Έγκλημα και Μυθοπλασία: Η απεικόνιση του εγκλήματος στις «θρυλικές» τηλεοπτικές σειρές «Ανατομία ενός εγκλήματος» και «Κόκκινος Κύκλος»

συνέντευξη της Αγγελικής Καρδαρά με τον δημοσιογράφο-ερευνητή Γιάννη Ράγκο. 

Γνώρισα τον Γιάννη Ράγκο στην παρουσίαση του βιβλίου μου, στον Ιανό. Εντυπωσιάστηκα από την ευγένειά του, αλλά και από το γεγονός ότι υπήρξε ο δημοσιογράφος που ασχολήθηκε με την έρευνα πραγματικών εγκλημάτων, τα οποία μεταφέρθηκαν στην τηλεόραση δραματοποιημένα στις σειρές «Ανατομία ενός εγκλήματος», «Διπλή αλήθεια» και «Κόκκινος Κύκλος». Είναι αξιοσημείωτο ότι από αυτή την έρευνά του, η οποία με ορισμένα σύντομα διαλείμματα διήρκεσε από το 1991 έως το 2002, έχει σήμερα στο αρχείο του υλικό για περισσότερες από 130 υποθέσεις κυρίως ποινικών, αλλά και πολιτικών, εγκλημάτων που χρονικά καλύπτουν ολόκληρο τον 20ο και τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα. Η κατάθεση της εμπειρίας του, συνεπώς, είναι πολύτιμη για εμάς τους νεότερους ερευνητές που ασχολούμαστε με το εγκληματικό φαινόμενο και την απεικόνισή του στα media και γι’ αυτό ευχαριστώ θερμά τον κ. Ράγκο για την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που μου παραχώρησε.

Ο Γιάννης Ράγκος έχει ένα πλούσιο βιογραφικό. Γεννήθηκε το 1966 στην Αθήνα, όπου και ζει. Επί σειρά ετών έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος σε περιοδικά, εφημερίδες, ραδιοφωνικούς σταθμούς, τηλεοπτικές εκπομπές, ντοκιμαντέρ και blog/sites.

Την περίοδο 1987-1998 ήταν υπεύθυνος Τύπου των Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, ενώ από το 2001 επιμελείται την έρευνα και τα κείμενα για τους έντυπους και ηλεκτρονικούς τουριστικούς-ταξιδιωτικούς οδηγούς του ΕΟΤ. Δημοσιογραφικές του έρευνες έχουν μεταφερθεί στη λογοτεχνία (Γιώργου Πολυράκη, Δωροθέα ντε Ροπ – Πάθος και υπερηφάνεια, Ψυχογιός 2010) και έχουν περιληφθεί σε ιστορικές εκδόσεις (Πάολο Τσιάμπι, Η καραβάνα στον βυθό της θάλασσας, Χρυσή Τομή / ΑΩ Εκδόσεις 2014).

Για περισσότερα από δέκα χρόνια ασχολήθηκε ως δημοσιογράφος με υποθέσεις εγκλημάτων στην Ελλάδα στη διάρκεια όλου του 20ου αιώνα, έχοντας την ευθύνη της έρευνας στις τηλεοπτικές εκπομπές «Ανατομία ενός εγκλήματος» (ΑΝΤ1, 1991–1995), «Διπλή αλήθεια» (ΕΤ-1, 1996-1998) και «Κόκκινος Κύκλος» (ALPHA, 2000-2002), στις οποίες οι ποινικές υποθέσεις παρουσιάζονταν με δραματοποιημένη μορφή.

Έχει γράψει βιβλία δημοσιογραφικής έρευνας, κείμενα των ταξιδιωτικών-ιστορικών οδηγών, αστυνομικά μυθιστορήματα και αστυνομικά διηγήματα. Επίσης, δοκίμιά του για την αστυνομική λογοτεχνία έχουν περιληφθεί σε ειδικά αφιερώματα του Τύπου, καθώς και στην αφιερωματική έκδοση 18 κείμενα για τον Γιάννη Μαρή (εκδόσεις Πατάκη, 2016). Την περίοδο 2006-2011 είχε την επιμέλεια της σειράς αστυνομικής λογοτεχνίας Verba Obcura των εκδόσεων «Ίνδικτος». Σήμερα, είναι, παράλληλα, μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού The Crimes and Letters Magazine (CLM), της πρώτης επιθεώρησης αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα.

Συμμετείχε στη σεναριακή ομάδα της τηλεοπτικής αστυνομικής σειράς Ίχνη (MEGA, 2007-2008), ενώ έχει συνεργαστεί στη συγγραφή κινηματογραφικών σεναρίων, καθώς και των κειμένων (με το συγγραφέα Γιάννη Ζευγώλη) για τις θεατρικές παραστάσεις-performances RoadTrip2 (Κινητήρας Studio, 2012) και RoadTrip3 (Κινητήρας Studio, 2015). Ακόμα, μαζί με το συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο, έκανε τη σεναριακή διασκευή του βραβευμένου grapfic novel Ερωτόκριτος (εκδόσεις Polaris, 2016), σε σχέδιο Γιώργου Γούση.

Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου (ΕΣΠΗΤ) και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (IFJ), ιδρυτικό μέλος και σημερινός πρόεδρος (διαδεχόμενος στη θέση αυτή τους Ανδρέα Αποστολίδη και Τιτίνα Δανέλλη) της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ) και μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Αστυνομικών Συγγραφέων(IACW).

  • Κύριε Ράγκε, για περισσότερο από δέκα χρόνια είχατε αναλάβει τη δημοσιογραφική έρευνα πραγματικών υποθέσεων εγκληματολογικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζονταν δραματοποιημένες σε τηλεοπτικές σειρές, ξεκινώντας με τη θρυλική σειρά «Ανατομία ενός Εγκλήματος», συνεχίζοντας με τη «Διπλή Αλήθεια» και φτάνοντας στον «Κόκκινο Κύκλο». Θα μπορούσατε να μας περιγράψετε τη διαδικασία που ακολουθούσατε για μια ολοκληρωμένη και αξιόπιστη έρευνα;

Η διαδικασία ξεκινούσε από την επιλογή των υποθέσεων που θα παρουσιάζαμε, η οποία γινόταν μετά από ενδελεχείς συζητήσεις με το σκηνοθέτη και τους σεναριογράφους, αλλά και τα στελέχη των τηλεοπτικών σταθμών. Το γενικό πλαίσιο ήταν η διερεύνηση του φαινομένου της βίας και της ψυχοσύνθεσης των ανθρώπων που, είτε ως θύτες είτε ως θύματα, ξεπερνούν τα όριά τους. Μας ενδιέφεραν υποθέσεις οι οποίες αποτύπωναν εύγλωττα τους κοινωνικούς, ψυχαναλυτικούς και ηθικούς μηχανισμούς που οδηγούν στο έγκλημα, πρόσφεραν τη δυνατότητα πειστικής και ελκυστικής «οπτικοποίησής» τους και τέλος είχαν εκδικαστεί τουλάχιστον σε πρώτο βαθμό, καθώς για λόγους δεοντολογίας ακολουθούσαμε πάντα την εκδοχή της δικαστικής απόφασης, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις πανθομολογούμενης δικαστικής πλάνης, όπως π.χ. η περίπτωση Παγκρατίδη που, στη δεκαετία του ’60, είχε καταδικαστεί και εκτελεστεί αδίκως ως ο «δράκος του Σέιχ-Σου».

Στο στάδιο της δημοσιογραφικής έρευνας, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ανατρέξω στον Τύπο -κυρίως τις εφημερίδες, αλλά και τα περιοδικά- της εποχής, ώστε από εκεί να αντλήσω τις βασικές πληροφορίες σχετικά. Κατόπιν, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε υπόθεσης, η έρευνα επεκτεινόταν και σε άλλες πηγές: έγγραφα της προδικασίας (εκθέσεις αυτοψίας, καταθέσεις μαρτύρων κ.λπ.), ιατροδικαστικές εκθέσεις, δικογραφίες, πρακτικά δικαστηρίων, συνεντεύξεις με πρόσωπα που συνδέονταν με την υπόθεση (συγγενείς και φίλοι δράστη ή θύματος, δικηγόροι, ψυχολόγοι, σωφρονιστικοί υπάλληλοι κ.ά.), ακόμα και αμοντάριστο τηλεοπτικό υλικό το οποίο δεν είχε προβληθεί ποτέ. Σε κάποιες περιπτώσεις, είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω απευθείας με τους δράστες εγκλημάτων, κάτι που παρουσίαζε για μένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αποτελούσε υψηλή δημοσιογραφική «πρόκληση».

Μόλις η έρευνά μου για κάθε υπόθεση ολοκληρωνόταν, παρέδιδα από ένα αντίγραφο του υλικού στον σεναριογράφο και τον σκηνοθέτη του συγκεκριμένου επεισοδίου, με τους οποίους στη συνέχεια συζητάγαμε εκτενώς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ιστορίας και των βασικών πρωταγωνιστών της, καθώς και τα στοιχεία που παρουσίαζαν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον προς «δραματοποίηση». Θα πρέπει να επισημάνω εδώ ότι, κατά την τηλεοπτική μεταφορά τους, παραλλάσσαμε κάπως τις υποθέσεις, χωρίς εντούτοις να αλλοιώνουμε την «ουσία» των πραγματικών γεγονότων, προκειμένου να μην φωτογραφίζουμε απολύτως τα αληθινά πρόσωπα. Δηλαδή, αν και αποσκοπούσαμε σ’ ένα είδος «ανατομίας» του εγκλήματος -με όρους, πάντα, δημοσιογραφικούς και καλλιτεχνικούς- επιδιώκαμε παράλληλα να μην «ανασύρουμε» επώδυνες μνήμες στους δράστες και τις οικογένειες τους και ασφαλώς στα αγαπημένα πρόσωπα των θυμάτων. Βεβαίως, έστω και έτσι, αυτοί που γνώριζαν, καταλάβαιναν αμέσως περί τίνος επρόκειτο κάθε φορά.

Εν κατακλείδι, ως αποτέλεσμα αυτής της δουλειάς, η οποία με ορισμένα σύντομα διαλείμματα διήρκεσε από το 1991 έως το 2002, έχω σήμερα στο αρχείο μου υλικό για περισσότερες από 130 υποθέσεις κυρίως ποινικών, αλλά και πολιτικών εγκλημάτων που χρονικά καλύπτουν ολόκληρο τον 20ο και τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα.

  • Ποιες υποθέσεις σας δυσκόλεψαν περισσότερο ως προς τη συλλογή στοιχείων ή εξαιτίας άλλων παραγόντων και πώς χειριστήκατε τις δυσκολίες;

Η ερευνητική διαδικασία που περιέγραψα προηγουμένως ήταν ασφαλώς απαιτητική, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπ’ όψιν πως -ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1990- στην Ελλάδα υπήρχε πρόβλημα σωστής οργάνωσης των αρχείων. Και, βεβαίως, ας μην ξεχνάμε πως τότε δεν υπήρχε το internet! Έτσι, έχω περάσει αναρίθμητες ώρες αναζητώντας στοιχεία σε παλιούς τόμους εφημερίδων, στα αρχεία των δικαστηρίων και άλλων δημόσιων φορέων (ιατροδικαστικές υπηρεσίες, αστυνομικά τμήματα κ.ά.) ή ψάχνοντας σε δικογραφίες. Υπήρξαν υποθέσεις που για να ολοκληρωθεί η έρευνα απαιτήθηκε σχεδόν ένας ολόκληρος χρόνος και άλλες των οποίων τα στοιχεία συγκεντρώθηκαν σε λίγες εβδομάδες. Θα έλεγα ότι ήταν περισσότερο ζήτημα συγκυρίας και εξωγενών συνθηκών: εύκολη ή όχι πρόσβαση σε αρχεία, ευχερής ή μη συγκέντρωση μαρτυριών κ.ά.

Ωστόσο, θα πρέπει να επισημάνω ότι όσο παλιότερη ήταν η υπό έρευνα υπόθεση τόσο δυσκολότερη γινόταν η ανεύρεση ζώντων προσώπων που, με τον έναν ή άλλο τρόπο, σχετίζονταν με αυτήν. Επομένως, έπρεπε να «περιοριστώ» στις γραπτές πηγές (δημοσιεύματα, δικαστικά έγγραφα κ.λπ.) και να διασταυρώσω την εγκυρότητα πολλών πληροφοριών μέσω της αντιπαραβολής των καταγεγραμμένων στοιχείων. Στις χρονικά νεότερες υποθέσεις αντιμετώπιζα συχνά τη δυσπιστία των ανθρώπων στους οποίους απευθυνόμουν ώστε να καταγράψω τη μαρτυρία τους. Είναι εντυπωσιακό ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, πολλά από τα πρόσωπα που γνώριζαν λεπτομέρειες δυσκολεύονταν να μιλήσουν για την υπόθεση, ενώ κάποιοι ήταν εντελώς αρνητικοί, ακόμα και αν είχαν περάσει 20, 30 ή ακόμα και 40 χρόνια από το περιστατικό. Προφανώς, η δημοσιογραφική έρευνα αναβίωνε δυσάρεστα συναισθήματα και σκέψεις, ένα ψυχικό «φορτίο» που, παρά τη μεσολάβηση τόσων ετών, παρέμενε το ίδιο επαχθές. Κάτι απολύτως κατανοητό, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις προσώπων κοντινών στους δράστες ή τα θύματα. Το γεγονός αυτό «άθροιζε» και σε μένα ψυχική πίεση, αφού πυροδοτούσε έναν διαρκή «αναστοχασμό» σχετικά με το πού φτάνουν τα όρια άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος.

Δεν σας κρύβω, επίσης, ότι κατά τη διάρκεια αυτών των ετών αντιμετώπισα και κάποιες (συνήθως, ανώνυμες ή «συγκαλυμμένες») απειλές να «μην σκαλίζω την υπόθεση», ενώ μία-δύο φορές υπήρξαν άνθρωποι που με απομάκρυναν από την περιοχή τους με την απειλή όπλου.

  • Από όλες τις υποθέσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο διερεύνησής σας, υπήρξε κάποια που σας συγκίνησε ιδιαίτερα;

Όπως σας εξήγησα, όλες οι υποθέσεις που επιλέγαμε να παρουσιάσουμε ενσωμάτωναν χαρακτηριστικά τα οποία τις καθιστούσαν μοναδικές ή αντιπροσωπευτικές μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς, κοινωνικής αντίληψης, ιδιότυπου ψυχισμού, ακραίας εγκληματικής συμπεριφοράς. Επομένως, όλες παρουσίαζαν για μένα διακριτό και υψηλό ενδιαφέρον.

Θυμάμαι, όμως, ένα χαρακτηριστικό περιστατικό που συνέβη όταν επρόκειτο να αρχίσουν τα γυρίσματα για την υπόθεση Φραντζή στην «Ανατομία ενός εγκλήματος». Από λάθος χειρισμούς και μιας μορφής αμετροέπεια εκ μέρους συνεργάτη της εκπομπής, η πρόθεσή μας αυτή κοινοποιήθηκε στον Τύπο σε «λάθος» στιγμή. Σχεδόν ακαριαία, αντέδρασε ο πατέρας του Φραντζή καθώς, αν θυμάμαι καλά, εκείνη την εποχή εκκρεμούσε ακόμα η δίκη του γιου του σε δεύτερο βαθμό. Μας έστειλε, λοιπόν, μια αληθινά σπαρακτική χειρόγραφη επιστολή -την έχω ακόμα στο αρχείο μου- στην οποία παρουσίαζε την εκδοχή του για τα γεγονότα και μας παρακαλούσε θερμά να μην προβάλουμε την υπόθεση ώστε να μην επηρεαστεί η κρίση του δικαστηρίου. Ήταν κάτι που μας συγκλόνισε όλους και βεβαίως αποδεχτήκαμε αμέσως την παράκλησή του. Η συγκεκριμένη υπόθεση παρουσιάστηκε εν τέλει αρκετό καιρό αργότερα και αφού είχε ήδη τελεσιδικήσει.

  • Έχοντας ασχοληθεί τόσα χρόνια με εγκληματολογικές υποθέσεις, ποια είναι η άποψή σας: ποιοι λόγοι δύνανται να οδηγήσουν στο έγκλημα;

Διαχρονικά και διατοπικά, οι άνθρωποι εγκληματούν κατά βάση για τους ίδιους λόγους: πάθος, εκδίκηση, εξουσία, χρήμα. Άλλωστε, το ένστικτο της βίας βρίσκεται στον «πυρήνα» της ύπαρξης του ανθρώπου, είτε δρα ατομικά είτε ως μέρος ενός συλλογικού υποκειμένου. «Η βία είναι η μαμή της Ιστορίας» είχε παρατηρήσει ο Μαρξ, ενώ ο Ηράκλειτος σημείωνε: «Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς». Επομένως, έχω την εδραία εντύπωση -αν και δεν ξέρω κατά πόσο αυτό επαληθεύεται επιστημονικά- ότι όλοι είμαστε εν δυνάμει εγκληματίες, υπό την αίρεση της σύμπτωσης συγκεκριμένων υποκειμενικών και αντικειμενικών (κοινωνικών) συνθηκών και ανάλογα με τη ψυχική, συναισθηματική και πνευματική μας ωρίμαση και συγκρότηση.

Οι περισσότερες υποθέσεις με τις οποίες ασχολήθηκα δημοσιογραφικά αφορούν πρόσωπα που συνήθως αποκαλούμε «ανθρώπους της διπλανής πόρτας» και που, πιθανότατα, δεν θα εγκληματήσουν ξανά. Γι’ αυτό το λόγο, πολλές φορές μένω εμβρόντητος και τρομαγμένος όταν διαπιστώνω πόσο εύκολο είναι σε μια στιγμή έξαψης ή απώλειας της ορθοφροσύνης και χωρίς να το έχουμε συλλογιστεί στα σοβαρά ή να το έχουμε προπαρασκευάσει μεθοδικά να περάσουμε στην άλλη πλευρά της «κόκκινης γραμμής».

  • Άνδρες και γυναίκες ανθρωποκτόνοι στις υποθέσεις που διερευνήσατε: ποιες οι διαφορές και ποια τα κοινά στοιχεία που εντοπίσατε, ως προς την ψυχοσύνθεσή τους, τα κίνητρα δράσης και την οργάνωση της πράξης; 

Προφανώς, η εικόνα που έχω από τις έρευνές μου είναι δειγματοληπτική. Έτσι, περισσότερο εμπειρικά, θα έλεγα πως οι γυναίκες καταφεύγουν συχνότερα στην άσκηση μιας ιδιόμορφης ψυχολογικής βίας, ενώ εγκληματούν λιγότερο και συνήθως χωρίς ιδιαίτερη προετοιμασία. Περισσότερο είναι μια στιγμή πάθους ή έξαψης ή συσσωρεμένου μίσους, όπως στις περιπτώσεις διαρκούς κακοποίησής τους. Έχω υπόψη μου παλιότερες στατιστικές καταγραφές (μέσα δεκαετίας 2000) στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τις οποίες πάνω από το 90% όσων είχαν συλληφθεί για δολοφονικές πράξεις και πάνω από το 80% όσων είχαν συλληφθεί για βίαιες πράξεις ήταν άνδρες. Βεβαίως, νομίζω πως θα πρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι μιλάμε για ανδροκρατική συγκρότηση των κοινωνιών.

Μία παρατήρησή μου είναι πως, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα θύματα γυναικών ανθρωποκτόνων είναι άνδρες και παιδιά -συνήθως τα δικά τους- και όχι γυναίκες. Όταν οι γυναίκες δολοφονούν άνδρες, το κάνουν κυρίως σε στιγμές που τα θύματα είναι, ουσιαστικά, ανυπεράσπιστα: όταν κοιμούνται ή είναι μεθυσμένα ή κατά την ερωτική πράξη. Επίσης, για την επίτευξη του σκοπού τους χρησιμοποιούν συνήθως μέσα που δεν απαιτούν απευθείας σωματική επαφή: δηλητήριο, εμπρησμό ή πυροβόλο όπλο. Νομίζω πως αυτό γίνεται λόγω της, κατά τεκμήριο, μικρότερης σωματικής δύναμης της γυναίκας έναντι του άνδρα.

Κάτι που μου έκανε, επίσης, εντύπωση  είναι πως επαναλαμβάνεται το μοτίβο μιας γυναίκας που, επιθυμώντας να εκδικηθεί έναν άνδρα (π.χ. παντρεμένο εραστή), στρέφεται όχι στον ίδιο αλλά στο παιδί του, είτε κακοποιώντας το είτε δολοφονώντας το. Επίσης, νομίζω ότι, τουλάχιστον στην Ελλάδα, είναι σπάνιες οι περιπτώσεις συναυτουργίας περισσότερων γυναικών σε μία δολοφονία. Η μόνη περίπτωση που ανακαλώ αυτή τη στιγμή αφορά τη δολοφονία του Αθανασόπουλου το 1931 από τη γυναίκα, την πεθερά και την υπηρέτρια του σπιτιού του, με τη συμμετοχή ωστόσο και ενός άνδρα ως φυσικού αυτουργού.

  • Μια σειρά που θα είχε ως αντικείμενό της πραγματικές ιστορίες εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, σήμερα, πιστεύετε ότι θα κέρδιζε το ενδιαφέρον του κοινού και πώς θα την οργανώνατε εσείς, εάν σας γινόταν η αντίστοιχη πρόταση;

Κοιτάξτε. Όταν άρχισε να προβάλλεται από τον ΑΝΤ1 η εκπομπή «Ανατομία ενός εγκλήματος», τον Σεπτέμβριο του 1992, οι τηλεθεατές έδειξαν αμέσως μεγάλο ενδιαφέρον. Πολύ σύντομα, η εκπομπή έκανε πάταγο, όχι μόνο από την άποψη της θεαματικότητας αλλά και από τη γενικότερη επίδραση που είχε. Με έναν όρο του «συρμού», θα έλεγα πως συχνά δημιουργούσε ένα είδος «talk of the town». Δεν είναι τυχαίο πως, πολλά επεισόδιά της, έχουν κατά καιρούς προβληθεί σε επιστημονικά συνέδρια, σε σχολές της Αστυνομίας, στις φυλακές κ.λπ., ενώ οι νεότεροι που δεν πρόλαβαν την πρώτη τηλεοπτική τους μετάδοση τα βλέπουν τώρα φανατικά στο Youtube. Το ίδιο συμβαίνει, σε μεγάλο βαθμό, και με τον «Κόκκινο Κύκλο».

Ασφαλώς σε αυτό συνετέλεσε σημαντικά η καλλιτεχνική ποιότητα των εκπομπών αυτών: θαυμάσια σκηνοθεσία και φωτογραφία, φροντισμένα σενάρια, εξαιρετική επιλογή ηθοποιών. Και, επιτρέψτε μου να προσθέσω, η λεπτομερής και υπεύθυνη δημοσιογραφική έρευνα. Αλλά, οπωσδήποτε, καθοριστικό ρόλο έπαιξε το ίδιο το concept, δηλαδή το γεγονός πως για πρώτη φορά στην ελληνική τηλεόραση παρουσιαζόταν μια σειρά κατ’ ουσίαν δραματοποιημένων ντοκιμαντέρ (docudramas), τα οποία βασίζονταν σε πραγματικές ιστορίες εγκληματολογικού ενδιαφέροντος που είχαν συγκλονίσει την κοινή γνώμη.

Νομίζω ότι, έως σήμερα, η θεματολογία αυτή εξακολουθεί να ελκύει το ενδιαφέρον του, διαρκώς περιοριζόμενου βέβαια, τηλεοπτικού κοινού. Αρκεί να δει κάποιος τις εκπομπές «εξιχνίασης» που προβάλλονται κατά καιρούς ή τα θέματα σχετικά με σύγχρονες ή παλαιότερες εγκληματικές υποθέσεις, που μεταδίδονται συχνά από ποικίλες εκπομπές.

Ωστόσο, διατηρώ σημαντικές επιφυλάξεις για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται γενικά στα ΜΜΕ τέτοια θέματα, που από τη φύση τους είναι «λεπτά». Πιστεύω σθεναρά ότι η προσέγγιση ποινικών υποθέσεων πρέπει να γίνεται με σφαιρικό τρόπο, με διάθεση σοβαρής εμβάθυνσης στα αίτια, τους εγκληματογόνους μηχανισμούς και τις αθέατες πτυχές, αλλά και με πιστή τήρηση των κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Διαφορετικά, φοβάμαι ότι η παρουσίαση θα εξαντλείται στο «αστυνομικό»-τεχνικό μέρος, με αποκλειστικό σκοπό τον εντυπωσιασμό, την «αφύπνιση» νοσηρών ενστίκτων και συνακόλουθα την άγρα τηλεθέασης ή μεγαλύτερης κυκλοφορίας στις εφημερίδες και τα περιοδικά ή περισσότερων κλικς στα sites.

  • Ως Πρόεδρος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ), ποια στοιχεία κρίνετε ότι καθιστούν μια αστυνομική ιστορία ενδιαφέρουσα για το ευρύ κοινό; 

Αποτελεί κοινή παραδοχή πως τις τελευταίες δεκαετίες η αστυνομική λογοτεχνία αποτελεί την ατμομηχανή της παγκόσμιας εκδοτικής βιομηχανίας. Σε σημαντικό βαθμό, η δημοφιλία του είδους (genre) οφείλεται στο γεγονός πως αποτελεί το νέο κοινωνικό μυθιστόρημα, κατ’ αναλογία πολλών μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα. Συνηθίζω να λέω, ίσως με μια δόση υπερβολής, πως αν ο Ντοστογιέφσκι ή ο Ντίκενς ζούσαν σήμερα, είναι πιθανό να έγραφαν αστυνομικά μυθιστορήματα. Με άλλα λόγια, η αστυνομική λογοτεχνία «κατέλαβε» το χώρο που «απελευθέρωσε», κατά κάποιο τρόπο, η μεταμοντέρνα λογοτεχνία, η οποία είναι περισσότερο «εσωτερική» και αυτοαναφορική. Την ίδια στιγμή, η αστυνομική αφήγηση -ιδιαίτερα το υποείδος της που χαρακτηρίζεται ως νουάρ- «βυθίζεται» στην ίδια την ύπαρξη, εξερευνώντας τα κρυφά υποστρώματα του ανθρώπινου ψυχισμού και τοποθετώντας στο κέντρο του ενδιαφέροντός της τη μελέτη της εγκληματικής (παραβατικής) συμπεριφοράς.

Επομένως, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως η αστυνομική λογοτεχνία αποτελεί ίσως το μόνο λογοτεχνικό είδος που προγραμματικά στρέφεται ταυτόχρονα και προς την «πάσχουσα» κοινωνία -άρα, είναι κατ΄ εξοχήν πολιτικοκοινωνικό- και προς την «πάσχουσα» ύπαρξη -δηλαδή, καθίσταται ακραιφνώς υπαρξιακό. Υπ’ αυτή την έννοια, «συγγενεύει» κατά κάποιο τρόπο με την αρχαία τραγωδία, όπως έχουν επισημάνει και πολλοί μελετητές.

Αν σε αυτά, προσθέσουμε τη γοητεία του «μυστηρίου», τη διαπραγμάτευση αρχετυπικών θεμάτων (θάνατος, μοίρα, διαμάχη καλού-κακού, δικαιοσύνη κ.ά.) και την υψηλή λογοτεχνικότητα σε πληθώρα αστυνομικών μυθιστορημάτων -ασφαλώς όχι σε αυτά που, στηριγμένα σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο (πολλές σελίδες, εύκολες «συνταγές», επαναλαμβανόμενα μοτίβα), αποσκοπούν αποκλειστικά στην άμεση κατανάλωση- τότε έχετε την απάντησή μου στην ερώτησή σας.

  • Ποιους Έλληνες συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας ξεχωρίζετε;

Για λόγους που αντιλαμβάνεστε, περισσότερο ως πρόεδρος της ΕΛΣΑΛ, θα μου επιτρέψετε να μην απαντήσω ονομαστικά. Θα ανέφερα μόνο τον, κατά την άποψή μου, μέγιστο Γιάννη Μαρή, τον (εκτός πολλών άλλων) εισηγητή της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Έχω τη βάσιμη υποψία πως αν ο Μαρής έγραφε σε μια «μεγάλη» λογοτεχνική γλώσσα (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, γερμανικά κ.ά.) σήμερα θα ήταν παγκοσμίως γνωστός ως ένας από τους κυριότερους Ευρωπαίους εκπροσώπους του είδους κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Όμως, πιστεύω ακράδαντα ότι, και στις μέρες μας, αρκετοί Έλληνες αστυνομικοί συγγραφείς μπορούν άνετα να περιληφθούν στους κορυφαίους της Ευρώπης. Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως στην Ελλάδα οι συγγραφείς καλλιεργούν όλα τα υποείδη της αστυνομικής αφήγησης: whodunit, θρίλερ, police procedural, polar, ιστορικό αστυνομικό, «κλειστό δωμάτιο», non-fiction crime novel, νουάρ κ.λπ. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, αποτυπώνει τη σφριγηλότητα της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των τελευταίων 20 ετών, τη διάθεση πειραματισμού και εξερεύνησης των ορίων της λογοτεχνικής πράξης, την πρόθεση «συνομιλίας» με τα διεθνή ρεύματα και εντέλει την ανάγκη «εξωστρέφειας» των Ελλήνων συγγραφέων, παρά το αδιαμφισβήτητα υψηλό εμπόδιο της «μικρής» γλώσσας.

  • Κύριε Ράγκε, σας ευχαριστώ από καρδιάς για την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη!

Σας ευχαριστώ κι εγώ θερμά.

(Φωτογραφία Γιάννη Ράγκου από τον Δημήτρη Βρανά)  

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts