρώπους που έχουν διαπράξει φόνο, μπορούμε –ως ένα βαθμό τουλάχιστον- να καταγράψουμε και την άλλη πλευρά, όχι να την συγχωρήσουμε κατ’ ανάγκην, αλλά να δούμε κάπως διαφορετικά ορισμένα πράγματα.

Σε προσωπικό επίπεδο πιστεύω πολύ στην ουσιαστική έννοια της κοινωνικής «επανένταξης». Αναμφισβήτητα, σε ακραίες μορφές εγκληματικότητας, ειδικά όταν θύματα της εγκληματικής ενέργειας είναι τα αποκαλούμενα «αθώα» θύματα (κυρίως παιδιά), η κοινωνία μας δεν μπορεί να ξεχάσει και να συγχωρήσει. Ακόμα και ο επιστήμονας σε αυτές τις περιπτώσεις συγκινείται και αυτό είναι άλλωστε ανθρώπινο (η συναισθηματική απάθεια του επιστήμονα, αντίθετα, με προβληματίζει. Δεν την θεωρώ «ουδετερότητα». Αλλά αυτή είναι προσωπική μου άποψη).

Ο νομοθέτης ωστόσο έχει κρίνει ότι ακόμα και σε αυτές τις  ακραίες περιπτώσεις, η κοινωνία μας οφείλει να αποδεχτεί και να βοηθήσει στην επανένταξη του ατόμου που έχει εκτίσει την προβλεπόμενη ποινή του, βάσει του νομικού μας πολιτισμού.

Διαπιστώνουμε συνεπώς ότι πρόκειται για ένα τεράστιο ζήτημα, με πολυσύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις που αξίζει να ανοίξουμε κάποια στιγμή, αλλά με νηφαλιότητα και καταγράφοντας πολλές απόψεις από νομικούς, εγκληματολόγους, φιλόσοφους, ψυχολόγους, ψυχιάτρους, σωφρονιστικούς υπαλλήλους…

Μέχρι τότε, σας εύχομαι καλές γιορτές, με πολλή αγάπη στην καρδιά! Σας ευχαριστώ θερμά για το αναγνωστικό σας ενδιαφέρον!

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Πρόκειται για το άρθρο του Β. Λαμπρόπουλου που φέρει τον τίτλο «Το αληθινό πρόσωπο των σατανιστών» και αντλείται από http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=94048 στις 14/12/1997.
  2. Πρόκειται για δήλωση του Καθηγητή Γ.Πανούση στον ALPHA 965 τον Ιούνιο του 2014
  3. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο του Άρη Δημοκίδη με τίτλο «Όλοι φρίκαραν που αποφυλακίστηκε ο Ασημάκης Κατσούλας – εκτός από μερικές ψύχραιμες φωνές στο Facebook», το οποίο αντλείται από http://www.lifo.gr/articles/mikropragmata/126223 στις 20/12/2016.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  

Γ. Πανούσης, (2008), Καθ’ Υπερβολήν Χρήσεις & Καταχρήσεις: Νόμοι, Αριθμοί & Εικόνες Κατασκευής Φόβων, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

Γ. Πανούσης, (2009), Φυσιογνωμική: Μια σύγχρονη εγκληματολογική προσέγγιση, ΑΝΤ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα.

Π. Παπαϊωάννου, (1999), Η Υπόθεση των «Σατανιστών» της Παλλήνης: Μια εγκληματολογική προσέγγιση, Παπαζήση, Αθήνα.

S. Brown, (2003), Crime and Law in Media Culture, Open University Press, Buchingam-Philadelphia.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts