Εσύ θα μπορούσες να ζεις με αυτόν τον φόβο; Μια συγκλονιστική κατάθεση ψυχής για το τραύμα της θυματοποίησης

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Στο Πρώτο Μέρος του θέματος με τίτλο «Το τραύμα της θυματοποίησης» επιχειρήσαμε να διερευνήσουμε ένα πολύ σοβαρό ζήτημα που αφορά το τραύμα της θυματοποίησης/trauma of victimization, δηλαδή την επώδυνη κατάσταση που βιώνουν, στην ψυχή και στο σώμα, τα θύματα εγκληματικών ενεργειών που έχουν καταφέρει να επιβιώσουν.

Στο Δεύτερο Μέρος θα μελετήσουμε ορισμένα αποσπάσματα από τη συνέντευξη που πραγματοποίησε το έτος 2000, η κ. Ιωάννα Δρόσου, σήμερα Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, στο μάθημα του Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, κ. Αντώνη Μαγγανά, με τίτλο «Εγκληματολογία της κοινωνικής αντίδρασης». Το θέμα της εργασίας της αφορούσε τη γυναικεία θυματοποίηση. Να σημειώσω ότι η συνέντευξη αντλείται από το πολύτιμο υλικό του Καθηγητή Α.Μαγγανά στο πλαίσιο της συνεργασίας και δράσης μας για την παρουσίαση και ανάλυση σοβαρών και πολυσύνθετων εγκληματολογικών ζητημάτων στα ΜΜΕ.

Στόχος μου στο σημείο αυτό είναι να γίνει αντιληπτό πρώτον, ότι η σωματική κακοποίηση σε μια σχέση, είτε είναι εντός είτε εκτός γάμου, ΔΕΝ είναι «απόδειξη αγάπης και ενδιαφέροντος» και δεύτερον, ότι ΔΕΝ θα σταματήσει ο δράστης να κακοποιεί το θύμα εάν δεν λάβει την κατάλληλη στήριξη προκειμένου να διαχειριστεί τον θυμό του και να αντιμετωπίσει το πρόβλημά του.

Συνομιλώντας, στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής μας έρευνας, με γυναίκες που έχουν υποστεί από τους συντρόφους/συζύγους τους βία, τα στοιχεία που έχω καταγράψει είναι ακριβώς τα παραπάνω: εκλαμβάνουν, στην αρχή τουλάχιστον, το ξύλο και την παθολογική ζήλια ως «απόδειξη ενδιαφέροντος» και πιστεύουν ότι τα άγρια και ακραία ξεσπάσματα είναι απλώς μια «κακή στιγμή», η οποία δεν θα επαναληφθεί. Τίποτα από τα δύο δεν ισχύει και εάν επιμείνουμε περισσότερο σε αυτό το στοιχείο, ίσως το άτομο που υφίσταται κακοποίηση κατανοήσει έγκαιρα τη σοβαρότητα της κατάστασης και αναζητήσει βοήθεια και στήριξη, γιατί η βία μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στο πιο ειδεχθές έγκλημα.

Η (…) είναι (…) χρονών και σπουδάζει (…). Καταθέτει στην ερευνήτρια την τραυματική εμπειρία της θυματοποίησής της.

-Με τον (…) σπουδάζαμε μαζί. Είχαμε νοικιάσαμε σπίτια στην ίδια περιοχή, αν και ξέραμε ότι το ένα θα χρησιμοποιούσαμε, αλλά τι να λέγαμε τώρα στους γονείς. Ξέρεις πώς είναι αυτά.
[…]
Όλα ήταν τέλεια. Πράγματι τους πρώτους μήνες περνούσαμε υπέροχα. Ξυπνούσαμε μαζί, τρώγαμε παρέα, κοιμόμασταν αγκαλιά και δεν τσακωνόμασταν ποτέ. Ένιωθα την απόλυτη ευτυχία. Πίστευα ότι είμαι η πιο τυχερή γυναίκα στον κόσμο που από τόσο μικρή ηλικία ήταν μαζί με τον «άντρα» της και δεν τον αποχωριζόταν ούτε λεπτό.

Ύστερα από λίγους μήνες όμως άρχισαν οι ανακρίσεις και οι τσακωμοί, γιατί άργησα, πού ήμουν, με ποιους ήμουν και τέτοια. Στην αρχή το βρήκα πολύ ρομαντικό να με ζηλεύει. Θεώρησα ότι αυτό είναι απόδειξη της αγάπης του. Σιγά σιγά όμως ο (…) άλλαξε. Άρχισε να φέρνει φίλους του στο σπίτι και να με εξορίζει στο δωμάτιο, γιατί ήθελαν να δουν μπάλα ή να μου ζητάει να τους μαγειρέψω και να με παινεύει για την κουζίνα μου. Τότε ήταν που άρχισα να αισθάνομαι σύζυγος. Άρχισα να ασφυκτιώ και να παραπονιέμαι. Δεν ήθελα να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου με μια ποδιά στην κουζίνα ενός σπιτιού.
[…]
Ο (…) είχε ξεχάσει ότι βρισκόμουν (…) για να σπουδάσω και θεωρούσε ότι ήμουν εκεί μόνο για να είμαι δίπλα του και να τον φροντίζω. Έπρεπε το σπίτι να είναι καθαρό στην εντέλεια, να έχω μαγειρέψει, να έχω πλύνει, σιδερώσει και γενικά θα έπρεπε τα πάντα να έχουν τακτοποιηθεί όταν θα επέστρεφε σπίτι. Τους πρώτους μήνες το θεωρούσα και αυτό χαριτωμένο. Είχα αγχωθεί λίγο με τα μαθήματα που παραμελούσα, αλλά ένιωθα ικανοποιημένη που τον ευχαριστούσα. Όμως, όταν οι γονείς μου έμαθαν τους πρώτους βαθμούς και ότι είχα κοπεί σε μάθημα δεν χάρηκαν καθόλου με τη συμπεριφορά μου.
[…]
Εξήγησα στον (…) την κατάσταση και του είπα ότι θα πρέπει τα μισά βράδια να κοιμάται σπίτι του, γιατί θέλω να διαβάζω. Τότε αυτός μου είπε γελώντας: «Εσύ που είσαι τέλεια δεν θα έχεις πρόβλημα, θα τα προλαβαίνεις όλα. Το πρωί θα ξυπνάς, θα μαγειρεύεις, θα πηγαίνεις στη Σχολή, θα γυρνάς στο σπίτι σου, θα διαβάζεις και μετά θα είσαι όλη δική μου». Μόλις ολοκλήρωσε τη φράση του γέλασα, γιατί ειλικρινά πίστευα ότι ήταν ένα από τα αστεία που συνήθιζε να λέει όταν ήμουν στεναχωρημένη.

Την επόμενη μέρα ξύπνησα και πήγα στη Σχολή και γύρισα αργά το απόγευμα. Στο σπίτι με περίμενε ο (…) καθισμένος στο σαλόνι και φανερά νευριασμένος. Ακόμα δεν είχα κλείσει την πόρτα όταν με ρώτησε πού ήμουν. Του εξήγησα ότι είχα πάει στη Σχολή και μετά πήγα στη Βιβλιοθήκη να διαβάσω. Εκείνος άρχισε να φωνάζει ότι γύρισε και δεν με βρήκε και δεν υπήρχε και τίποτα να φάει. Θύμωσα με τα λόγια του και του είπα ότι δεν είμαι καμία γυναικούλα να περιμένει τον άντρα της με την ποδιά και με το χαμόγελο στα χείλη. Τότε σηκώθηκε έξαλλος από τον καναπέ και με χαστούκισε που του αντιμίλησα. Δεν με είχε ξαναχτυπήσει ποτέ, ούτε μου είχε μιλήσει άσχημα. Εκείνο το χαστούκι το θυμάμαι ακόμα. Αυτόματα έπιασα το μάγουλό μου που έβραζε από τον πόνο και έβαλα τα κλάματα. Τότε εκείνος μου ζήτησε συγγνώμη και με πήρε αγκαλιά. Άρχισε να κλαίει ότι δεν το ήθελε και ότι είχε απλώς μια δύσκολη μέρα και πεινούσε. Εγώ τον συγχώρεσα και πήγα να του φτιάξω να φάει κάτι για να λήξει ο καυγάς μας εκεί. Την ώρα που τρώγαμε μου είπε ότι φοβήθηκε πως τον εγκατέλειψα και γι’ αυτό θύμωσε και ότι ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που άπλωνε χέρι πάνω μου.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν αρμονικά σαν να μην είχε συμβεί τίποτα απολύτως. Βέβαια και εγώ είχα προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Ξυπνούσα το πρωί, πήγαινα στη Σχολή, γυρνούσα το μεσημέρι να φάμε, συγύριζα και μαγείρευα. Όταν τελείωνα τις δουλειές του σπιτιού καθόμασταν στο σαλόνι ή έκανα την οικοδέσποινα στους φίλους του και το βράδυ όταν αυτός κοιμόταν, καθόμουν και διάβαζα. Στην αρχή ήταν κάπως κουραστικό, όμως μετά συνήθισα και έγινε η καθημερινότητά μου.

Τα προβλήματα δεν άργησαν να επανεμφανιστούν. Ένα βράδυ έμεινα στη Σχολή παραπάνω ώρα γιατί συζητούσα με κάτι φίλες μου και όταν γύρισα σπίτι ήταν εκεί με την παρέα του. Με ρώτησε απότομα πού γυρνούσα και γιατί άργησα πάλι και πριν προλάβω να του απαντήσω άρχισε να φωνάζει. Τον φοβήθηκα και κλείστηκα στο δωμάτιο. Ύστερα από λίγο μπήκε και μου είπε ότι έφυγαν οι φίλοι του και πάω να μαζέψω. Σηκώθηκα και με έπιασε από το μπράτσο και άρχισε να με χτυπάει στον τοίχο φωνάζοντάς μου ότι έχω βρει άλλον και πώς τον λένε.

Εγώ έκλαιγα και τον παρακαλούσα να με αφήσει, γιατί με πονούσε. Εκείνος συνέχισε να με ρωτά διάφορα τρελά όπως πώς λένε τον άλλον, αν είναι καλύτερος από εκείνον και διάφορους άλλους παραλογισμούς. Εγώ είχα αρχίσει να ζαλίζομαι από τα χτυπήματα και λιποθύμησα. Όταν συνήλθα ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι και ο (…) από πάνω μου να με χαϊδεύει και να μου ζητάει συγγνώμη. Πονούσε όλο μου το σώμα και ζαλιζόμουν. Τον ρωτούσα γιατί με χτύπησε και εκείνος μου είπε ότι με αγαπάει τόσο που φοβάται μη με χάσει. Πάλι τον συγχώρεσα και του ζήτησα να μου υποσχεθεί ότι δεν θα με ξαναχτυπήσει. Εκείνο το βράδυ έμεινε στο προσκεφάλι μου να με προσέχει και εγώ ένιωσα ασφαλής, μέσα στην ανασφάλειά μου. Την επόμενη μέρα έκρυψα τα σημάδια, όχι τόσο για να μην τα δουν οι άλλοι αλλά για να μην τα βλέπω εγώ και θυμάμαι το περιστατικό. Θυμάμαι ότι εκείνη τη μέρα χάλασα ένα ολόκληρο make up για να καλύψω τις μελανιές και φόρεσα μακριά μπλούζα για να μη φαίνεται τίποτα απολύτως.

Ο (…) κράτησε για καιρό την υπόσχεσή του. Με άφηνε να βγαίνω με τις φίλες μου, με άφηνε να διαβάζω, με βοηθούσε στις δουλειές και γενικά άρχιζα πάλι να νιώθω ευτυχισμένη. Πίστευα ότι σαν ζευγάρι περνούσαμε μια κρίση και ότι δοκιμαζόταν η σχέση μας. Είχε περάσει τόσος καιρός και δεν είχε κάνει τίποτα που θα με πλήγωνε, οπότε και εγώ καθησυχάστηκα ότι ήμασταν πάλι καλά, μαζί και ερωτευμένοι.

Στα γενέθλιά του μου ζήτησε να κάνουμε πάρτι στο σπίτι και εγώ δέχτηκα με μεγάλη χαρά. Ήθελα να είναι όλα τέλεια. Μαγείρεψα ό,τι του αρέσει, έφτιαξα το σπίτι, αγόρασα τα απαραίτητα και φόρεσα τα ρούχα που εκείνος μου είχε διαλέξει. Δεν του χάλασα κανένα χατίρι. Η βραδιά κυλούσε υπέροχα, συζητούσαμε, τραγουδούσαμε, χορεύαμε… Όλα ήταν υπέροχα.

Κάποια στιγμή τον είδα να με φωνάζει στην κουζίνα. Όταν πήγα, με στρίμωξε στον τοίχο και μου είπε να μην απομακρυνθώ από δίπλα του ξανά γιατί ο φίλος του ο (…) μου κολλάει. Του είπα ότι είναι τρελός ότι απλώς συζητούσαμε, αλλά εκείνος επέμενε.

Όταν το πάρτι τελείωσε και έφυγαν, ξεκίνησα να μαζεύω το σπίτι. Εκείνος με έπιασε από τα μαλλιά και άρχισε να με ρωτάει τι σχέση έχω με τον (…). Φώναζε. Ήταν ανεξέλεγκτος. Με χτύπησε και με έριξε στο κρεβάτι.

[Άρχισε να κλαίει].

-Ηρέμησε, άμα δεν μπορείς να συνεχίσει ας αλλάξουμε θέμα, ας μιλήσουμε για κάτι άλλο.

-Όχι άσε με να συνεχίσω. Θέλω να τα πω κάπου. Αν τα κρατήσω άλλο, μέσα μου δεν θα το αντέξω. Σε παρακαλώ άσε με να συνεχίσω, εκτός αν σε κούρασα οπότε ας το αφήσουμε.

-Όχι, δεν με κούρασες. Αν είναι να νιώσεις καλύτερα, φυσικά και να συνεχίσεις.

– … Με έριξε στο κρεβάτι και με βίασε, φωνάζοντας ότι είμαι δική του και δεν πρόκειται να με χαρεί κανένας άλλος άντρας. Εγώ έκλαιγα και τον παρακαλούσα να με αφήσει. Πονούσα πάρα πολύ και ένιωθα σαν να σκίζονται τα σωθικά μου. Όταν τελείωσε, με πέταξε στην άκρη του κρεβατιού, με έβρισε και είπε «Αυτό για να θυμάσαι ότι πάντα εμένα θα ικανοποιείς και ότι το κορμί σου μου ανήκει». Όταν τελείωσε τη φράση του, κούμπωσε το παντελόνι του και πήγε μέσα να πιει μια μπύρα, γιατί δεν άντεχε να με βλέπει σε αυτή την κατάσταση. Μου φώναξε να σταματήσω τα «κλαψουρίσματα» και να τον αφήσω να ηρεμήσει. Εγώ κουλουριάστηκα σε μια γωνιά, του είπα ότι δεν πρόκειται να κάνω κάτι που θα του ταράξει την ησυχία του. Έτσι έκλαιγα σιωπηρά, από το φόβο μην τον νευριάσω και άλλο.

Αυτήν τη φορά δεν μου ζήτησε συγγνώμη, ούτε το συζητήσαμε. Κάποια στιγμή κουράστηκα από το κλάμα και έπεσα σε λήθαργο. Το επόμενο πρωί σηκώθηκα να μαζέψω το σπίτι σαν να μη συνέβη τίποτα. Αφού συγύρισα, πήγα να πλυθώ για να διώξω από πάνω μου τη χτεσινή νύχτα και όλη τη βρόμα της. Όταν είδα το σώμα μου στον καθρέφτη αηδίασα. Ήμουν γεμάτη μελανιές και γρατζουνιές. Το στήθος μου ήταν μαυρισμένο και ο λαιμός μου πρησμένος. Δεν θυμόμουν τα χτυπήματα, μέχρι τη στιγμή που είδα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, οπότε και ζούσα κάθε χτύπημα από την αρχή. Έκλαψα, χτυπήθηκα και θύμωσα με την κατάντια μου.
[…]
Έτσι εξαγριωμένη όπως ήμουν, έτρεξα στο δωμάτιο και άρχισα να πετάω τα ρούχα του σε μια ντουλάπα. Πέταξα τον σάκο του στην εξώπορτα, του άφησα ένα μήνυμα να μην ξαναπλησιάσει σπίτι μου και άλλαξα κλειδαριά.

Όταν γύρισε το μεσημέρι, άρχισε να βαράει την πόρτα. Του φώναξα ότι δεν θέλω να τον ξαναδώ και να φύγει. Έκλαιγε και χτυπιόταν ότι με αγαπούσε, ότι δεν θα μου έκανε ποτέ κακό. Είχα κάτσει πίσω από την πόρτα και έκλαιγα και εγώ. Ήθελα τόσο πολύ να ανοίξω την πόρτα και να πέσω στην αγκαλιά του. Η καρδιά μου έλεγε ναι, το ταλαιπωρημένο μου σώμα όμως οπισθοχωρούσε.

Τελικά του άνοιξα και μόλις μπήκε με αγκάλιασε και με φιλούσε. Ζητούσε πάλι συγγνώμη και έβριζε τον εαυτό του. Μου έλεγε ότι απλώς φοβήθηκε ότι θα με χάσει και ζήλεψε. Πάλι τον συγχώρεσα και τον δέχτηκα πίσω. Του είπα να ξαναβάλει τα ρούχα στη ντουλάπα και να βγούμε σινεμά. Κάλυψα τα σημάδια μου –είχα μάθει πλέον να το κάνω- και βγήκαμε έξω. Μου έκανε το τραπέζι στο αγαπημένο μου εστιατόριο και μου χάρισε ένα βραχιόλι για να εξιλεωθεί.

-Γιατί τον συγχώρεσες και δεν τον άφησες; Γιατί έμεινες μαζί του, ύστερα από όλα αυτά; Αφού σε χτύπησε την πρώτη φορά, λογικά θα το ξανάκανε.

-Δεν καταλαβαίνεις. Τον αγαπούσα. Δεν μπορούσα να τον εγκαταλείψω. Ήθελα να είμαι μαζί του. Άσε που φοβόμουν να μείνω μόνη μου, χωρίς φίλους ή την οικογένειά μου να με στηρίξουν.

-Τουλάχιστον σταμάτησε να σε χτυπάει; Σε ξαναβίασε;

-Δυστυχώς, ακόμα δεν είχε ξυπνήσει το ζώο. Με βίασε άλλες 4 φορές και με χτύπησε άπειρες φορές ακόμα. Κάθε φορά που άκουγα τον (…) να μπαίνει σπίτι, έτρεμα από τον φόβο μου. Είχε γίνει ανεξέλεγκτος. Με χτυπούσε,  γιατί ήταν ανάλατο το φαγητό, γιατί άργησα να ανοίξω την πόρτα, γιατί φόρεσα αυτά τα ρούχα, ενώ είχε διαλέξει άλλα για εκείνη τη βραδιά… Είχε βρει άπειρους λόγους. Κάποια στιγμή κατέληξα να φοβάμαι μέχρι και για το πώς θα ανασάνω για να μην τον θυμώσω.

Είχα καταντήσει ένα αμίλητο σκεύος στο σπίτι που απλώς εκτελούσε εντολές με τον τρόπο που ζητούσε το αφεντικό. Ούτε καν σε αυτό δεν είχα βούληση.

Μια φορά με έδειρε, γιατί ξεκίνησα να σφουγγαρίζω από το μπάνιο προς το σαλόνι και την κουζίνα και όχι το αντίθετο. Ζούσα έναν εφιάλτη, από τον οποίο δεν μπορούσα να ξεφύγω ή τουλάχιστον δεν ένιωθα τόσο δυνατή για να το κάνω.
[…]
(Ένα βράδυ μετά από άγρια κακοποίηση την αφήνει μόνη της στο σπίτι σε άθλια κατάσταση. Η κοπέλα τότε παίρνει μια σημαντική απόφαση: να τηλεφωνήσει σε ένα έμπιστο πρόσωπο και να ζητήσει βοήθεια).

Σκέφτηκα να πάρω τηλέφωνο τον (αναφορά σε όνομα), γιατί φοβήθηκα για την ζωή μου πλέον. Όταν ήρθε σπίτι, του άνοιξα σέρνοντας την πόρτα γιατί από τους πόνους δεν μπορούσα να περπατήσω. Μόλις μπήκε, με είδε στην κατάσταση που ήμουν και άρχισε να με ρωτάει τι συνέβη. Εγώ δεν μπορούσα να μιλήσω. Του ζήτησα απλώς να με βοηθήσει και να μην πει τίποτα σε κανέναν. Δεν τον άφησα να με πάει στο νοσοκομείο, γιατί φοβόμουν. Όλο το βράδυ έκανα εμετό και ψηνόμουν στον πυρετό. Ο (…) με ρωτούσε συνέχεια ποιος μου το έκανε αυτό. Εγώ στρείδι. Του είπα ότι με χτύπησε ένας τσαντάκιας.
[…]
Γύρω στα ξημερώματα άρχισα να συνέρχομαι. Ζήτησα από τον (…) να φύγει μήπως έρθει ο (…) και τον βρει σπίτι και θυμώσει. Μου είπε ότι δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Ύστερα από λίγο ήρθε και ο (…). Έξαλλος ρώτησε τον (…) τι θέλει με τη «γυναίκα» του.  Τότε βρήκα το θάρρος να μιλήσω χωρίς να τον φοβάμαι. Δεν ξέρω, ίσως ένιωσα ασφάλεια που ήταν και κάποιος άλλος να με σώσει ή απλώς εκείνη τη βραδιά κατάλαβα ότι η αγάπη και ο σεβασμός που ένιωθα κάποτε για αυτόν είχαν χαθεί προ πολλού.

Του είπα ότι δεν είμαι γυναίκα του και ότι δεν είμαι κτήμα κανενός. Του ζήτησα να φύγει και να μη με ξαναγγίξει. Ήμουν πολύ θυμωμένη και ίσως και ανεξέλεγκτη. Τον αγριοκοίταξα και του έδειξα την πόρτα προσπαθώντας να αντλήσω από κάπου τη δύναμη, να ελέγξω τον εαυτό μου.

Τότε ο (…) τον άρπαξε και τον πέταξε έξω από το σπίτι. Ήρθε δίπλα μου και μου είπε να μη φοβάμαι τίποτα και ότι δεν πρόκειται να με ξαναπλησιάσει. Πρότεινε να τον καταγγείλω, όμως δεν ήθελα να ξαναζήσω τα χτυπήματα και τους βιασμούς. Δεν ήθελα να ζήσω όλο αυτό μπροστά στους ιατροδικαστές, δικηγόρους, εισαγγελείς. Δεν ήθελα να το μάθει η οικογένειά μου. Δεν ήθελα να ζήσω τη συνέχεια αυτού του έργου. Ήθελα όλα να τελειώσουν εκεί…

-Ο (…) τι έκανε τότε;

-Τίποτα ή αν έκανε κάτι δεν το έμαθα ποτέ. Το μόνο που ξέρω είναι ότι ο (…) δεν με ξαναπλησίασε και μια φορά που συναντηθήκαμε τυχαία έκανε πως δεν με είδε και έφυγε. Τι σημασία έχει όμως; Εγώ πλέον δεν μπορώ να με αγγίξει άντρας. Όποτε με πλησιάζει κάποιος φοβάμαι […] Εσύ θα μπορούσες να ζεις με αυτό τον φόβο;

«Εσύ θα μπορούσες να ζεις με αυτό τον φόβο;» είναι το ερώτημα που θέτει η νεαρή γυναίκα-θύμα σωματικής, αλλά και συναισθηματικής κακοποίησης, και πραγματικά μας συγκλονίζει. Το βίωμα αυτής της γυναίκας, όπως το καταγράφει η ερευνήτρια, είναι τρομακτικό και αποδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος, καθιστώντας εμφανές πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει μια τέτοια κατάσταση που σε πολλές περιπτώσεις ξεκινά με ένα χαστούκι και κλιμακώνεται.

Παρατηρούμε, επίσης, ότι η κατάσταση περνάει από στάδια «έξαρσης» και «ύφεσης», καθώς όπως περιγράφει η γυναίκα υπήρξαν περίοδοι που τα ξαναβρίσκανε και ο σύντροφός της δεν της έδειχνε το άγριο πρόσωπό του, με αποτέλεσμα εκείνη να πιστεύει ότι έχει αλλάξει συμπεριφορά και ότι δεν θα την κακοποιήσει ξανά, ότι ήταν μια κακή στιγμή ή ακόμα και ότι η ίδια «προκάλεσε» την ακραία συμπεριφορά του. Τίποτα όμως από τα παραπάνω δεν ισχύει. Το άτομο δεν θα αλλάξει τη συμπεριφορά του και παρόλο που για κάποιο χρονικό διάστημα μπορεί να φαίνεται ότι έχει «ηρεμήσει» αυτό είναι μόνο παροδικό, εκτός εάν στο ενδιάμεσο αποφασίσει να λάβει από τους ειδικούς επιστήμονες στήριξη για να διαχειριστεί τον θυμό και τα ξεσπάσματά του.

Δυστυχώς, η θυματοποίηση της νεαρής γυναίκας φέρνει στο μυαλό καταστάσεις που πολλοί από εμάς έχουμε δει να εξελίσσονται στο φιλικό ή ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον μας. Θα ήθελα να τονίσω στο σημείο αυτό ότι είναι πολύ κρίσιμη η περίοδος των νεανικών φοιτητικών χρόνων, όπου το άτομο ανεξαρτητοποιείται από την οικογένειά του -πολλοί φοιτητές μένουνε μόνοι τους για πρώτη φορά και ουσιαστικά κάνουνε τα πρώτα τους βήματα στην ενήλικη ζωή τους. Σε αυτή την όμορφη αλλά ταυτόχρονα δύσκολη περίοδο της ζωής τους, δεδομένου ότι κάνουν το πρώτο τους ξεκίνημα μακριά από την οικογένειά τους, συχνά αδυνατούν να διαχειριστούν αντιφατικά συναισθήματα και τόσο περίπλοκες καταστάσεις.

Επομένως, είναι αναγκαίο να γνωρίζει το άτομο που έχει πέσει θύμα κακοποίησης, οποιασδήποτε μορφής, πού μπορεί να απευθυνθεί, σε ποιους φορείς για να ζητήσει στήριξη. Επίσης, είναι πολύ σημαντικό ακόμα κι όταν σπουδάζει σε άλλη πόλη ή χώρα, να συνεχίζει να έχει ουσιαστική επικοινωνία με τους γονείς του, ώστε να τους μιλήσει έγκαιρα και να τους εκμυστηρευτεί την κατάσταση που βιώνει. Οι γονείς με τη σειρά τους, χωρίς πανικό ή φόβο, οφείλουν να στηρίξουν το παιδί τους που έχει θυματοποιηθεί. Κυρίως να το βοηθήσουν να αποκτήσει αυτοπεποίθηση και να στηριχτεί ξανά στα πόδια του, γιατί σε πολλές αντίστοιχες υποθέσεις το άτομο έχει έλλειψη αυτοεκτίμησης και αυτό-ενοχοποιείται. Το θύμα, όπως διαπιστώνεται και στη συνέντευξη, θεωρεί ότι είναι «απόδειξη αγάπης» η ακραία ζήλια και κτητικότητα του συντρόφου της. Αυτή είναι μια λανθασμένη αντίληψη και ένα μήνυμα που, όπως εξαρχής τόνισα, πρέπει να περάσουμε στους νέους ανθρώπους.

Τέλος, όπως βλέπουμε στη συνέντευξη, η κακοποίηση παραμένει ένα «σκοτεινό» έγκλημα, γιατί σε πολλές περιπτώσεις δεν καταγγέλλεται από τα θύματα εξαιτίας του φόβου κοινωνικού στιγματισμού ή επειδή δεν αντέχουν να ξαναβιώσουν στις δικαστικές αίθουσες τη φρίκη που έζησαν. Ωστόσο, πρέπει να τονίσουμε ότι η καταγγελία, όσο ψυχοφθόρα κι αν είναι η διαδικασία, είναι ο μόνος τρόπος απονομής δικαιοσύνης και ο τρόπος για να σταματήσει τη δράση του το άτομο που υιοθετεί κακοποιητικές συμπεριφορές. Γι’ αυτό, ως κοινωνία οφείλουμε να στηρίζουμε και να περνάμε ηχηρά μηνύματα κατά της σιωπής και του φόβου.

Τα ΜΜΕ πρέπει να δώσουν έμφαση στην ολοκληρωμένη ενημέρωση και να δείξουμε έμπρακτα ότι στηρίζουμε τους συνανθρώπους μας που είναι εκτεθειμένοι σε τόσο σοβαρούς κινδύνους. Σημαντικό, κατά την άποψή μου, να περάσουμε κι ένα μήνυμα στα άτομα που αδυνατούν να διαχειριστούν τον θυμό τους, ότι εάν αναγνωρίσουν το πρόβλημά τους, ζητήσουν και λάβουν βοήθεια από τους ειδικούς επιστήμονες, θα μπορέσουν να κάνουν, εάν πραγματικά το επιθυμούν, μια νέα αρχή στη ζωή αλλά και στις σχέσεις τους.

Με αυτή την προτροπή θα κλείσω, να μην «κουκουλώνουμε» τα προβλήματα, αλλά να τα αναγνωρίζουμε έγκαιρα και να ζητάμε την κατάλληλη στήριξη και βοήθεια.

Γραμμές βοήθειας και στήριξης θυμάτων κακοποίησης:

  • ΓΡΑΜΜΗ SOS: 15900
  • Πανελλήνιος Σύλλογος Συμπαράστασης Κακοποιημένων Γυναικών Αθήνα: 210 3227167
  • Κέντρο Ερευνών για θέματα Ισότητας: 210 38 98 000
  • Καταφύγιο Γυναίκας Θεσσαλονίκη: 2310- 551041
  • Στέγη Κακοποιημένης Γυναίκας & Ανήλικου Κοριτσιού Δήμος Θεσσαλονίκης 2310 528 483 και 2310 519 594
  • Γραμμή SOS για την κακοποιημένη γυναίκα – Πάτρα 2610-390.961
  • Γραμμή SOS για βία Ιωάννινα 26510-33033
  • Γραμμή κατά της Οικογενειακής Βίας “ΔΙΠΛΑ ΣΟΥ” SOS 800 11 88 881 από σταθερό χωρίς χρέωση SOS: 210 77 86 800 Από κινητό με χρέωση. 
The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts