Επαγγέλματα που χάθηκαν: οι λούστροι στα Γιάννενα

του Αποστόλη Δ.Καλαντζή.

Μέχρι τη δεκαετία του ’40, η ελληνική οικονομία στηρίζονταν στη γεωργία και στην κτηνοτροφία. Μετά την κατοχή και τον εμφύλιο, άρχισε η εσωτερική μετανάστευση. Πολλοί, και κυρίως νέοι, αναζήτησαν καλύτερη τύχη στις πόλεις. Αλλά κι εκεί… ανεργία και εκμετάλλευση. Τα μόνα επαγγέλματα που δε χρειάζονταν κεφάλαιο και ιδιαίτερες γνώσεις ήταν του κουλουρά, του λαχειοπώλη και του λούστρου. Οι δύο πρώτοι ήταν περιφερόμενοι. Οι κουλουράδες με τον ταβλά στο κεφάλι διαλαλούσαν το εμπόρευμά τους «φρέσκα κουλούριαααα». Οι λαχειοπώλες με τη στέκα στο χέρι πρότειναν «το λαχείο των συντακτών». Οι δε λούστροι, άλλοι ήταν περιφερόμενοι και άλλοι είχαν μόνιμο στέκι και συγκεκριμένο χώρο που καταλάμβαναν βάσει του άγραφου νόμου της πιάτσας.

Οι πόλεις, πριν από τη δεκαετία του ’50, είχαν χωματόδρομους που γέμιζαν σκόνη το καλοκαίρι και λάσπες το χειμώνα. Οι αστοί, πέραν από το κουστούμι, έπρεπε να είχαν και καλογυαλισμένα παπούτσια. Αυτό  εξασφάλιζε δουλειά στους λούστρους, ένα μικρό αλλά ικανό μεροκάματο για να βιοπορίζονται.    

Ο λούστρος έβαφε τα παπούτσια στο δρόμο των περαστικών. Ο εξοπλισμός του ήταν ένα ξύλινο κασελάκι με πλαϊνές θήκες που έβαζε τις μπογιές και τις βούρτσες. Το κασελάκι αυτό με το μακρύ λουρί για το περνά χιαστί κατά τη μεταφορά του κι ένα καρεκλάκι για να κάθεται την ώρα της δουλειάς είναι όλος και όλος ο “επαγγελματικός εξοπλισμός” του λούστρου.

Το επάγγελμα του λούστρου ήταν ταπεινό από τη φύση του. Οι λούστροι δεν έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης από την υπόλοιπη κοινωνία, όσο κι αν η φτώχεια ήταν γενικευμένη εκείνα τα χρόνια. Η λέξη «λούστρος» ήταν συνώνυμη του σημερινού «γύφτου» και αποτελούσε βρισιά.

Τα μόνιμα στέκια των λούστρων στα Γιάννενα ήταν το πεζοδρόμιο έξω από την παλιά  βιβλιοθήκη, το σημερινό Δημαρχείο, το πεζοδρόμιο έξω από τη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία και το τζαμί της Καλούτσιανης.

Στη νότια πλευρά του τζαμιού της Καλούτσιανης υπήρχε και εξακολουθεί να στέκεται αγέρωχος ένας πελώριος πλάτανος. Στη γουβωτή ρίζα του στέγαζε τότε δυο λούστρους: Τον Κώτσιο και τον Γληγόρη. Και οι δυο πελάτες του καφενείου. Χτυπούσαν με τη βούρτσα τους το τζάμι του παραθύρου που έβλεπε προς τον πλάτανο και ο καφετζής καταλάβαινε και τους έφτιαχνε καφέ ή τσάι, αν ήταν χειμώνας. Τ’ ακουμπούσε στο περβάζι του παραθύρου για να μη κάνει τον γύρο να τους τα πάει, κι εκείνοι τα έπαιρναν μόνοι τους.

Ήταν ανάπηροι και οι δυο. Ο πρώτος είχε ένα μάτι και ο δεύτερος ένα πόδι και περπατούσε με πατερίτσες. Καλαμπουρτζήδες όμως, που δεν έχαναν ποτέ το κέφι τους. Με την καλή τους διάθεση και με το χιούμορ αντιμετώπιζαν τη σκληρή πραγματικότητα.

-«Αν του δώσω εγώ το ποδάρι μου κι ο Γληγόρης μου δώσει το μάτι του,  θα φτιάξουμε έναν σωστό άνθρωπο;», έλεγε με αυτοσαρκασμό ο Κώτσιος στον καφετζή.

– «Και τα σακατεμένα μάτια και ποδάρια που περισσεύουν τι θα τα κάνετε;», τους αντέλεγε εκείνος γελώντας. 

– «Ε, αυτά… στα σκυλιά! Αφού ο Γιαραμπής (Θεός) τσιγκουνεύτηκε να φτιάξει ακόμα ένα μάτι που να βλέπει κι ένα ποδάρι γερό – τι θα του κόστιζε; – ας πάρει εκείνος την απόφαση για την τύχη των σακάτικων… Μετά σου λέει Θεϊκή δικαιοσύνη», μουρμούριζε με παράπονο ο Κώτσιος.

Ο κυρ-Βασίλης ήταν ένας γραφικός τύπος δικηγόρου που με τη χαρακτηριστική χωριάτικη προφορά του δεν ξεχώριζε από τους πελάτες του. Ακόμα και στις αγορεύσεις του στο δικαστήριο με την ίδια γλώσσα τους υπερασπίζονταν…

-«Αυτός, κυρ-δικαστή μ’, είνι ένας φουκαράς, με καμιά δεκαριά παλιόπαιδα ζάρκα και ξ’πόλ’τα. Αφήστε τον να καν’ καμιά στραβωμάρα…», προσπαθούσε να κερδίσει την εύνοια των δικαστών. Και τις περισσότερες φορές την κέρδιζε, όπως κέρδιζε και την εμπιστοσύνη των πελατών του με όπλο την απλότητα και την ταύτιση μαζί τους, κάνοντάς τους να τον θεωρούν δικό τους άνθρωπο.

Ο κυρ-Βασίλης, κάθε πρωί, πριν πάει στο γραφείο του, πρώτα περνούσε από τον Κώτσιο τον λούστρο, γυάλιζε τα παπούτσια του, έκαναν μια ανασκόπηση των γεγονότων της μέρας που πέρασε, και στη συνέχεια έπινε τον καφέ του στο καφενείο. Είχε όμως κι ένα ψώνιο. Κάθε φορά που γίνονταν εκλογές, έβαζε υποψηφιότητα για βουλευτής, πάντα με την Ένωση Κέντρου, παρότι τις περισσότερες φορές δεν εύρισκε ούτε τον δικό του ψήφο στην κάλπη. Την Κυριακή κάποιων εκλογών ο κυρ-Βασίλης πέρασε πρωί-πρωί από τον λούστρο για το καθιερωμένο γυάλισμα των παπουτσιών.

Θα με ψηφί’εις Κώτσιο;», ρώτησε τον λούστρο.

Θα σε ψηφίσου!», τον βεβαίωσε εκείνος. 

Τη Δευτέρα το πρωί ξαναπέρασε ο κυρ-Βασίλης.

Με ψήφ΄σεις Κώτσιο;», τον ρώτησε.

Σε ψήφ΄σα», τον βεβαίωσε με σιγουριά ο Κώτσιος.

Πού ψήφ’σες;»

-«Στ’ν Αγία Μαρίνα.»

– «Α, εκεί δεν είχα κανέναν σταυρό!», τον διέψευσε γελώντας ο κυρ-Βασίλης, διασκεδάζοντας και ο ίδιος με την αποτυχία του.

Ο Κώτσιος κοκάλωσε και οι βούρτσες του έμειναν μετέωρες στα χέρια, ώσπου να συνέλθει από το σοκ. Όχι μόνο γιατί θα έχανε τη δραχμή από έναν τακτικό πελάτη, όσο γιατί καταρρακώθηκε η αξιοπιστία του.

-«Ακούς εκεί τόσος κόσμος στην Αγία Μαρίνα και να μη τον ψηφίσει κανένας κιαρατάς!», έλεγε αγανακτισμένος αργότερα στον καφετζή, γνωστοποιώντας το πάθημά του.

Πάντως ο κυρ-Βασίλης δεν πήρε τοις μετρητοίς το ψέμμα και έμεινε πιστός στις… καλλιτεχνικές βούρτσες του Κώτσιου.

Οι λούστροι έδιναν ένα ξεχωριστό χρώμα στα Γιάννενα την εποχή εκείνη…

του Αποστόλη Ν.Καλαντζή.

The following two tabs change content below.
Θέματα με διάρκεια στον χρόνο, ιστορία, πρόσωπα, τέχνη και πολιτισμός, αφορμές για σκέψη, αναζητήσεις χωρίς πυξίδα. Οι αναρτήσεις του postmodern είναι ελεύθερες προς αντιγραφή, διανομή και προβολή με την αναφορά της πηγής (συντάκτη και ιστότοπου).

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts