Η «αποκωδικοποίηση» των εγκλημάτων πάθους που για χρόνια αποτελούσαν εγκληματολογικούς γρίφους

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Με αφορμή την (εμπορική) γιορτή του έρωτα (που πάντοτε όμως με βρίσκει να στολίζω το σπίτι με καρδιές…) δεν μπορώ παρά να γράψω για τα χαρακτηριζόμενα «εγκλήματα πάθους», τα οποία ωστόσο κρίνω σκόπιμο να προσεγγίσουμε σε άλλη βάση, πιο ορθολογικά και λιγότερα εξιδανικευμένα.

Θα ξεκινήσω επισημαίνοντας ότι τα εγκλήματα πάθους αποτέλεσαν για πολλά χρόνια άλυτους γρίφους για την εγκληματολογική έρευνα, τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς. Χαρακτηρίζονταν αυθόρμητα/spontaneous και η έμφαση δόθηκε στην απρόβλεπτη φύση τους και στην έλλειψη σχεδιασμού τους. Τα εγκλήματα πάθους αποδίδονταν στην παρόρμηση της στιγμής, σε μια προσωρινή τρέλα/temporary insanity και αυτός ήταν ο κύριος λόγος για τον οποίο οι εγκληματολόγοι υποστήριζαν ότι δεν μπορούν να προληφθούν.

Η σκιαγράφηση του προφίλ του δράστη βασιζόταν κυρίως στον παρορμητικό χαρακτήρα του. Συνεπώς, το έγκλημα παρουσιαζόταν ως «ξένο» προς τον ιδιοσυγκρασία του δράστη, ο οποίος εμφανιζόταν να «τυφλώνεται» στιγμιαία από το πάθος του και να οδηγείται στο έγκλημα, προβληματίζοντας τους ειδικούς επιστήμονες για τη συγκεκριμένη μορφή εγκληματικότητας.

Το γεγονός μάλιστα ότι τα εγκλήματα πάθους συνήθως διαπράττονταν στην οικία του δράστη με αυτοσχέδιο όπλο, δηλαδή με όποιο φονικό όργανο τύχαινε να βρει μπροστά του ο δράστης, ενέτειναν την άποψη ότι επρόκειτο για αυθόρμητα εγκλήματα και ότι ο δράστης δεν είχε προσχεδιάσει το έγκλημά του. Ακόμα και η προσπάθεια του δράστη να ξεφορτωθεί -σε πολλές περιπτώσεις- το άψυχο σώμα αποδόθηκε, όχι στην επιθυμία του να διαφύγει τη σύλληψη από τις αρχές, αλλά στις τύψεις που ένιωθε με τη συνειδητοποίηση της πράξης του και στην ανάγκη του να διαγράψει από το μυαλό του το έγκλημα.

Ωστόσο, αυτές οι θεωρίες φαίνεται να καταρρίπτονται διεθνώς και μάλιστα η έρευνα προχωρά ένα βήμα παρακάτω και συνδέει τα εγκλήματα πάθους με την ενδοοικογενειακή βία. Το προφίλ των δραστών αποκαλύπτει ότι η βία δεν είναι «ξένη» προς τον χαρακτήρα τους και οι συγκεκριμένοι δράστες δεν χρησιμοποιούν για πρώτη φορά βία. Αντίθετα, η χρήση βίας ή/και απειλές προς το θύμα, προτού διαπραχθεί το έγκλημα, αποδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για αυθόρμητα εγκλήματα οφειλόμενα στην παρόρμηση της στιγμής, αλλά ότι είναι απόρροια μιας συγκρουσιακής σχέσης, όπου η άσκηση λεκτικής, σωματικής και ψυχολογικής βίας, η κατάχρηση αλκοόλ ή/και ουσιών, η αδυναμία του δράστη να διαχειριστεί το θυμό του και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά προβλήματα και δυσκολίες που βιώνει στην καθημερινότητά του, αποτελούν προειδοποιητικά σημάδια που τελικά οδηγούν στο έγκλημα.   

O δικανικός ψυχολόγος, Stanton Samenow, έχει ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα και καταλήγει στη σημαντική διαπίστωση ότι δεν υπάρχει έγκλημα «ξένο» προς τον χαρακτήρα του ατόμου, οφειλόμενο στην κακιά στιγμή, αλλά ότι το έγκλημα είναι απλώς η εξωτερική εκδήλωση «αυτού που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια» για μεγάλο χρονικό διάστημα. The Myth of the Out of Character Crime είναι ο τίτλος του βιβλίου του, όπου επιχειρεί να καταρρίψει τον μύθο ότι ο δράστης καταφεύγει για πρώτη φορά στη βία και ότι ο χαρακτήρας του δεν είναι βίαιος.

Στις περιπτώσεις που μελέτησε ο Samenow αποκαλύπτει τα στοιχεία εκείνα που αφορούν τόσο την προσωπικότητα, όσο και την καθημερινότητα των δραστών, τα οποία βοηθούν τον ερευνητή να κατανοήσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε ο δράστης και οδηγήθηκε στο έγκλημά του.

Στο σημείο αυτό, συνεπώς, θέλω να τονίσω ότι είναι σημαντικό να αναδειχθεί και στη χώρα μας από τα ΜΜΕ η στενή σχέση μεταξύ των εγκλημάτων πάθους και της ενδοοικογενειακής βίας/βίας σε μια σχέση. Για να κατανοήσουμε τη σοβαρότητα και περιπλοκότητα αυτής της κατάστασης, ας λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η βία στο πλαίσιο μιας σχέσης κλιμακώνεται και εντείνεται με την πάροδο του χρόνου, ενώ ακόμα κι αν δεν οδηγήσει στο έγκλημα, σίγουρα θα οδηγήσει σε μακροχρόνια προβλήματα υγείας, σωματικής και ψυχικής, ή ακόμα και σε σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα.

Παράλληλα, οι συνέπειες στα παιδιά μάρτυρες εγκλημάτων πάθους είναι δυσμενέστατες. Ειδικότερα, σύμφωνα με διεθνείς μελέτες τα κορίτσια που είναι μάρτυρες ενός εγκλήματος πάθους είναι πιο πιθανό να κακοποιηθούν και οι ίδιες ως έφηβες ή ενήλικες, ειδικά εάν δεν λάβουν κατάλληλη ψυχολογική ή ψυχιατρική στήριξη. Αγόρια, από την άλλη πλευρά, που είναι μάρτυρες ενός εγκλήματος πάθους είναι πιο πιθανό να γίνουν οι ίδιοι δράστες όταν ενηλικιωθούν. Ασφαλώς, σε περιπτώσεις όπου θύματα είναι παιδιά, δεν θέλω να είμαι απόλυτη και πιστεύω ότι με την έγκαιρη ψυχιατρική βοήθεια και ένα υποστηρικτικό περιβάλλον, τα παιδιά μπορούν να βοηθηθούν ώστε να συνεχίσουν τη ζωή τους.

Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι τα εγκλήματα πάθους δεν αποτελούν πλέον γρίφους για την εγκληματολογική έρευνα. Είναι μια μορφή εγκληματικότητας που συνδέεται άμεσα με τη βία, επομένως μπορεί να προβλεφθεί και γι’ αυτό οι αρμόδιοι φορείς οφείλουν να δώσουν έμφαση στο πολύ σοβαρό αυτό ζήτημα και να λάβουν μέτρα ώστε να προστατεύσουν τα άτομα που υφίστανται βία και τα οποία φοβούνται να μιλήσουν. Ακόμα και ο χαρακτηρισμός τους «εγκλήματα πάθους» αποτελεί εξιδανίκευση, μια ψευδαίσθηση ότι ο δράστης κινήθηκε με αγνά κίνητρα ή ότι το ίδιο το θύμα προκάλεσε την ακραία συμπεριφορά του. Εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί στο όνομα της αγάπης ή του έρωτα αποτελούν όμως μια «μάσκα», ένα προκάλυμμα βίαιων συμπεριφορών και γι’ αυτό είναι τελικά επικίνδυνες μορφές εγκληματικότητας.

Προς την κατεύθυνση της πρόληψης, είναι αναγκαίο η οργανωμένη Πολιτεία να λάβει μέτρα, όπως να εντείνει τις εκστρατείες ενημέρωσης, να δείξει μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα πώς η βία σε μια σχέση μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στο στο έγκλημα και τέλος -ένα πολύ σημαντικό βήμα- είναι να οργανωθούν προγράμματα διαχείρισης θυμού ώστε να βοηθηθούν έγκαιρα όσα άτομα χρειάζονται βοήθεια, προτού καταλήξουν εγκληματίες.

Σημείωση

Ευχαριστώ την κόρη μου Άννυ, 9 χρονών, για τη ζωγραφιά της.

Ενδεικτικές πηγές

brandongaille.com

crimeisachoice.blogspot.gr

scholarlycommons.law.northwestern.edu

referer=https://www.google.gr/&httpsredir=1&article=6302&context=jclc

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts