H Λένα Κιτσοπούλου, τέσσερις σκιέρ, μία αρκούδα και η Αντιγόνη του Σοφοκλή

του Δημήτρη Καλαντζή.

Σαν αστείο στην θεατρική πιάτσα λένε ότι «υπάρχουν κλασικές παραστάσεις, μοντέρνες, μεταμοντέρνες και αυτές… της Λένας Κιτσοπούλου». Το λένε με κάποια δόση ζήλιας γιατί η Λένα Κιτσοπούλου έχει καταφέρει να κάνει ό,τι ακριβώς λέει η δημιουργική φαντασία της (και οι σκοτεινές εμμονές της) και να έχει πάντα στην πλατεία ένα φανατικό κοινό να την χειροκροτεί, κατάλαβε/δεν κατάλαβε τι ήθελε να πει, συμφωνώντας ή διαφωνώντας με τον τρόπο που το λέει.

Η Λένα Κιτσοπούλου είναι πραγματικά μία περσόνα στο σημερινό ελληνικό θέατρο. Στην ίδια αρέσει ο τίτλος της «αντι-περσόνας» αλλά ελάχιστη σημασία έχει. Το σημαντικό είναι ότι μπορεί να κάνει «το δικό της» χωρίς «δεύτερες σκέψεις».

Όποιος αμφιβάλλει δεν έχει παρά να πάει στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών τις ημέρες των γιορτών και να δει την παράστασή της «Αντιγόνη –Lonely Planet» (ναι, αυτή της αφίσας με την πανκ κοπέλα που βλέπουμε στις στάσεις των λεωφορείων).

Πρόθεση της «Αντιγόνης» της Κιτσοπούλου είναι να δείξει ότι ο κάθε άνθρωπος κουβαλάει μέσα του μία Αντιγόνη, έναν Κρεόντα, μία τραγωδία που ίσως θεωρεί ισάξιας δύναμης με εκείνη του δράματος του Σοφοκλή.

Η σκηνοθέτιδα στήνει αυτή την ιδέα σε έναν χώρο παλαιομοδίτικου συνεδριακού κέντρου, όπου κάτω από τις εικόνες της Ειρήνης Παπά και της Αλίκης Βουγιουκλάκη (ως Αντιγόνες), τέσσερις σκιερ καλούνται να πείσουν τους συνέδρους ότι ως αθλητές και ως άνθρωποι συνδέονται με την τραγωδία της Αντιγόνης. Το θέαμα (οι σκιέρ με πλήρη εξοπλισμό) και η ακροβατική επιχειρηματολογία με την οποία ταυτίζονται με το δράμα της Αντιγόνης (του είδους «ο αστυνομικός είναι όργανο, το μπουζούκι είναι όργανο, άρα ο αστυνομικός είναι μπουζούκι») προκαλούν πηγαίο (μέχρι υστερικό) γέλιο στους θεατές.

Όταν το «εύρημα» αρχίζει να εξαντλείται, η Κιτσοπούλου ανανεώνει το ενδιαφέρον του κοινού με έναν βατραχάνθρωπο που περνάει από τη σκηνή και δολοφονείται στα παρασκήνια, μία αρκούδα που κάνει πλάκα πίσω από τις πλάτες των σκιέρ, τη δυσκολία ενός σκιέρ (με τα σκι στα πόδια του) να βρει τουαλέτα για να κάνει την ανάγκη του, κι όταν κι αυτά εξαντλούνται, η δράση φεύγει από τη μικρή σκηνή και με τη βοήθεια του βίντεο μεταφέρεται στους βοηθητικούς χώρους της Στέγης, όπου η Αντιγόνη / σκιέρ σέρνεται μέσα στα αίματα (φρέσκου συκωτιού), κακοποιείται, βλέπει ζωντανούς εφιάλτες με τις φωτογραφίες που υπάρχουν στα πακέτα τσιγάρων για να προειδοποιούν τους καπνιστές ότι θα χαλάσουν τα δόντια τους, θα γεννήσουν τέρατα κλπ, συνομιλεί με τις τραγικές ηρωίδες του Φασμπίντερ μέχρι που τελικά εγκιβωτίζεται σε ένα διάφανο φέρετρο, δηλαδή το… αιώνιο κελί της.

Σας φαίνονται υπερβολικά και ακραία όλα αυτά; Δεν είναι ούτε τα μισά από αυτά που παρουσιάζονται στη σκηνή της Στέγης και η στεγνή περιγραφή τους σε ένα σύντομο κείμενο μάλλον ακυρώνει το ζωντανό θέαμα (από εξαιρετικούς ηθοποιούς) και τον ρυθμό της δράσης.

Η Λένα Κιτσοπούλου με την Αντιγόνη της παρουσιάζει μία δυνατή sui generis (κι ας έχει δεκάδες αναφορές) παράσταση με πολλές ατέλειες (κυριότερη η χρονική της διάρκεια) αλλά και τον ενθουσιασμό μίας ανήσυχης έφηβης που της έδωσαν όλα τα μέσα/παιχνίδια για να κάνει αυτό που ήθελε η ψυχή της: να εντυπωσιάσει, να σοκάρει, να δείξει την θεατρική  ευφυΐα της και να αδιαφορήσει για το τελικό χειροκρότημα ή κάποια αρνητική κριτική που θα κατέληγε στο ερώτημα: «που είναι το βάθος σε όλα αυτά;»

The following two tabs change content below.

Δημήτρης Καλαντζής

Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στο κέντρο της Αθήνας. Σπούδασε δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι» και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς & τηλεοπτικούς σταθμούς και τώρα διερευνά τους κώδικες του διαδικτύου. Αγαπά τις ανθρώπινες ιστορίες και τις γάτες.

Latest posts by Δημήτρης Καλαντζής (see all)

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts