Εγκλήματα πάθους: Πέντε υποθέσεις και το προφίλ των δραστών τους

fire flowers

της Αγγελικής Καρδαρά.

Τα εγκλήματα πάθους αποτελούν τους μεγαλύτερους γρίφους για τους εγκληματολόγους. Θα αναλύσω πέντε υποθέσεις ερωτικών εγκλημάτων, οι οποίες απασχόλησαν εκτενέστατα τον Τύπο, τόσο λόγω του αποτρόπαιου τρόπου τέλεσής τους, όσο και λόγω του κινήτρου δράσης. Πρόκειται για τις υποθέσεις: Παναγιώτη Φραντζή, Ιωσήφ Βαγιωνή, Γρηγόρη Κούλα, Δάνου Μουρατίδη και Βαγγέλη Στεφανάκη. Να σημειώσω ότι επιλέγω να αναφερθώ σε αυτές τις υποθέσεις, γιατί τις έχω επεξεργαστεί στο πλαίσιο των μαθημάτων του “Αστυνομικού και Δικαστικού Ρεπορτάζ” του Παν/μίου Αθηνών, αλλά και στο πλαίσιο των διαλέξεων στο ΕΜΜΕ.

Υπόθεση Φραντζή (1987)

Ο Παναγιώτης Φραντζής, φοιτητής της ΑΣΟΕ, προερχόμενος από εύπορη οικογένεια, γνώρισε τη Ζωή Γαρμάνη, όταν ήταν ακόμα μαθήτρια Λυκείου. «Έρωτας από την πρώτη ματιά», περιγράφεται η σχέση τους, ωστόσο, υπήρχαν πολλές συγκρούσεις, χωρισμοί, επανασυνδέσεις, καθώς και βίαια μεταξύ τους επεισόδια.

Όπως διαβάζουμε σε δημοσιεύματα σχετικά με το φόνο «Το βράδυ της 24ης Ιουνίου 1987 επιστρέφουν μετά από διασκέδαση προς στο σπίτι τους, στην οδό Νεμέσεως 21, στα Κάτω Πατήσια. Η Ζωή θέλει να συνεχίσουν την έξοδό τους, ο Παναγιώτης διαφωνεί και μόλις περνάνε την πόρτα, ξεσπάει ο τελευταίος – και μεγαλύτερος – καυγάς. Η σύζυγός του με αφορμή τη διαφωνία τους, ξέσπασε σε βρισιές, του επιτέθηκε και προσπάθησε να τον χτυπήσει. Εκείνος βγήκε εκτός εαυτού όταν άκουσε τη Ζωή να τον αποκαλεί «ανίκανο», της όρμησε, την απώθησε βίαια και σύμφωνα με τον ίδιο: «Κάποια στιγμή την έσπρωξα καθώς παλεύαμε και έπεσε με το πίσω μέρος του κεφαλιού της στην κάτω γωνιά του κρεβατιού. Έμεινε ακίνητη. Όταν άρχισα να συνέρχομαι από την έξαλλη κατάσταση που βρισκόμουν, τα έχασα, δεν ήξερα τι να κάνω. Για μισή ώρα την έβλεπα και την ξανάβλεπα, έχοντας τα λογικά μου τελείως χαμένα. Κανένας δεν θα πίστευε ότι πέθανε επάνω στον καβγά». Σύμφωνα με την εκδοχή που κατέθεσε ο αρμόδιος ιατροδικαστής, η Ζωή είχε στραγγαλιστεί».

Ο Φραντζής, μετά τη διάπραξη του εγκλήματος, τεμάχισε το πτώμα της γυναίκας του και πέταξε σε διάφορους κάδους απορριμμάτων τα μέλη της. Το πρωινό της 25ης Ιουνίου ο συλλέκτης Κώστας Βουζίκης, ψάχνοντας στους κάδους της ίδιας περιοχής για γραμματόσημα σε φακέλους αλληλογραφίας, ανακάλυψε τη μια από τις σακούλες και ειδοποίησε έντρομος την αστυνομία. Σύντομα είχαν συγκεντρωθεί από διάφορους κάδους το μέλη του σώματος της άτυχης γυναίκας.

Ιωσήφ Βαγιωνής (1994)

Το Φεβρουάριο του 1994, ο επιχειρηματίας Ιωσήφ Βαγιωνής, 47 χρόνων, μαχαιρώνει τη φίλη του, 33χρονη φιλόλογο Ελένη Πίσκου. Ο Βαγιωνής μπροστά στα μάτια των δικαστών του κακουργιοδικείου Χαλκίδας, ιατροδικαστών, αστυνομικών, αλλά και μελών της οικογένειας του θύματος, αναπαρέστησε την πράξη του, προσπαθώντας να αποδείξει ότι ο θάνατος της Μπίσκου προήλθε από αμέλεια και όχι από πρόθεση. Θα σταθώ στις φράσεις του Βαγιωνή, όπως έχουν καταγραφεί στο αστυνομικό ρεπορτάζ: «Δεν ήξερα που είχε χτυπήσει. Εκείνη τη στιγμή έγινε έκρηξη μέσα στο κεφάλι μου. Εκείνη τη στιγμή, ήμουν ο πιο έκπληκτος άνθρωπος του κόσμου».

Σε αυτές τις φράσεις, συνοψίζεται ο τρόπος που νιώθει ο δράστης μετά την εκτέλεση του εγκλήματος πάθους, βλέποντας νεκρό το πρόσωπο, το οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή λάτρευε. Το ερώτημα «πως γίνεται ένα συναίσθημα αγάπης να μετατρέπεται σε εγκληματική παρόρμηση», είναι καίριο για την εγκληματολογία, που αναζητά πάντα τη σκιαγράφηση του προφίλ του δράστη.

Ο Βαγιωνής καταδικάστηκε πρωτόδικα σε κάθειρξη εικοσιενός ετών και στο εφετείο σε 17ετή φυλάκιση, διότι του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς. Σήμερα είναι ελεύθερος. Στο σημείο αυτό να κάνω μια παρένθεση, σημειώνοντας ότι ορισμένα εγκλήματα, ακόμα και κατά της ζωής, αντιμετωπίζονται από το νομικό πολιτισμό με κριτήρια διαφορετικά από την «εκδίκηση», που ζητά συνήθως η κοινή γνώμη, βοηθούντων και κάποιων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Οι δικαστές συνυπολογίζουν το παρελθόν του δράστη, την πιθανότητα να επαναλάβει το έγκλημα και τις συνθήκες (οριακές ή μη) που του όπλισαν το χέρι. Θα επανέλθω στη συνέχεια του άρθρου.

Γρηγόρης Κούλας (1999)

Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι πιθανότητες εμπλοκής ενός υποκειμένου σε έγκλημα πάθους ελαττώνεται, όσο βρίσκεται ψηλότερα στη μορφωτική και κοινωνική κλίμακα. Ωστόσο υπάρχουν οι εξαιρέσεις, οι οποίες προκαλούν και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον των media.

Ο δικηγόρος Γρηγόρης Κούλας, καταδικάστηκε από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Αθήνας σε κάθειρξη 20 ετών για τη δολοφονία της συζύγου του, αφού προηγουμένως του αναγνωρίστηκε μειωμένος καταλογισμός των πράξεών του, λόγω σοβαρής αγχώδους καταθλιπτικής συνδρομής. Όπως διαβάζουμε στα δημοσιεύματα «Στο Εφετείο ο Κούλας κρίθηκε με επιείκεια, “κυρίως για χάρη των παιδιών σας”, όπως του είπε, ο πρόεδρος του δικαστηρίου και του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του μειωμένου καταλογισμού, μετατρέποντας έτσι την ποινή των ισοβίων που του είχε επιβάλει το Πρωτοβάθμιο Κακουργιοδικείο σε κάθειρξη 20 ετών».

Δάνος Μουρατίδης (2005)

Το στοιχείο που προκάλεσε το μεγάλο ενδιαφέρον στην υπόθεση Δάνου Μουρατίδη είναι ότι αφορούσε σε δυο πολύ νέα και όμορφα παιδιά, τα οποία φέρονταν να είχαν ζήσει έναν μεγάλο έρωτα. Την υπόθεση ανέδειξε η δημοσιογράφος Αγγελική Νικολούλη, η οποία μέσα από την τηλεοπτική εκπομπή της σκιαγράφησε τον δράστη ως έναν νεαρό άντρα με έντονο ναρκισσισμό, κτητικότητα, εγωισμό, αλλά και επιθετικότητα, εκρήξεις και βίαιη συμπεριφορά.

Βαγγέλης Στεφανάκης (2013)

Παρόμοια χαρακτηριστικά έχει και η υπόθεση Βαγγέλη Στεφανάκη, ο οποίος φέρεται να είχε επιδείξει επιθετική και βίαιη συμπεριφορά προς την αγαπημένη του, πριν την σκοτώσει, σύμφωνα τουλάχιστον με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο αστυνομικό ρεπορτάζ. Και στις δυο περιπτώσεις τα θύματα είχαν προσπαθεί να σταματήσουν τη σχέση, αλλά κάτι τους γύριζε πίσω.

Σχετικά με την υπόθεση Στεφανάκη διαβάζουμε σε δημοσιεύματα του Τύπου: «Ξημερώματα της 6ης Απριλίου του 2013, η Φαίη δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον Βαγγέλη Στεφανάκη, με τον οποίο διατηρεί σχέση τέσσερεις μήνες. Κλείνουν το μοιραίο ραντεβού στην περιοχή της Νέας Μάκρης, λίγα μέτρα από το σπίτι της. Στη μέση του δρόμου, διαφωνούν και διαπληκτίζονται. Τότε ο 26άχρονος την ξυλοκοπά με απίστευτη αγριότητα. «Ο κατηγορούμενος, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σκότωσε την Ευθυμία – Αθανασία (Φαίη) Μπλάχα, χτυπώντας τη με γροθιές στο πρόσωπο, στο κεφάλι και το σώμα, εκμεταλλευόμενος την υπέρτερη σωματική του δύναμη» αναφέρει το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, αιμάτωμα στο αριστερό μάτι με επέκταση στο ζυγωματικό, εκδορές, κάκωση στο δεξί χέρι και μώλωπες – τραύματα σε όλο της το σώμα περιγράφει ο ιατροδικαστής». Στη συγκεκριμένη υπόθεση δόθηκε πολύ μεγάλη έμφαση σε προσωπικά δεδομένα και μερίδα του τύπου την παρουσίασε ως «σαπουνόπερα» με ένα ερωτικό τρίγωνο να κυριαρχεί.

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΑΘΟΥΣ: ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΩΝ

Είναι αξιοσημείωτο ότι δράστες στα «εγκλήματα πάθους» είναι κατά κύριο λόγο άνδρες, ψυχικά υγιείς και με λευκό ποινικό μητρώο. Το ένα τρίτο των δραστών θέτει τέρμα στη ζωή του, διαφορετικά παραδίδεται στις αρχές ή επιδεικνύει μεταμέλεια. Η ποινική μεταχείριση τους είναι συνήθως ήπια, αν και μπορεί να επιβληθεί και η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Η μορφή που εμφανίζονται είναι περιστασιακή, γι’ αυτό και συνήθως αποκλείεται η υποτροπή. Η έξαρση των εγκλημάτων αυτών παρατηρείται συνήθως τους θερινούς μήνες, και ο τόπος τέλεσης τους είναι κατά κανόνα σε μέρος οικείο στο δράστη.

Σύμφωνα με τον Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ. Νέστορα Κουράκη «ο δράστης είναι ευέξαπτος, ευσυγκίνητος, βρίσκεται υπό καθεστώς σύγχυσης συνειδήσεως και ψυχικής διαταραχής, σε συνδυασμό με έναν πιθανώς πληγωμένο εγωισμό, βιώνοντας ένα αίσθημα αδικίας και έχοντας τάσεις κτητικότητας». Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο είναι ότι τα άτομα που προβαίνουν σε εγκλήματα πάθους έχουν, κατά κανόνα, χαμηλό μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο. Επομένως, οι πιθανότητες εμπλοκής σε έγκλημα πάθους μικραίνουν όσο ανεβαίνουμε τη μορφωτική και την πολιτιστική κλίμακα, αλλά κανένα επίπεδο, όπως ανέφερα και στην προηγούμενη ενότητα, ακόμη και το υψηλότερο, δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα διάπραξης ενός τέτοιου εγκλήματος. Επιπροσθέτως, ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι τα άτομα που διαπράττουν ένα έγκλημα πάθους μέχρι το προηγούμενο δευτερόλεπτο ήταν αυτό που λέμε «άτομα υπεράνω υποψίας». Οι εγκληματίες πάθους δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «ψυχανώμαλοι» και «παρανοϊκοί», βάσει των όρων της ψυχιατρικής, αλλά πρόκειται για άτομα που διέπονται από ναρκισσισμό, εγωισμό, επιθετικότητα και κτητικότητα, ενώ μπορούν να χαρακτηριστούν κυκλοθυμικά και ευέξαπτα.

Αναλύοντας «εγκλήματα πάθους» στο πλαίσιο της διδακτικής μου δουλειάς, έχω προβληματιστεί σχετικά με το πόσο δόκιμη είναι η συγκεκριμένη κατηγοριοποίηση. Προφανώς οι δράστες διακατέχονται από έντονα συναισθήματα, όταν επιτίθενται με αγριότητα στο θύμα τους, το οποίο μπορεί ακόμα και να κατακρεουργήσουν. Αλλά όταν, μετά τη διάπραξη του εγκλήματος, έχουν την «ψυχραιμία» να κρύψουν το πτώμα και να «παίξουν θέατρο» στις αρχές, στην οικογένεια και τους φίλους τους, ότι δεν γνωρίζουν τίποτα για την υπόθεση ή ακόμα και να ρίξουν το «φταίξιμο» στο ίδιο το θύμα, ισχυριζόμενοι ότι μπορεί να τους έχει εγκαταλείψει και να έχει φύγει με άλλον άντρα κ.λπ., πόσο «πάθος» υπάρχει και πόση ψυχρή και μεθοδευμένη λογική;

Ένα δεύτερο σημείο που θέλω να σημειώσω είναι ότι το έγκλημα πάθους δεν «προλαμβάνεται». Οι ενδείξεις επιθετικής συμπεριφοράς, η οποία εκδηλώνεται με ξυλοδαρμούς, λεκτική ή/και ψυχολογική βία οφείλει να προβληματίζει, καθώς τέτοιες συμπεριφορές μπορούν να κλιμακωθούν σε οριακές καταστάσεις, αλλά δεν οδηγούν νομοτελειακά στο έγκλημα.

ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Νέστορα Ε. Κουράκη: Εισαγωγή στη μελέτη εγκλημάτων από ερωτικό πάθος

Π. Παπαϊωάννου, (2001), Εγκλήματα Ζηλοτυπίας. Εγκληματολογική Θεώρηση και Νομολογία, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

Φ. Τσαλίκογλου, (1984), Σχιζοφρένια και Φόνος. Μια ψυχολογική-εγκληματολογική έρευνα, Παπαζήσης, Αθήνα.

Α. Τσιγκρής, (2004), Εγκλήματα από Έρωτα, ΑΝΤ.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη.

Etienne de Greeff, (1989-μτφρ. Η. Σαγκουνίδου-Δασκαλάκη. Επιστημονική διεύθυνση: Ι. Φαρσεδάκης), Έρωτας και εγκλήματα από έρωτα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts