Ελληνικές συνθηματικές γλώσσες & ιδιώματα

rembetis

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Σε συνέχεια του προηγούμενου άρθρου μου στο postmodern θα αναφερθώ στις μυστικές γλώσσες στην Ελλάδα και θα ξεκινήσω υπογραμμίζοντας ότι οι ελληνικές συνθηματικές γλώσσες γνώρισαν πολύ μεγάλη διάδοση. Ωστόσο, όπως η πλειοψηφία των συνθηματικών γλωσσών σε διεθνή κλίμακα, δεν δημιουργήθηκαν από αμιγώς ελληνικά στοιχεία, αφού ένα από τα κύρια γνωρίσματα των συνθηματικών ιδιωμάτων είναι ο δανεισμός από άλλα ιδιώματα ή άλλες γλώσσες. Προήλθαν από ανάμειξη ελληνικών λέξεων με αλβανικές, τούρκικες, κουτσοβλάχικες, σλαβικές, ακόμα και τσιγγάνικες, όπως τα ντόρτικα της Ευρυτανίας.(1)

Ο Τριανταφυλλίδης (2), στηριζόμενος σε προσωπική του έρευνα, αναφέρει ότι στα ελληνικά ιδιώματα, κατά κύριο λόγο τα επαγγελματικά, απαντώνται 58 σλαβικές λέξεις, 38 βλάχικες, 10-12 ιταλικές (κυρίως στα γιαννιώτικα), 9 τούρκικες, 7 αρβανίτικες, 5-7 τσιγγάνικες (στα ντόρτικα η εικόνα αλλάζει προς όφελος των τσιγγάνικων και των ιταλικών), 2 ισπανο-εβραϊκες και 1 εβραϊκή. Επίσης, διαπιστώνει ότι οι τσιγγάνικες λέξεις συχνά χρησιμοποιούνται για να προσδιορίσουν έννοιες σχετικές με «ύποπτες» υποθέσεις.

Το δεύτερο σημείο που θα ήθελα να τονίσω είναι ότι τα συνθηματικά ιδιώματα γνωρίζουν τεράστια διάδοση σε εποχές και κοινωνίες όπου επικρατούν δύσκολες εξωτερικές συνθήκες, οι οποίες συχνά συνδέονται με σημαίνοντα ιστορικά γεγονότα. Πρωτίστως, σχετίζονται με πολεμικές και πολιτικές αναταραχές. Σε εθνικό επίπεδο, συνεπώς, οι πολεμικές συρράξεις κατέστησαν πολύ νωρίς επιτακτική την ανάγκη δημιουργίας ενός μυστικού κώδικα επικοινωνίας. Μέσω αυτού του κώδικα οι Έλληνες μπορούσαν να συνεννοούνται μεταξύ τους απαλλαγμένοι από το φόβο ότι τους καταλαβαίνουν οι εχθροί.

  1. Ιστορική Αναδρομή

Εάν επιχειρήσουμε μία σύντομη ιστορική αναδρομή, θα διαπιστώσουμε ότι δύο είναι οι μεγάλες ιστορικές περίοδοι διαμόρφωσης και διάδοσης των ελληνικών συνθηματικών ιδιωμάτων: η πρώτη φάση καλύπτει την παραδοσιακή ελληνική κοινωνία και συγκεκριμένα την περίοδο της Τουρκοκρατίας και η δεύτερη φάση καλύπτει τη νεότερη ελληνική κοινωνία. Έχει τις ρίζες της στους Βαλκανικούς Πολέμους και συνεχίζεται με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

1.α. Τουρκοκρατία

Κατά την Τουρκοκρατία όλοι οι τομείς δραστηριότητας (οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί) παρουσίαζαν σοβαρά προβλήματα. Άμεση συνέπεια του παραπάνω ήταν η αδυναμία του έθνους να στηρίξει οικονομικά την Επανάσταση(3). Σε αυτό το δυσμενές κλίμα, οι Έλληνες ξεκίνησαν να χρησιμοποιούν συνθηματικές εκφράσεις για καθαρά λόγους πρακτικούς, προσπαθώντας να προειδοποιήσουν τους συντρόφους τους για τις απειλές κάθε είδους. Χαρακτηριστικές είναι οι ακόλουθες εκφράσεις που καταγράφονται σε διάφορα μέρη της Ελλάδας: μας μπανίζει ο χαντούρης = «μας βλέπει ο Τούρκος», έφαγαν κρανιά = «οι Τούρκοι σκοτώθηκαν».

Επίσης, χρησιμοποιήθηκαν συνθηματικές εκφράσεις και στο γραπτό λόγο. Το στοιχείο αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί οι συνθηματικές γλώσσες είναι κατά κύριο λόγο προφορικά ιδιώματα. Παρά ταύτα, μπορεί να χρησιμοποιηθούν και στο γραπτό λόγο σε εξαιρετικά επικίνδυνες περιστάσεις, όπως εκείνες που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες όσο βρίσκονταν κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Σε επιστολές τους έγραφαν, π.χ. «…έχοντες ανάγκην από προίκα και από τρεις Βριαρέους και από υποδήματα αρκετά, κρεματάρταρον κ.λπ… διά να αφαιρέσουν το αγκάθι από το κοπάδι…».

Πιο αναλυτικά, εκείνη την ταραγμένη εποχή δύο ήταν οι κύριες πηγές, οι οποίες οδήγησαν στη διαμόρφωση και εξέλιξη των ελληνικών συνθηματικών ιδιωμάτων: η Φιλική Εταιρεία και οι συντεχνίες, οι οποίες έπαιξαν ρόλο και πολύ αργότερα, στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το στοιχείο στο οποίο πρέπει περισσότερο να εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας είναι ότι οι πρώτοι Φιλικοί ενεργούσαν με μεγάλη μυστικότητα. Μάλιστα η ηγεσία λάμβανε πολύ αυστηρά μέτρα για να αποτρέψει την πιθανότητα αποκάλυψης των σχεδίων της. Ένας συνηθισμένος τρόπος συγκάλυψης ήταν η χρησιμοποίηση συνθηματικών λέξεων αλλά και της «σκυτάλης», ενός χαρτιού με εγκοπές που τοποθετούσαν πάνω στο «επιστολόχαρτο». Στην αρχή έγραφαν το κείμενο-μήνυμα στα σημεία όπου υπήρχαν οι εγκοπές και κατόπιν, αφαιρώντας τη «σκυτάλη», συμπλήρωναν κατά τρόπο ακατανόητο για τους αμύητους το περιεχόμενο. Οι συνθηματικές λέξεις αναφέρονταν σε πρόσωπα, τόπους ή γεγονότα, π.χ. ευεργετικός λεγόταν «ο Καποδίστριας», αρμόδιος «ο Γρηγόριος Δίκαιος», υποδήματα «τα χρήματα», πενθερός «ο Αλή Πασάς», απαθής «ο Σουλτάνος», ελέφαντες «τα μεγάλα καράβια», καλός «ο Αλέξανδρος Υψηλάντης», αγκάθι «ο εχθρός». Όποιος δεν είχε γνώση αυτού του συνθηματικού κώδικα, δεν μπορούσε να κατανοήσει το περιεχόμενο των επιστολών που στέλνανε τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας (4). Συνεπώς, η συνθηματική γλώσσα απέβη άκρως χρηστική, καθώς παρείχε στους ομιλητές της την πολύτιμη ευκαιρία να οργανώσουν αποτελεσματικά τα σχέδια δράσης τους.

Συνοπτικά, οι διαπιστώσεις μου σχετικά με τις συνθηματικές γλώσσες της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας έγκεινται στα εξής σημεία: πρώτον, όλες οι δημιουργούμενες εκφράσεις καταδεικνύουν τη δυνατότητα των ομιλητών να συσχετίζουν σύνθετες έννοιες με καταστάσεις που βιώνουν. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η λέξη αγκάθι, η οποία ταυτίζεται με τον εχθρό γιατί παραπέμπει σε κάτι που τσιμπάει και κατ’ επέκταση προκαλεί πόνο. Δεύτερον, συναντούμε πάλι πλείστες οπτικές μεταφορές, π.χ. τα «μεγάλα καράβια» ονομάζονται λόγω του μεγέθους τους ελέφαντες. Τρίτον, τα επίθετα «απαθής», «ευεργετικός», «καλός» και τα υπόλοιπα, αποκαλύπτουν τα συναισθήματα των γλωσσοπλαστών για τα πρόσωπα τα οποία χαρακτηρίζουν.

Παράλληλα, οι Έλληνες επαγγελματίες και τεχνίτες συνέβαλαν την περίοδο της Τουρκοκρατίας στη δημιουργία και διάδοση συνθηματικών ιδιωμάτων. Πολλοί από αυτούς εκπατρίζονταν, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Οι συνθηματικές γλώσσες τους λειτουργούσαν ως αποτελεσματικό μέσο αντίδρασης απέναντι στον κοινό εχθρό. (5)

Εν τούτοις, με την πάροδο των αιώνων τα ιδιώματα των πλανόδιων επαγγελματιών διέγραψαν φθίνουσα πορεία, γιατί τα πλανόδια επαγγέλματα σταδιακά συρρικνώνονταν, οπότε η δράση των επαγγελματιών περιορίστηκε. Άρα, δεν είχαν πλέον ανάγκη να επικοινωνούν μεταξύ τους συνθηματικά. Αντίθετα, τα συνθηματικά ιδιώματα των αστικών κέντρων, προπάντων τα αθηναϊκά, συνεχώς εμπλουτίζονταν, γιατί οι συνθήκες ζωής των μεγάλων αστικών κέντρων ευνόησαν την εξάπλωσή τους.

1.β. Νεότερη ιστορία

Αναζωπύρωση των ιδιωμάτων των πλανόδιων επαγγελματιών σημειώθηκε πολύ αργότερα, στο πλαίσιο της νεότερης κοινωνίας, όπου διαμορφώθηκαν πάλι οι συνθήκες που ευνόησαν τη διάδοσή τους. Καθοριστικό ρόλο στον τομέα αυτό έπαιξε η αναγκαστική μετανάστευση ενός πολύ μεγάλου αριθμού Ελλήνων που αναζητούσε συνθηματικούς τρόπους ασφαλούς επικοινωνίας με τους συμπατριώτες. Ειδικά, στη δεκαετία του 1890 συντελείται στην Ελλάδα έκρηξη του μεταναστευτικού κύματος (κυρίως προς τις Η.Π.Α.) εξαιτίας των δυσμενών οικονομικών συνθηκών. Εκτιμάται ότι από το 1890 μέχρι το 1914 μετανάστευσαν περίπου 350.000 Έλληνες, εκ των οποίων όλοι ήταν άντρες. Οι περισσότεροι από αυτούς έφυγαν με την πρόθεση και την ελπίδα να επιστρέψουν στην πατρίδα, τελικά όμως εγκαταστάθηκαν μόνιμα στις χώρες υποδοχής. Ωστόσο, τα εμβάσματα που στέλνανε στις οικογένειές τους, προερχόμενα από δραστηριοποίηση στο χώρο των επιχειρήσεων, ενίσχυσαν την πατρίδα.(6)

  1. Κατηγορίες Ελληνικών Συνθηματικών Ιδιωμάτων

Οι δύο μεγάλες κατηγορίες στις οποίες διακρίνονταν τα ελληνικά συνθηματικά ιδιώματα της νεότερης κοινωνίας, είναι οι εξής:

2.α. Ιδιώματα των μεγάλων αστικών κέντρων

Στην πρώτη κατηγορία συνθηματικών ιδιωμάτων ανήκουν τα ιδιώματα των μεγάλων αστικών κέντρων, προπάντων της Αθήνας. Είναι άξιο επισημάνσεως ότι τα περισσότερα από αυτά τα ιδιώματα έχουν κοινές ρίζες ή αλληλεπιδρούν. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν τα μάγκικα, δηλαδή ο γλωσσικός κώδικας που χρησιμοποιούσαν στην παραδοσιακή κοινωνία πολλές ομάδες περιθωριοποιημένες από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Τέτοιες ομάδες ήταν τα αλάνια, οι φυλακισμένοι, οι χασικλήδες, οι λωποδύτες και Πειραιώτες βαρκάρηδες. Χρησιμοποιούσαν πλήθος λέξεων και φράσεων, όπως κρεμαστή = «η καδένα», βραχιόλια = «οι χειροπέδες», έκανε τη γάτα = «σκαρφάλωσε σε σπίτι με σκοπό την κλοπή». Έχει πάντως σημασία να τονιστεί ότι καθεμία από τις παραπάνω ομάδες, ανάλογα με τις εμπειρίες, τα βιώματα, τις αντιλήψεις και γενικά τον τρόπο ζωής της, «χρωμάτιζε» το γλωσσικό κώδικα με το δικό της, ξεχωριστό ύφος. Για παράδειγμα, το ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα που χρησιμοποιούσαν οι φυλακισμένοι αναφέρεται με την ονομασία τσουμουρλουκιώτικα ή τσουμπουρλουκίστικα.

Τα «Παιδιά της Πιάτσας» διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση και εξέλιξη των μάγκικων. Οι τύποι αυτοί, που «πηγάζουν» από την καρδιά του λαού, χρησιμοποιούσαν εκφράσεις που προκαλούν μέχρι σήμερα το ενδιαφέρον λόγω της πρωτοτυπίας τους. Τα ακόλουθα ενδεικτικά παραδείγματα καταδεικνύουν το πνεύμα των γλωσσοπλαστών τους: ονόμαζαν μπαταξή τον «κακοπληρωτή» και χρησιμοποιούσαν ευρέως την έκφραση μ’ αυτόν τον μπαταξή βρήκες να συνεργαστείς; Ονόμαζαν μπαχατέλα «την κακοβαλμένη και άσχημη γυναίκα». Επίσης, η έκφρασή τους δεν περνά η μπογιά του = «έχασε την αξία του»/«την επιρροή του»/«την ομορφιά του» είναι πολύ διαδεδομένη και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.(7)

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι όλες οι λέξεις και οι φράσεις που έπλαθαν τα «Παιδιά της Πιάτσας» αποτύπωναν με τον πιο γλαφυρό τρόπο πρόσωπα και καταστάσεις που βίωναν στην καθημερινότητά τους, π.χ. καρφωτής = «ο σπιούνος», κλούβα = «η προσωρινή φυλακή».(8)  Πολλές από τις εκφράσεις τους διέπονται από έντονη χιουμοριστική διάθεση, όπως η σύνθετη λέξη καψοκαλύβας, με την οποία χαρακτήριζαν τους «γρουσούζηδες». Επίσης, γέλιο προκαλούν οι λέξεις γιασεμής = «ο ψευτοαριστοκράτης που μύριζε γιασεμί», γιασεμιά = «καρπαζιές». Η δεύτερη λέξη δημιουργήθηκε από την εικόνα του λιμοκοντόρου που επισκεπτόταν το σπίτι της αγαπημένης του με το μπουκέτο του, συνήθως από γιασεμιά, και έτρωγε ξύλο από του συγγενείς της δεσποινίδας των ονείρων του. Εξ ου και οι εκφράσεις: έφαγε ένα μπουκέτο γιασεμιά ή έφαγε ένα μπουκέτο που του’ρθε κουφέτο.(9)

Από την άλλη πλευρά, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκφράσεις που χρησιμοποιούσαν οι έγκλειστοι των φυλακών για να περιγράψουν πρόσωπα και καταστάσεις στο περιοριστικό πλαίσιο της φυλακής. Πολύ συνηθισμένες ήταν οι φράσεις που έπλαθαν για να χαρακτηρίσουν τους χαφιέδες της φυλακής, λόγω του μεγάλου αριθμού καταδοτών, π.χ. «το λέει το ποίημα». Η λέξη ποιητής υποδηλώνει «τον πληροφοριοδότη του Αρχιφύλακα». Ανάλογο είναι και το νόημα των φράσεων αυτός με έδωσε και αυτός με έδεσε, οι οποίες αναφέρονται «στους συγκατηγορούμενους που προδίδουν στην Ασφάλεια».

Άλλη συνηθισμένη έκφραση ήταν κόβει μοβόρικες βόλτες. Η συγκεκριμένη φράση (όπως και πολλές άλλες) στηρίζεται σε οπτική μεταφορά, γιατί οι κατάδικοι έκαναν πολλές βόλτες στην αυλή της φυλακής και μάλιστα με μεγάλη ταχύτητα. Όπως λέγεται, ορισμένοι επιθετικοί κατάδικοι προτιμούσαν να κάνουν βόλτες σε μίαν άκρη, διατηρώντας την αγριάδα τους. Απαγορευόταν στους κρατούμενους να «κόψουν» τη νοητή γραμμή της βόλτας ενός ζόρικου φυλακισμένου, διότι αυτή η πρόκληση μπορεί να οδηγούσε σε μαχαίρωμα. Συχνή στο χώρο της φυλακής ήταν και η ερώτηση «βγάζεις μεγάλο κανάλι;», όπου κανάλι ονόμαζαν την ποινή. Ήταν η μόνη ερώτηση που επιτρεπόταν να υποβάλει ένας κρατούμενος σε κάποιον άλλο κατάδικο. Παράλληλα, χρησιμοποιούσαν πληθώρα ειρωνικών εκφράσεων, όπως ένα χρόνο τον βγάζω στο ένα πόδι, μικρό κελί να σε στενεύει στις μασχάλες κ.λπ. Την πρώτη φράση χρησιμοποιούσαν οι βαρυποινίτες για τους ελαφροποινίτες. Με τη δεύτερη, οι φυλακισμένοι χαρακτήριζαν «τα αποπνικτικά απομονωτήρια, όπου οι συνθήκες διαβίωσης ήταν ανυπόφορες» (10).

2.1.Ιδιώματα των πλανόδιων επαγγελματιών

Στη δεύτερη κατηγορία συνθηματικών ιδιωμάτων ανήκουν τα ιδιώματα των πλανόδιων, συχνά επαγγελματιών της βόρειας κατά κύριο λόγο ελληνόγλωσσης περιοχής. (11)

Είναι αξιοσημείωτο ότι με την πάροδο των χρόνων, στο πλαίσιο της νεότερης κοινωνίας, απέκτησαν τις δικές τους συνθηματικές γλώσσες όλες σχεδόν οι κοινωνικές ομάδες. Μεταξύ αυτών των γλωσσικών μορφών, τη μεγαλύτερη εξάπλωση γνώρισαν τα ιδιώματα που χρησιμοποιούσαν οι ναυτικοί, οι φαντάροι, οι ομοφυλόφιλοι, οι χρήστες ναρκωτικών ουσιών, οι κατάδικοι και γενικά οι άνθρωποι του υποκόσμου. Το γεγονός αυτό απορρέει από την πρακτική ανάγκη που είχαν αυτές οι ομάδες ανθρώπων (όσοι εμπλέκονταν σε παράνομες δραστηριότητες) να επικοινωνούν μεταξύ τους συνθηματικά για να καλύπτουν τη δράση τους  ή τα μυστικά τους (π.χ. φαντάροι που δεν σχετίζονται με παράνομη δράση). Λόγω του ιδιαίτερου τρόπου ζωής τους και κυρίως της «κλειστής» ζωής που βίωναν, ήταν υποχρεωμένοι να καταφεύγουν στους κρυπτικούς μηχανισμούς που παρέχει το σύστημα της γλώσσας. Τα συνθηματικά ιδιώματα διαφοροποιήθηκαν από τα ιδιώματα άλλων κοινωνικών ομάδων, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν νέο περιεχόμενο και νόημα. Είναι όμως εντυπωσιακό ότι σταδιακά διαδόθηκαν σε ένα ευρύτατο κοινό, κυρίως μέσω της νεολαίας που ένιωθε έντονα την ψυχολογική ανάγκη να ξεφύγει από τα περιοριστικά πλαίσια της θεσμικά καθιερωμένης γλώσσας. Συμπερασματικά, η έρευνα σε ζητήματα γλωσσικά μας αποδεικνύει την τεράστια δύναμη της γλώσσας και μας δίνει «τροφή» για σκέψη και προβληματισμό αναφορικά με θέματα που αφορούν την κοινωνία αλλά και το έγκλημα, δεδομένου ότι η γλωσσοπλασία χρησιμοποιείται εκτενώς από τις ομάδες που εμπλέκονται στην παρανομία.

ΠΗΓΕΣ – ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 11, Αθήνα: Πυρσός, 1933.
  2. Μ Τριανταφυλλίδης, Επιλογή από το Έργο του, επιμ. Ξ.Α. Κοκόλης, Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη], 1982.
  1. Α. Δεσποτόπουλος, «Οικονομία» στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΒ΄, Αθήνα: εκδοτική Αθηνών, 1975, σελ. 606.
  1. Β. Σφυρόερας, Η Ελληνική Επανάσταση, τόμ. Α΄, Αθήνα: Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, 1978.
  1. Κ. Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, «Συνθηματικές Γλώσσες: Εθνολογικές και Κοινωνικές Επιπτώσεις» στο Πρακτικά Α΄ Συμποσίου Γλωσσολογίας του Βορειοελλαδιτικού Χώρου, Θεσσαλονίκη: Ι.Χ.Μ.Α., 1997.
  1. R. Clogg, Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας 1770-1999, μτφ. Λ. Παπαδάκη, Αθήνα: Κάτοπτρο, 1995.
  1. Α. Κολτσίδας, Λεξικό της Πιάτσας, Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη, 1978.
  1. Β. Καπετανάκης Το Λεξικό της Πιάτσας, 3η έκδ., Αθήνα: Αλφειός, 1989.
  1. Ε. Παπαζαχαρίου, Λεξικό της Ελληνικής Αργκό, 2η έκδ., Αθήνα: Κάκτος, 1999.
  1. Η. Πετρόπουλος, Παροιμίες του Υποκόσμου, Αθήνα: Νεφέλη, 2002.
  1. Σημειώνουμε ότι οι περισσότερες επαγγελματικές γλώσσες διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τη θρακομακεδονική, με αρκετές ομοιότητες των ιδιωμάτων που ανήκουν σε αυτήν, και την ηπειροαιτολική, με χαλαρότερες ομοιότητες. Για παράδειγμα, στην πρώτη κατηγορία χρησιμοποιούν τη λέξη μπάνικος για να προσδιορίσουν την έννοια του «καλός», ενώ στη δεύτερη χρησιμοποιούν για την ίδια έννοια τις λέξεις όρματ και όρματος. Επίσης στην πρώτη χρησιμοποιούν τις λέξεις λέφας και λεφός για να προσδιορίσουν την έννοια του «παπά», ενώ στη δεύτερη τη λέξη κούρκουλας για να προσδιορίσουν την ίδια έννοια. Τα επαγγελματικά συνθηματικά ιδιώματα που γνώρισαν τη μεγαλύτερη διάδοση είναι τα ακόλουθα:
  • αινίτικα. Πρόκειται για τη συνθηματική γλώσσα των ψαράδων της Θράκης.
  • αλειφιάτικα. Πρόκειται για το συνθηματικό ιδίωμα των αλειφιάδων, δηλαδή των γανωτών της Ηπείρου.
  • βαγενάδικα ή σωπικιώτικα. Πρόκειται για τη συνθηματική γλώσσα των βαγενάδων, δηλαδή των βαρελοποιών στη Σωπική της Ηπείρου.
  • γαλαντζίδικα ή καλαντζίδικα. Πρόκειται για το συνθηματικό ιδίωμα των καλαντζήδων, δηλαδή των γανωτών του Μπαμπουρίου της Ηπείρου.
  • ιδίωμα των χρυσοχόων στη Στεμνίτσα της Αρκαδίας και σε πολλά άλλα μέρη.
  • κομπογιαννίτικα. Πρόκειται για το συνθηματικό ιδίωμα των κομπογιαννιτών, δηλαδή των πρακτικών ιατρών της Ηπείρου.
  • κουδαρίτικα. Πρόκειται για το συνθηματικό ιδίωμα των κουδαραίων, δηλαδή των κτιστών της Ηπείρου και της Μακεδονίας.
  • μπουκαραίικα. Πρόκειται για το συνθηματικό ιδίωμα των μπουκαραίων, δηλαδή των ραπτών των Τζουμέρκων της Ηπείρου.
  • μεστιτσιώτικα. Πρόκειται για το συνθηματικό ιδίωμα που χρησιμοποιούσαν οι τεχνίτες της Στεμνίτσας (χρυσικοί, ασημιτζήδες, μπορυντζάδες, καμπανάδες, χαλκωματάδες, ντουφεξήδες, σιδεράδες).
  • ντόρτικα. Πρόκειται για το συνθηματικό ιδίωμα των ντόρτηδων, δηλαδή των αθίγγανων του Καρπενησίου. Οι ντόρτηδες ήταν χαλκιάδες ρόμηδες/αθίγγανοι του Καρπενησίου. Τα ντόρτικα θεωρούνται το τυπικότερο παράδειγμα μυστικής γλώσσας που διαμορφώθηκε από ξενόγλωσσους με ξένα στοιχεία.  Ειδικότερα, στοιχεία από τη γλώσσα των αθίγγανων αναμειγνύονταν με ελληνικά στοιχεία και από αυτή την ανάμειξη δημιουργήθηκε μίας νέας μορφής γλώσσα που συνδύαζε στοιχεία και από τα ελληνικά και τα τσιγγάνικα. Οι εκφράσεις που πλάστηκαν διατηρήθηκαν για τη μυστική συνεννόηση ακόμα κι όταν ο εξελληνισμός τις εξαφάνισε από την καθημερινή συνομιλία.

Σχετικά με τα ελληνικά συνθηματικά ιδιώματα μπορεί κανείς να βρει πάρα πολλές μελέτες. Αναφέρουμε ενδεικτικά τις μελέτες των: Μ. Τριανταφυλλίδη, «Τα Ντόρτικα της Ευρυτανίας» στο Λαογραφία, τόμ. Ζ΄, σελ. 243, Ν. Μουτσόπουλου Οι πρόδρομοι των πρώτων Ελλήνων Τεχνικών Επιστημόνων: Κουδαραίοι Μακεδόνες και Ηπειρώτες Μαΐστορες, Αθήνα: Τ.Ε.Ε., 1976, σσ. 413-433 και τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 22.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts