Έθιμα του Πάσχα στην Ήπειρο: Οι “ορχήστρες” των κουδουνιών και τα αβγά του Λαζάρου

του Αποστόλη Δ.Καλαντζή. 

Λίγες οι ευκαιρίες για ανάπαυση και διασκέδαση των ξωμάχων της υπαίθρου την εποχή εκείνη. Απαντοχή τους οι μεγάλες γιορτές και προπαντός το Πάσχα. Αν για τους μεγάλους ήταν μια ανάπαυλα στην καθημερινή, κοπιαστική τους ενασχόληση με το χωράφι και το κοπάδι, για μας τα παιδιά το Πάσχα ήταν η λύτρωση.

Πρώτον γιατί θα τρώγαμε κρέας και μάλιστα αρνί ολόκληρο κι όχι μισή κότα όπως τις άλλες φορές, και δεύτερον όλο και κάτι καινούργιο θα φορούσαμε.  Από την επόμενη μέρα κιόλας της Αποκριάς οραματιζόμαστε το Πάσχα. Εμείς τα παιδιά, όμως πρώτα απ’ όλα περιμέναμε το Λάζαρο. Η γιορτή του Λαζάρου ήταν μέρα σημαδιακή για μας. Θ’ άρχιζαν, βλέπεις, οι διακοπές- 15 μέρες χωρίς σκολειό, λίγο το ’χεις; –  αλλά και γιατί ήταν το τελευταίο κι ελπιδοφόρο σκαλοπάτι (επιτέλους  θα τελείωνε η επώδυνη 50/μερη σαρακοστή) πριν τη μεγάλη γιορτή.  Ήταν ακόμα μια ξεχωριστή μέρα αυτή γιατί θα κάναμε αισθητή την παρουσία μας. Θα λέγαμε  το Λάζαρο.

Στη γεωργοποιμενική κοινωνία του χωριού μας την ανάσταση του Λαζάρου την τραγουδούσαμε με συνοδεία κύπρων (μπρούτζινα κουδούνια σε σχήμα καμπάνας ). Από μέρες νωρίτερα ετοιμάζαμε τις “ζυγιές“.  Ήταν τέσσερα μεγάλα κύπρια ή τρία κύπρια κι ένα κουδούνι – γι’ αυτούς που ήθελαν να πρωτοτυπήσουν ή είχαν μουσικό αυτί – έτσι ταιριασμένα ώστε ν’ αποτελούν συγχορδία. Τα προσαρμόζαμε σε μια τετράγωνη σανίδα που στη μέση είχε ένα βαθούλωμα για να μπαίνει το ξύλο. Έπρεπε δε, το ξύλο, να είναι κρανίσιο για να βαστάει βάρος και ίσιο για να κρατάει ισορροπία.

Η κάθε παρέα περηφανεύονταν για τη ζυγιά της.

–  Εμείς έχουμε τα μεγαλύτερα κύπρια απ’ όλους…

–  Εμείς έχουμε κύπρια με διπλό γλωσίδ’  και μια μεγάλη μπίμπα  (μεγάλο κουδούνι) …

Ετοιμάζαμε τα πάντα με σχολαστικότητα. Το καλάθι που κρατούσαμε,  στολισμένο κι αυτό με λουλούδια και μέσα το φώλι για … να φέρει κι άλλα αβγά. Βλέπεις η πληρωμή μας γίνονταν με αβγά. Πού παράδες τότε. Τ’ αβγά, όμως, τις μέρες εκείνες λόγω σαρακοστής υπήρχαν άφθονα σ’ όλα τα σπίτια. Τα κύπρια γυαλισμένα. Γίνονταν οι απαραίτητες δοκιμές και ήμασταν πανέτοιμοι για τη … μεγάλη μέρα ή καλύτερα για τη μεγάλη νύχτα, γιατί λέγαμε το Λάζαρο την Παρασκευή το βράδυ. Τότε βρίσκαμε τους χωριανούς στα σπίτια τους.

Μόλις νύχτωνε εξορμούσαμε. Το βράδυ εκείνο το χωριό αχολογούσε από τους ήχους πάσης φύσεως κύπρων και  μεταβάλλονταν σ’ ένα μεγάλο κοπάδι από γίδια. Τα σπίτια με τα μπουχαριά τους (καπνοδόχους), μέσα στο πυκνό σκοτάδι φάνταζαν σαν τεράστιοι, ορθοκέρατοι, μαύροι τράγοι μ’ έναν κύπρο σαν καμπάνα στο λαιμό τους.

Η κάθε παρέα αποτελούνταν από δύο και συνήθως αρχίζαμε από τη γειτονιά για να ’χουμε καλή υποδοχή. Υπό τη συγχορδία της αυτοσχέδιας ορχήστρας (κύπρων) αρχίζαμε με το τραγούδι.

Καλώς μας ήρθε ο Λάζαρος του φέτου και του χρόνου
και των βαγιών και τη Λαμπρή  να χαίρεται η καρδιά σας …

Και καταλήγαμε:

Σ’ αυτό το σπίτι που ’ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει
Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει …

Σ’ αυτούς που είχαν ξενιτεμένους λέγαμε:

Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο
Η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ έχω τον καημό σου

Για να καλοπιάσουμε όμως τις νοικοκυράδες ανάλογα με την περίσταση αρχίζαμε τα παινέματα – πάντα τραγουδιστά – για τους ξενιτεμένους, τους νέους της παντρειάς ή το… ψηλό σπίτι.

Μια φορά, θυμάμαι, φτάσαμε και στο καλύβι  κάποιου ζευγαριού.  Ήταν μετά την κατοχή. Το χωριό το είχαν κάψει οι Ιταλοί και πολλοί χωριανοί δεν είχαν επισκευάσει ακόμα τα σπίτια τους κι έμεναν σε καλύβες.

– Ποιο θέλ’ς  θειάκω;  Προτείναμε στη νοικοκυρά  να διαλέξει τραγούδι.
– ‘Οποιο θέλετε ψ’χή  μ’…

Χωρίς να το πολυσκεφτώ άρχισα με δυνατή φωνή.

Σ’ αυτό το σπίτι τ’ αψηλό
το μαρμαροχτισμένο…

Ο Λεωνίδας  που ήταν δίπλα μου,  μου δίνει μια αγκωνιά. Τον κοίταξα απορημένος, αλλά συνέχισα ακάθεκτος.

Με τις μεγάλες τις αυλές
και τις πλακοστρωμένες…  

Η νοικοκυρά δεν είπε τίποτα για το… «μαρμαροχτισμένο» καλύβι της. Είτε γιατί δεν κατάλαβε τη γκάφα μου, είτε γιατί ονειρεύονταν και η ίδια ένα « ψηλό πέτρινο  σπίτι » και όχι καλύβι. Πάντως με προθυμία έβαλε το αβγό στο καλάθι μας. Μόλις βγήκαμε έξω, ο Λεωνίδας ξέσπασε σε ασυγκράτητα γέλια.

– Για ποιο σπίτι της έλεγες ρε, και μάλιστα ψηλό;  Σε καλύβι κάθονται οι άνθρωποι.  Άκου ’κεί “μαρμαροχτισμένο το καλύβι…”
Εγώ αντί να παραδεχτώ τη γκάφα μου, πέρασα στην αντεπίθεση.
-Κι εσύ τραγούδησες της Θοδώραινας “παλικαράκι νιούτσικο…“, ενώ αυτή είναι μαρμάρα (στείρα) και δεν έχ’ παιδιά…
– Ε, καλά, μπορεί να κάνει, δικαιολογήθηκε.
– Σιγά ρε, τώρα στα εξήντα της;  Η Σάρα είναι;

Παρ’ όλα τα κωμικοτραγικά επεισόδια οι νοικοκυρές μας δέχονταν με καλοσύνη και πρόθυμα έβαζαν τ’ αβγό τους στο καλάθι μας και μερικές που ήταν γειτόνισσες, και από δυο. Υπήρχαν, όμως, και μερικές τσιγκούνες, ή απαυδισμένες από τις πολλές επισκέψεις που μας έδιωχναν.

 – Μας τον είπαν άλλ’…, άιστε στη δ’λειά σας!

Εμείς για να τις εκδικηθούμε, παίρναμε απόσταση ασφαλείας και τους λέγαμε τραγουδιστά.

Τσουκνίδα μακροκλώναρη κι ασφάκα τσιντσιλιάρα
που δε μας δίνεις έν’  αβγό μωρή παλιοτσερλιάρα . . .

Και τρέχοντας απομακρυνόμαστε για ν’ αποφύγουμε τις λιθαριές και τις  διπλαριές που ’ρχονταν στο κατόπι μας.

Κατά τα μεσάνυχτα, κάτω από την καπνισμένη λάμπα, μετρούσαμε τις απολαβές μας. Η μοιρασιά τίμια. Ζαβολιές δε χωρούσαν. Και καλά όταν ο αριθμός των αβγών ήταν ζυγός. Αν, όμως, ήταν μονός; Το αβγό που περίσσευε η θα το ρίχναμε στον κλήρο ή –συνηθέστερα- κατόπιν συμφωνίας, θα το βράζαμε και θα το τρώγαμε από μισό.

The following two tabs change content below.
Θέματα με διάρκεια στον χρόνο, ιστορία, πρόσωπα, τέχνη και πολιτισμός, αφορμές για σκέψη, αναζητήσεις χωρίς πυξίδα. Οι αναρτήσεις του postmodern είναι ελεύθερες προς αντιγραφή, διανομή και προβολή με την αναφορά της πηγής (συντάκτη και ιστότοπου).

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts