Ενδοοικογενειακή βία: πως οφείλει να χειρίζεται η Αστυνομία καταγγελίες γυναικών και παιδιών

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Συνέντευξη με τον Αντιστράτηγο ε.α. της ΕΛ.ΑΣ, κ. Βασίλη Γατσά

Για να μπορέσει η Πολιτεία να αντιμετωπίσει την ενδοοικογενειακή βία με τρόπο αποτελεσματικό, πρέπει πρώτα από όλα όλοι μας, ως ενεργά μέλη της κοινωνίας, να καταδικάσουμε τη βία, όποια έκφανση κι αν λαμβάνει. Δυστυχώς, σε μια σκληρή και ανταγωνιστική κοινωνία, παρατηρείται μια «επιβράβευση» της βίας που γίνεται άλλοτε εμφανώς και άλλοτε καλυμμένα με την ταύτιση της βίας με τη «δύναμη» και την «υπεροχή». Επομένως, ένα πολύ σημαντικό βήμα είναι να καταδικάσουμε απερίφραστα (χωρίς αστερίσκους) όλες τις μορφές της βίας σε όποιον χώρο κι αν εκδηλώνονται, γιατί η πραγματική δύναμη βρίσκεται στο μυαλό και στην προσωπικότητα του κάθε ατόμου και όχι στα χέρια.

Η αντιμετώπιση του στιγματισμού και της δευτερογενούς θυματοποίησης των ατόμων που υφίστανται βία είναι ένας ακόμα πολύ σκληρός αγώνας που οφείλουμε να δώσουμε, προκειμένου να μην αισθάνονται ντροπή τα θύματα να μιλήσουν και το κυριότερο να πιστέψουν στον εαυτό τους, συνειδητοποιώντας ότι αξίζουν μια καλύτερη συμπεριφορά, γιατί κανείς δεν «αξίζει» να γίνεται ο σάκος του μποξ για κανέναν και για οποιονδήποτε λόγο.

Το τρίτο πολύ σημαντικό βήμα είναι η ενημέρωση των θυμάτων σχετικά με τα δικαιώματά τους και τις υπηρεσίες στις οποίες  μπορούν να απευθύνονται, γιατί σύμφωνα με επίσημα στοιχεία πολλές γυναίκες στην Ελλάδα, ειδικά στην επαρχία και σε κλειστές κοινότητες, δεν γνωρίζουν τα δικαιώματα τους, δεν έχουν πρόσβαση σε νομική βοήθεια, ούτε σε δομές υποστήριξης και δεν αισθάνονται ασφάλεια να κάνουν καταγγελία στις τοπικές αστυνομικές αρχές.

Και φτάνουμε τώρα στο μείζον ζήτημα της αντιμετώπισης των υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας από την Αστυνομία. Όταν το θύμα της ενδοοικογενειακής βίας φτάσει στο Αστυνομικό Τμήμα, έχει ήδη κάνει ένα σημαντικό βήμα, το οποίο δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να απαξιώνεται από τους αστυνομικούς που αναλαμβάνουν την υπόθεση. Αντίθετα, ο ρόλος του αστυνομικού στο σημείο αυτό είναι καθοριστικής σημασίας. Για να μπορέσει όμως ο αστυνομικός να χειριστεί μια υπόθεση ενδοοικογενειακής βίας, πρέπει να έχει λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση, να έχει την απαιτούμενη γνώση και  βεβαίως κοινωνική ευαισθησία. Σε διαφορετική περίπτωση, το θύμα ενδέχεται να κινδυνεύσει ακόμα περισσότερο.

Επομένως, ο ρόλος της αστυνομικού στην αντιμετώπιση υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας είναι καταλυτικός, στοιχείο που πρέπει να αναδείξουμε στα ΜΜΕ προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι το θύμα που θα ζητήσει βοήθεια από την Αστυνομία, θα την λάβει και μάλιστα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ειδικότερα, είναι αναγκαίο να αισθανθεί ασφάλεια για να μιλήσει, να εκφράσει ένα πολύ σκληρό βίωμα που δύσκολα μπορεί ένα άτομο να αποκαλύψει, εξαιτίας φόβου και ντροπής. Ο αστυνομικός, με μεγάλη σοβαρότητα, με ευαισθησία και ενσυναίσθηση, δείχνοντας απόλυτη εχεμύθεια,  πρέπει να δώσει στο θύμα τον χώρο και τον χρόνο να μιλήσει, χωρίς να απαξιώνει -με λόγια ή ακόμα και με βλέμματα- χωρίς να εκφράζει προσωπικές κρίσεις ή να θέτει ερωτήσεις που φέρνουν το θύμα σε εξαιρετικά δύσκολη θέση και ουσιαστικά το στιγματίζουν.

Αξιοσημείωτο είναι ότι στη χώρα μας έχει καταρτιστεί  ο Κανονισμός της Αστυνομίας για την αντιμετώπιση θεμάτων ενδοοικογενειακής βίας που αποτελεί έναν πολύτιμο οδηγό για τον ορθό χειρισμό ανάλογων υποθέσεων. Συνεπώς, είναι ανεπίτρεπτο να μην έχουν γνώση όλοι οι αστυνομικοί αυτού του Κανονισμού και να μη βασίζονται σε αυτόν.

Προκαλεί θλίψη το ότι οι γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, σε παγκόσμιο επίπεδο είχαν καταφύγει επανειλημμένα στην αστυνομία  πολλές φορές πριν δολοφονηθούν… Αυτή η σκληρή πραγματικότητα που  βλέπουμε να απασχολεί πλέον πολύ έντονα και την ελληνική κοινωνία πρέπει να αλλάξει! Οι ανθρωποκτονίες θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας που βλέπουν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια καταδεικνύουν τη σοβαρότητα του προβλήματος και οδηγούν σε μια σημαντική διαπίστωση: δεν υπάρχει άλλος χρόνος για χάσιμο, η προστασία των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητά μας.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Αντιστράτηγος ε.α. της ΕΛ.ΑΣ., κ. Βασίλης Γατσάς, δίνει πολύτιμες κατευθύνσεις στα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας και περνάει σε ολόκληρη την κοινωνία πολύ σημαντικά μηνύματα, στα οποία αξίζει να δώσουμε προσοχή. Ο κ. Γατσάς έχει συντάξει τον Κανονισμό της Αστυνομίας για την αντιμετώπιση θεμάτων ενδοοικογενειακής βίας και έχει γράψει το βιβλίο «ΒΙΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ».

Ο κ. Βασίλης Γατσάς είναι Αντιστράτηγος ε.α. της ΕΛ.ΑΣ., πτυχιούχος της Νομικής Σχολής  του Αριστοτελείου Παν/μίου Θεσ/νίκης, Μεταπτυχιακές Σπουδές στη Στρατηγική και Πολιτική  Εθνικής Ασφάλειας, Ελληνικής Αστυνομίας C.P.E.  και Διδάκτορας Εγκληματολογικής Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Κύριε Γατσά, έχετε συντάξει τον Κανονισμό της Αστυνομίας για την αντιμετώπιση θεμάτων ενδοοικογενειακής βίας. Θα μας παρουσιάσετε τα κύρια σημεία του;

Την  εποχή που υπηρετούσα ως αστυνομικός διευθυντής Σάμου συνέταξα την εγκύκλιο διαταγή, για τον ομοιόμορφο χειρισμό των θεμάτων ενδοοικογενειακής βίας από όλες τις υπηρεσίες των νησιών της περιοχής ευθύνης μου και αφ’ ετέρου για να δώσω έναν μπούσουλα στους συναδέλφους μου, ώστε να αντιμετωπίζουν με επαγγελματισμό τα θέματα ενδοοικογενειακής βίας. Αναφερόμαστε στο 2005, μια περίοδο που σε εθνικό επίπεδο δεν υπήρχε κάτι ανάλογο και βέβαια δεν υπήρχε σχετική νομοθεσία, η οποία ήλθε το επόμενο έτος με τον Ν. 3500/06. Από πολύ νωρίς, ως νέος αστυνομικός, είχα διαισθανθεί το κενό που υπήρχε στην αντιμετώπιση θεμάτων βίας κατά των γυναικών. Θυμάμαι, με λύπη φυσικά, να έρχεται στην υπηρεσία κάποια γυναίκα που την είχε «ξυλοφορτώσει» ο σύζυγός της και οι παλιότεροι συνάδελφοι μου να την αντιμετωπίζουν με αδιαφορία ή δυσφορία που τους «χαλούσε την ησυχία» και, ενώ έπρεπε να παρέμβουν, την άφηναν με τον σύζυγό της, τον οποίο προσκαλούσαν για να μιλήσουν και έφευγε με την προτροπή τους «να τα βρουν!». Την εγκύκλιο αυτή το Αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. την ενσωμάτωσε σε κανονισμό αντιμετώπισης των θεμάτων ενδοοικογενειακής βίας και Traffiking.

Το βασικό μέλημα και το πνεύμα του Κανονισμού είναι η προστασία και η ασφάλεια του θύματος, η αποφυγή δευτερογενούς θυματοποίησής του, ο σεβασμός του δικαιώματος αυτοδιάθεσης και των επιλογών του θύματος, καθώς και η αντιμετώπιση του προβλήματος με βάση τους δικονομικούς κανόνες, εφόσον καταγγέλλονται ή διαπιστώνονται ποινικά αδικήματα. Ο κανονισμός προβλέπει με λεπτομέρειες τι πρέπει να γίνει σε κάθε φάση, από την καταγγελία μέχρι και την εκδίκαση της υπόθεσης, εφόσον αυτή φτάσει στις αίθουσες των  δικαστηρίων.

  • Στην πράξη γίνονται σεβαστά τα πολύτιμα σημεία του Κανονισμού; Πού πιστεύετε ότι πρέπει να επιμείνουμε και ποια βήματα ακόμα είναι σημαντικό να γίνουν, με στόχο την προστασία του θύματος από τη δευτερογενή θυματοποίησή του;

Είναι γνωστό από τις στατιστικές ότι σε παγκόσμιο επίπεδο οι γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, είχαν καταφύγει επανειλημμένα στην αστυνομία  πολλές φορές πριν δολοφονηθούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα στοιχεία που προκύπτουν από μια μελέτη στο Kansas και στο Detroit, σύμφωνα με την οποία στο 80% όλων των συζυγοκτονιών, είχε επέμβει η αστυνομία μία έως πέντε φορές πριν διαπραχθούν.  Αντιλαμβάνεται κανείς τη σημασία της αστυνομικής παρέμβασης για την προστασία των θυμάτων. Φυσικά, υπάρχουν και οι εγγενείς αδυναμίες προστασίας των θυμάτων, επειδή η αστυνομία πολλές φορές δεν έχει την δυνατότητα αντικειμενικά να προστατεύσει επαρκώς και μόνιμα ένα θύμα, παρά μόνο για μικρό χρονικό μόνο διάστημα και σε εξαιρετικές περιπτώσεις που οι περιστάσεις το επιβάλλουν (άμεσος και παρόντας κίνδυνος ζωής).

Υπάρχουν αστάθμητοι παράγοντες που αποτρέπουν να προβλέψει την ενδεχόμενη αντίδραση των θυτών, ούτε φυσικά είναι δυνατόν να τη χειραγωγήσει προστατεύοντας τα θύματα που διατρέχουν κίνδυνο. Εκτίμησή μου είναι ότι ο κανονισμός αντιμετώπισης θεμάτων ενδοοικογενειακής βίας, όχι μόνο δεν εφαρμόζεται, αλλά εκτός από τις γυναίκες αστυνομικούς, φοβάμαι ότι οι περισσότεροι αστυνομικοί αγνοούν και την ύπαρξή του. Ως Γενικός Αστυνομικός Διευθυντής Βορείου Αιγαίου το 2008, είχα προτείνει στο Αρχηγείο την πιλοτική εφαρμογή μιας διυπηρεσιακής αντιμετώπισης των θεμάτων ενδοοικογενειακής βίας από αστυνομικούς με πολιτική περιβολή, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, με ευρεία συμμετοχή γυναικών υπαλλήλων, εκτός των αστυνομικών καταστημάτων, ένα σύστημα δοκιμασμένο με επιτυχία στην Κύπρο. Αν και η τοπική κοινωνία της Μυτιλήνης το δέχτηκε με ενθουσιασμό ως κάτι πρωτοποριακό και οι τοπικοί παράγοντες με βοήθησαν στην εξεύρεση των πόρων (οίκημα, οχήματα), καθώς και προσωπικό στελέχωσης, η πρόταση δεν τελεσφόρησε και δεν έγινε αποδεκτή από τους στρατηγούς του Αρχηγείου και μάλλον δεν μου βγήκε σε καλό γιατί συμπτωματικά μετά από ένα μήνα αποστρατεύτηκα. Νομίζω ότι πρέπει να το επιχειρήσουμε σε εθνικό επίπεδο και πιστεύω ότι θα συμβάλλει στην κατεύθυνση της επίλυσης του προβλήματος.

Το πρόβλημα της δευτερογενούς θυματοποίησης είναι ένα πολύ λεπτό ζήτημα και οι εντεταλμένοι κρατικοί υπάλληλοι οφείλουν να αντιμετωπίζουν την κάθε περίπτωση με ευαισθησία αλλά και με ενσυναίσθηση,  προσαρμόζοντας τον τρόπο δράσης τους και καθοδηγούμενοι από τις ανάγκες του θύματος. Γι’ αυτό άλλωστε εισηγήθηκα το πιλοτικό πρόγραμμα, θεωρώντας ότι οι αστυνομικές υπηρεσίες δεν είναι οι ενδεδειγμένες (προσωπικό και χώροι) να αντιμετωπίσουν τέτοιας μορφής θέματα, φιλοδοξώντας έτσι η αστυνομία από μέρος του προβλήματος, να καταστεί μέρος της λύσης του.

  • Πώς το θύμα της ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να αντιδράσει, εάν είναι γυναίκα, ανήλικος, ηλικιωμένος, άτομο με αναπηρίες;  Πώς πρέπει σε κάθε μία από αυτές τις τέσσερεις περιπτώσεις να δράσει και πού ακριβώς να απευθυνθεί; 

Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα για την πατρίδα μας, την μόνιμα ανέτοιμη και  ανοργάνωτη σε όλα τα επίπεδα. Η ενδοοικογενειακή βία είναι ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο, παρατηρείται σε όλες τις χώρες και σε όλες τις κοινωνικοοικονομικές τάξεις και ηλικίες. Η πρώτη και σε περίπτωση άμεσου κινδύνου η μόνη ενδεδειγμένη, είναι η επέμβαση της αστυνομίας καλώντας το γνωστό «100». Εξ ίσου αποτελεσματική είναι η παρέμβαση των κοινωνικών υπηρεσιών, οι οποίες, σε συνεργασία με τον εισαγγελέα, μπορούν να δώσουν λύσεις. Για τους ανήλικους ισχύουν τα ίδια και η προστασία μπορεί να φτάσει στο σημείο της αφαίρεσης της γονικής μέριμνας από τους γονείς και την ανάθεση σε τρίτον ή στον διορισμό επιτρόπου. Ακόμη σε περιπτώσεις κατεπείγουσας ανάγκης ιατρικής επέμβασης, μπορεί ο εισαγγελέας να δώσει τη σχετική  άδεια ακόμη και αν αρνούνται οι γονείς. Για τους ηλικιωμένους, εκτιμώ ότι στην πατρίδα μας, δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια παρέμβασης και αυτό γιατί, από τη μία είναι συναισθηματικά δεμένοι με τα παιδιά τους και δεν θέλουν να τα εκθέσουν και από την άλλη, πολλές φορές, οι σωματικές τους δυνάμεις δεν αντέχουν να μπουν σε διαδικασία δικαστικών αγώνων. Ωστόσο, οι κοινωνικές υπηρεσίες έχουν πάντα τη δυνατότητα στις περιορισμένες δυνατότητες των οίκων ευγηρίας, να απευθύνονται σ΄ αυτούς και αν υπάρχει δυνατότητα να φιλοξενούνται και τέλος υπό προϋποθέσεις (αστικός κώδικας), μπορούν επίσης να διεκδικούν διατροφή από τα παιδιά τους ή άλλους συγγενείς. Ακόμη πιο τραγική, φοβάμαι,  είναι η κατάσταση για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, γιατί οι υποδομές στήριξης στον τόπο μας δεν είναι αναπτυγμένες σε τέτοιο βαθμό που να εξασφαλίζουν μια εκτός οικίας διαβίωσή  τους.

Οι γυναίκες-θύματα, συμβουλευτικά, μπορούν να απευθύνονται στην ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ SOS 15900 της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και άλλων Μ.ΚΥ.Ο., που δραστηριοποιούνται για τα δικαιώματα των γυναικών και σε πολλές περιπτώσεις μπορούν να φιλοξενούνται αν δεν έχουν δικό τους σπίτι ή την οικονομική δυνατότητα. Σε όλες τις περιπτώσεις  που το θύμα εκφράσει την επιθυμία να αλλάξει χώρο διαμονής και δεν μπορεί από μόνο του να εξασφαλίσει ένα τέτοιο χώρο, ενημερώνονται οι αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες που παρέχουν στέγη (ξενώνες κακοποιημένων γυναικών) ή ενημερώνεται το Ε.Κ.Α.Κ.Β. (τηλέφωνο «197»), το οποίο είναι αρμόδιο, σύμφωνα με το νόμο, να εξασφαλίσει στέγη και τροφή για το θύμα.

  • Πώς πρέπει να δράσουν και πού να απευθυνθούν τρίτα πρόσωπα που γνωρίζουν ή έχουν βάσιμες υποψίες για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας; 

Στο άρθρο 23 του νόμου 3500/06, προβλέπεται ότι ο εκπαιδευτικός της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης,  ο οποίος κατά την εκτέλεση του εκπαιδευτικού του έργου, με οποιονδήποτε τρόπο πληροφορείται ή διαπιστώνει ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος μαθητή έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας, ενημερώνει, χωρίς καθυστέρηση, τον Διευθυντή της Σχολικής Μονάδας και αυτός  ανακοινώνει αμέσως την αξιόποινη πράξη στον αρμόδιο Εισαγγελέα στην πλησιέστερη αστυνομική αρχή. Την ίδια υποχρέωση έχουν οι εκπαιδευτικοί και οι Διευθυντές των Ιδιωτικών Σχολείων καθώς και οι υπεύθυνοι των πάσης φύσεως Μονάδων Προσχολικής Αγωγής. Για άλλα περιστατικά τα τρίτα πρόσωπα, συγγενείς ή οργανώσεις, πρέπει να απευθύνονται στις εισαγγελικές και αστυνομικές αρχές, καθώς επίσης και στις κοινωνικές υπηρεσίες, οι οποίες έχουν υποχρέωση απορρήτου και έρευνας των καταγγελιών.

  • Θα μας δώσετε την εικόνα της ενδοοικογενειακής βίας στο πλαίσιο της σύγχρονης εποχής στην Ελλάδα;

Το 2013, η επιτροπή κατά των διακρίσεων εις βάρος των γυναικών των Ηνωμένων Εθνών εξέδωσε μια έκθεση παρατηρήσεων για την Ελλάδα στην οποία  παρατηρεί ότι πολλές γυναίκες, ειδικά στην επαρχία και σε κλειστές κοινότητες, δεν γνωρίζουν τα δικαιώματα τους, δεν έχουν πρόσβαση σε νομική βοήθεια, σε δομές υποστήριξης και δεν αισθάνονται ασφάλεια να κάνουν καταγγελία στις τοπικές αστυνομικές αρχές. Η επιτροπή υπογραμμίζει την ανησυχία της για το γεγονός ότι εξακολουθούν να μην καταγγέλλονται τα περιστατικά βίας κατά των γυναικών, περιλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής, λόγω της επικράτησης κοινωνικών και πολιτιστικών στερεότυπων, αντιλήψεων, που κανονικοποιεί τις διακρίσεις εις βάρος των γυναικών. Η επιτροπή ανησυχεί επίσης για την έλλειψη πληροφόρησης, ερευνών και στατιστικών στοιχείων για τη βία εναντίον των γυναικών. Η επιτροπή συστήνει στο κράτος να πάρει παραπάνω μέτρα….

  • Θα μπορούσατε να σκιαγραφήσετε το προφίλ των θυμάτων και των δραστών ενδοοικογενειακής βίας;  

Κατά την Walker:«μια κακοποιημένη γυναίκα, είναι μια γυναίκα που έχει επανειλημμένα υποστεί οποιαδήποτε βίαιη σωματική ή ψυχολογική συμπεριφορά από έναν άνδρα, με τον σκοπό να εξαναγκασθεί να κάνει κάτι που αυτός θέλει, χωρίς να ενδιαφέρεται για τα δικαιώματά της. Για να χαρακτηριστεί μια γυναίκα ως κακοποιημένη, το ζευγάρι θα πρέπει να έχει περάσει από τον κύκλο της κακοποίησης τουλάχιστον δύο φορές. Οποιαδήποτε γυναίκα μπορεί να βρεθεί σε μια τέτοια σχέση με κάποιον άνδρα μια φορά! Αν, όμως, συμβεί και δεύτερη φορά και η γυναίκα παραμένει στην ίδια κατάσταση, τότε χαρακτηρίζεται ως κακοποιημένη».

Κατά τη άποψη μου, για να χαρακτηρισθεί μια γυναίκα ως κακοποιημένη, αρκεί η σωματική της κακοποίηση έστω και μία φορά. Αυτή  η «πρώτη» κοινωνικά αποδεκτή κακοποίηση (ακόμη και η Walker τη θεωρεί έμμεσα «συγγνωστή» ίσως «τυχαία»), αν άμεσα τύχει του όποιας μορφής (επίσημου ή άτυπου) στιγματισμού, πιστεύω ότι, είναι πολύ πιθανό να είναι η τελευταία. Οι βίαιοι άνδρες παρουσιάζουν διάφορα δημογραφικά και ψυχοπαθολογικά χαρακτηριστικά,  παρ’ όλο που είναι δύσκολο να χαραχθεί ένα και μοναδικό πορτραίτο. Πολλοί ερευνητές και συγγραφείς, ξεκινώντας από διαφορετικά στοιχεία, επιχείρησαν να απεικονίσουν τον δράστη της συζυγικής βίας, με στόχο την προσπάθεια ερμηνείας του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας.

Σύμφωνα με τον Καθηγητή Μαγγανά, υπάρχει ο «τυπικός» βίαιος άνδρας. Η συχνότητα και η σοβαρότητα των πράξεών του δεν φθάνει στα έσχατα όρια της βίας. Εμφανίζεται, συνήθως μετανιωμένος για τις βίαιες πράξεις του. Στο περιθώριο αυτού του «τύπου» βρίσκονται δύο ομάδες ανδρών, λιγότεροι ίσως στον αριθμό, αλλά πιο βίαιοι. Αναφερόμαστε στους βίαιους άνδρες με κοινωνικό-παθολογική προσωπικότητα που αντιπροσωπεύουν ένα (5%) έως (8%) του δείγματος και εκείνους με αντικοινωνική προσωπικότητα που αποτελούν ένα (30%) έως (40%) του δείγματος. Οι δύο αυτές ομάδες περιλαμβάνουν άνδρες εξαιρετικά βίαιους, τόσο φυσικά όσο και λεκτικά, οι οποίοι φαίνεται ότι αποτελούν τον κύριο όγκο της σωφρονιστικής πελατείας και παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα ψυχοπάθειας. Ακόμη, εξαιρετικά υψηλή είναι η εξάρτηση από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά.

  • Τι σας προβληματίζει περισσότερο ως προς την ενδοοικογενειακή βία στην Ελλάδα της σημερινής εποχής;

Πιστεύω ότι η Πολιτεία συνολικά , και όχι μόνο η αστυνομία ως θεσμός, δεν έχει αντιληφθεί το μέγεθος του κοινωνικού προβλήματος και της τραγωδίας που βιώνουν χιλιάδες γυναίκες σε όλη τη χώρα, με εμφανή τα αποτελέσματα στις στατιστικές των δολοφονημένων γυναικών. Η γυναίκα έχει υποστεί διαχρονικά πολλές μορφές βίας. Θλιβερή πραγματικότητα και τραγική ειρωνεία για την εποχή μας που επαίρεται για τον πολιτισμό της! Οι νέες καταστάσεις μας επιβάλλουν να αντιλαμβανόμαστε και να αντιμετωπίζουμε άμεσα τις συνεχώς ανανεούμενες μορφές έμφυλης βίας. Πιστεύω ωστόσο ότι, ο κόσμος της δύσης και το αξιακό του φορτίο είναι το όχημα για να αντιμετωπίσουμε τις νέες προκλήσεις!

  • Αυτό που τονίζουμε διαρκώς και μέσω της αρθρογραφίας είναι “σπάστε τις σιωπές”. Πώς μπορούμε τελικά να σπάσουμε τις σιωπές, προτρέποντας τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας να καταγγείλουν τη βία που υφίστανται, αλλά και όσους γνωρίζουν την κατάσταση και σιωπούν; 

Σε όλες τις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας η προτροπή μου στα θύματα είναι να μιλούν, είτε στον στενό οικογενειακό και φιλικό τους κύκλο που φυσικά εμπιστεύονται, είτε στις γραμμές S.O.S που εξασφαλίζουν ανωνυμία και πολλές φορές προσφέρουν σημαντική βοήθεια, είτε στους επίσημους κατασταλτικούς μηχανισμούς της Πολιτείας. Μόνο τότε έχουν ελπίδα να βρουν λύση στο πρόβλημά τους. Ενδεικτικό της τραγικότητας του φαινομένου είναι ότι στις  Η.Π.Α. οι γυναίκες που αποφασίζουν, τελικά, να καταγγείλουν την κακοποίησή τους, έχουν ήδη υποστεί 35 επιθέσεις κατά μέσο όρο. Η σιωπή στην περίπτωση της ενδοοικογενειακής βίας… είναι επώδυνη!

  • Η εκπαιδευτική κοινότητα θα μπορούσε, κατά την άποψή σας, να διαδραματίσει έναν πιο καθοριστικό ρόλο σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας κατά ανηλίκων και με ποιον τρόπο;  

Η εκπαιδευτική κοινότητα, όπως και  η απούσα εκκλησία, θα μπορούσαν να ενσωματώσει η πρώτη μαθήματα για την ισότητα των φύλων στις ευαίσθητες ηλικίες της εφηβείας, κι αυτό γιατί τα αρνητικά στερεότυπα σε βάρος της γυναίκας καλά κρατούν και η εκκλησία με τα κηρύγματα θα μπορούσε να εστιάσει  στα προβλήματα, αλλά και σε λύσεις μέσα από την επαφή της με τα θύματα. Πιο συγκεκριμένα η εκπαιδευτική κοινότητα θα μπορούσε να προσφέρει:

  • Υποστήριξη και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, ώστε να αναγνωρίζουν και να αντιμετωπίζουν τις περιπτώσεις Ε.Β., οι μαθητές τους.
  • -Εκμάθηση των σπουδαστών τρόπων πρόληψης της βίας, ειρηνικής επίλυσης των διαφορών και ικανότητας επικοινωνίας.
  • Εντοπισμός στα σχολικά βιβλία των προκαταλήψεων που διακατέχουν τους ανθρώπους και εξεύρεση εναλλακτικών λύσεων.
  • Επιμόρφωση πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις σε όλες τους τις μορφές.
  • Προώθηση της αρχής ότι είναι καθήκον του πολίτη να αντιτάσσεται σε οποιασδήποτε μορφής καταπίεση και να βοηθά αυτούς που καταπιέζονται.– Ποιο είναι το δικό σας μήνυμα για το πολύ σοβαρό ζήτημα της ενδοοικογενειακής βίας που διαπιστώνουμε ότι λαμβάνει συνθέτες διαστάσεις και προεκτάσεις; 

 Φυσικά το πρώτο που θα πω στις γυναίκες είναι η απαξίωση του πρώτου χαστουκιού, γιατί περνάει το μήνυμα ότι το ανέχεται και ο άνδρας το ενσωματώνει στη συμπεριφορά του απέναντι στη γυναίκα σαν μια μορφή ελέγχου.  Ακριβώς  αυτό είναι το κρίσιμο σημείο από το οποίο αρχίζει η βία. Αν όμως αυτό το πρώτο χαστούκι στιγματισθεί και απαξιωθεί ως συμπεριφορά από την πρώτη στιγμή, με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια του βέβαιου, δεν θα υπάρξει σωματική τουλάχιστον κακοποίηση στο μέλλον.

Το κακό είναι ότι δεν υπάρχει ενημέρωση, γνώση και φυσικά οικογενειακά πρότυπα. Οι σύντροφοι, στα πρώτα στάδια είναι συνήθως συναισθηματικά εξαρτημένοι και δεν αντιδρούν πιστεύοντας ότι ήταν τυχαίο, ή «κακιά στιγμή», με αποτέλεσμα να παγιώνεται μια συμπεριφορά που είναι καταστροφική και για τα δύο μέρη και όχι μόνο, όταν συμβαίνει να έχουν παιδιά. Η βία αρχίζει σε κάποια στιγμή αλλά, τις περισσότερες φορές, μπορεί να σταματήσει εκεί.

  • Ολοκληρώνοντας την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξή μας, θα ήθελα να μας μιλήσετε για το βιβλίο σας “Βία κατά των Γυναικών”. Σε ποιους απευθύνεται, ποιες οι κεντρικές θεματικές του ενότητες και τα βασικά ερευνητικά σας πορίσματα;

Το βιβλίο απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο και στοχεύει στη συνειδητοποίηση των διαφυλικών σχέσεων με έμφαση στη συμβίωση, καθώς και στα προβλήματα που ανακύπτουν από τον συγχρωτισμό σε μια όποιας μορφής ετερόφυλη σχέση. Φυσικά απευθύνεται στους ειδικούς που ασχολούνται με το πρόβλημα της ενδοοικογενειακής βίας: δικαστικούς, νομικούς, κοινωνικούς λειτουργούς, αστυνομικούς, οικογενειακούς συμβούλους και εγκληματολόγους.

Προσπάθησα να χρησιμοποιήσω υλικά από τη φιλοσοφία, την εγκληματολογία, την ψυχολογία, τη νομική επιστήμη, ακόμη  και από την λογοτεχνία. Χρησιμοποίησα επίσης πληροφορίες (βιωματικές και εμπειρίες τρίτων), την προσωπική και επαγγελματική μου πείρα και δόμησα (συνέθεσα) ένα  θεωρητικό «οικοδόμημα», που πιστεύω ερμηνεύει («κυκλώνει») και αναλύει  σε καλό βαθμό το πρόβλημα της Βίας κατά των Γυναικών. Πίστη μου είναι ότι  μόνο με τη σύνθεση μπορούμε να μάθουμε και να βοηθήσουμε και όχι με τον  κατακερματισμό της γνώσης. Η επιστήμη, πρέπει να υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι μόνο την επιστήμη και γι’ αυτό, πρέπει να του παραδίδει έτοιμα  εργαλεία που θα τον βοηθήσουν στη ζωή του. Μάταιος είναι ο φιλοσοφικός λόγος που δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθος, έλεγε ο Επίκουρος.

Προσπάθησα να δώσω κάτι περισσότερο από μια επανάληψη και αντιγραφή χιλιοειπωμένων πραγμάτων και να είμαι μέσα στη ζωή. Διότι πως θα χειριστεί ο καλόπιστος αστυνομικός μια περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας, όταν δεν έχει τη γνώση και τον μπούσουλα; Του τον έδωσα, καταρτίζοντας την Εγκύκλιο για την Ε.Β. στην Αστυνομία.

Τι θα κάνει ο αστυνομικός, όταν το θύμα δεν έχει «φράγκο!» και ίσως έχει και παιδιά; Τίποτα!  Έλλειψη Υποδομών. Είναι και ο ίδιος άνδρας και φοβάται για τη σχέση του δυο φορές, γιατί υποτίθεται ότι πρέπει να καταλαβαίνει τα πάντα,  κάτι που φυσικά δεν συμβαίνει.

Έδωσα τη θεωρία του ντετερμινισμού στη κοινωνικοποίηση του ζευγαριού (στο ξεκίνημα του) και απαξίωσα το «πρώτο χαστούκι» ως το κρίσιμο σημείο της βίας.

Προσπάθησα να ερμηνεύσω το κάθε φύλο χωριστά και τα δυο μαζί σε μια όποιας μορφής  ετερόφυλη σχέση στο σήμερα.

Είδα τις διαφορές (των φύλων) και τους δυο δυστυχισμένους, χωρίς να συνεννοούνται και διαπίστωσα την έλλειψη διαφυλικών σχέσεων, που επιβάλλονται, προκειμένου να συνυπάρξει το ζευγάρι ειρηνικά.

Είδα το πρόβλημα του φόβου της απιστίας, να περνάει στο αίμα των ανδρών, να φοβούνται, να προσπαθούν να ελέγξουν τις συντρόφους  τους και να ασκούν βία. Δεν τους ενδιαφέρει τίποτα περισσότερο, αρκεί να μην τους «κερατώσει» η γυναίκα τους.

Είδα τον φόβο πώς λειτουργεί και τη βία σε ερωτευμένα ζευγάρια,  τις απειλές των ανδρών και τους είπα ότι: εκτός από τον εαυτό σας, στο βαθμό που μπορείτε να το κάνετε,   δεν αλλάζεις κανέναν,  ιδιαίτερα με τη βία. Γιατί εγώ ως άνδρας ήξερα  τα στερεότυπα «δείρε τη γυναίκα σου, εσύ δεν ξέρεις… ξέρει όμως αυτή(!)».

Είδα την επίδραση του οινοπνεύματος και των ουσιών μετά από κάθε χρήση, γιατί χειρίσθηκα άνδρες-«πρόβατα», που μετά το ποτό, τους «έβγαινε»  ο πανταχού παρών φόβος… και φυσικά η βία.

Είδα την ανικανότητα και την άγνοια της τεχνικής του ΣΕΞ σαν πρόβλημα και αιτιολογικό παράγοντα βίας, με τα γνωστά στερεότυπα («δεν γ…, δέρνουμε!» ή του «γρήγορου πιστολιού») κ.λπ., γιατί ήμουν άνδρας και τα βίωσα.

Είδα την γνωστική ασυμφωνία των βίαιων ανδρών, να πονούν και να τρελαίνονται μετά τη βία που οι ίδιοι ασκούσαν και να μη γνωρίζουν πώς να βοηθήσουν τον εαυτό τους, καταρρίπτοντας τη θεωρητική σύλληψη της Warker (αφορά τη θεωρία της κυκλικής βίας). Γιατί ΕΓΩ ήξερα πως πονούσα και ήταν αλήθεια!

…Κι αφού εγώ μπόρεσα να αλλάξω, μπορούν και άλλοι!

  • Κύριε Γατσά σας ευχαριστώ θερμά για την πολύτιμη συμβολή στο πολύ σοβαρό θέμα της ενδοοικογενειακής βίας. 

Είναι  πολύ μεγάλη ευχαρίστηση να γνωρίζουμε πως η δική μας εμπειρία θα μπορούσε με  κάποιον τρόπο να ωφελήσει άλλους ανθρώπους, ακόμα και άγνωστους σε μας. Γι’ αυτό, εγώ σας ευχαριστώ πολύ!

(Κεντρική Φωτογραφία Ανάρτησης: jeffrey@flickr

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts