Οι «αστέρες» του Πάνου Σόμπολου: Όταν η δημοσιογραφία συναντά την εγκληματολογία

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Τη Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017 πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση του τέταρτου βιβλίου του «δασκάλου» του αστυνομικού ρεπορτάζ, κυρίου Πάνου Σόμπολου, με τίτλο ΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΝΘΕΟΥ: όπως τους έζησα (εκδόσεις Πατάκη), στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στον Πολυχώρο της Μουσικής Βιβλιοθήκης του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής». Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν σημαντικές προσωπικότητες από το δημοσιογραφικό, πολιτικό και ακαδημαϊκό χώρο.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι πρόκειται για μια σπουδαία δουλειά -πολύτιμη τόσο για τους δημοσιογράφους, όσο και για εμάς τους ερευνητές. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το βιβλίο παρουσιάζει υποθέσεις υψηλού εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, τις οποίες ο συγγραφέας Πάνος Σόμπολος αναλύει και με τη μορφή ρεπορτάζ, παραθέτοντας όλα τα στοιχεία για την εγκληματική δράση, την κλιμάκωση της δράσης, την κατάληξη της υπόθεσης, καθώς επίσης μαρτυρίες και συνεντεύξεις που είχε εξασφαλίσει ο ίδιος όταν ερευνούσε τις υποθέσεις ως αστυνομικός συντάκτης. Παράλληλα, το βιβλίο αναδεικνύει την ανθρώπινη διάσταση των υποθέσεων και ολοκληρώνει την κάθε ιστορία με την αναφορά στην πορεία αυτών των ανθρώπων, περνώντας ένα θετικό μήνυμα στις περιπτώσεις όπου ο εγκληματίας μετά την έκτιση της ποινής του ακολούθησε έναν άλλο δρόμο και δεν απασχόλησε ξανά τις αρχές.

Το βιβλίο όμως, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος, δίνει βαρύτητα στο πρόσωπο και επιχειρεί μια απεικόνιση του προφίλ «δεκάδων παρανόμων, μεγαλύτερου ή μικρότερου βεληνεκούς μέσα στο εγκληματικό πάνθεον» (όπως γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας). Πάντα μέσα από τη δημοσιογραφική πένα αλλά και την ανθρώπινη επαφή που είχε ο δημοσιογράφος Πάνος Σομπολος με τους παράνομους, οι οποίοι, όπως ο ίδιος επισημαίνει, τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν. Πολλές φορές, μάλιστα, οι ίδιοι τον έπαιρναν στο τηλέφωνο και τον αναζητούσαν για να του μιλήσουν για κάποια υπόθεση, γιατί ήταν δίκαιος και πάντοτε διατηρούσε το ρόλο του. Αυτό για μένα σημαίνει επιτυχημένος αστυνομικός συντάκτης.

Παραθέτω το απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου του, το οποίο πρέπει να διαβάσουν προσεκτικά όλοι οι αστυνομικοί και δικαστικοί συντάκτες «Δεν μου άρεσε ποτέ να καταδικάζω ή να αθωώνω τους εγκληματίες και τους κάθε λογής παρανόμους – αυτό δεν είναι δουλειά του δημοσιογράφου. Είναι δουλειά των εισαγγελέων και των δικαστών. Δεν μπέρδεψα ποτέ το ρόλο μου με το ρόλο των άλλων -οι ρόλοι είναι διακριτοί».

Λίγο πιο κάτω αναφέρεται στον τόπο του εγκλήματος και στην επιτακτική ανάγκη να κάνει ο αστυνομικός συντάκτης αυτοψία, στοιχείο που είχε τονίσει και στην εξαιρετική παρουσίαση που είχε κάνει στους εκπαιδευόμενούς μας -φοιτητές και απόφοιτους Δημοσιογραφικών Σχολών- στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.) το Νοέμβριο του 2016.

Από την άλλη κρίνω σημαντική την αναφορά που κάνει ο «πρύτανης» του αστυνομικού ρεπορτάζ, όπως εύστοχα έχει χαρακτηριστεί ο κ. Σόμπολος, στα θύματα των εγκληματικών ενεργειών «[…]και έβλεπα τους εγκληματίες και γενικότερα τους παράνομους με ανθρωπιά, χωρίς βέβαια, από την άλλη, να τους εξισώνω με τα θύματά τους – ζήτημα πολύ βασικό. Ο εγκληματίας έκανε ό,τι έκανε και θα πρέπει να πληρώσει και να τιμωρηθεί παραδειγματικά, αυστηρά ή πιο «μαλακά» ανάλογα με το αδίκημα που έχει διαπράξει. Αλίμονο όμως στο θύμα, ειδικά μάλιστα αν αφαιρέθηκε η ζωή του – δυστυχώς όσο κι αν μετανιώσει ο δράστης, δεν μπορεί να τον φέρει πίσω».

Κατά την απεικόνιση του προφίλ των εγκληματικών μορφών, ο Πάνος Σόμπολος αναδεικνύει και κάποια άλλα στοιχεία που κεντρίζουν το ενδιαφέρον μας, όπως ενδεικτικά αναφέρω τον ευγενικό διαρρήκτη με το παρατσούκλι «Αυτιά». Έτσι τον αποκαλούσαν οι δημοσιογράφοι και οι αστυνομικοί της Σήμανσης, καθώς σε κάθε διάρρηξη που πραγματοποιούσε αντί για δακτυλικά αποτυπώματα (φορούσε γάντια) άφηνε το αποτύπωμα του…αυτιού του στην πόρτα των διαμερισμάτων που «χτυπούσε». Πραγματοποίησε αλλεπάλληλες διαρρήξεις κατοικιών για περίπου επτά χρόνια (432 διαρρήξεις κατά την τότε Χωροφυλακή), χωρίς να πειράζει ποτέ τους ενοίκους και αφήνοντας σε μια περίπτωση ένα μάτσο χιλιάρικα δίπλα σε ένα μωρό στην κούνια που βρήκε μόνο του σε ένα φτωχικό διαμέρισμα. Ή το ρομαντικό ληστή με τις γλαδιόλες που έραψε τα χείλη και τα αυτιά του με βελόνα και κλωστή και κατάπινε θερμόμετρο, σύρματα, κουταλάκια, μην αντέχοντας τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης των φυλακών.

Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που μπορεί να εξαχθεί από αρκετές υποθέσεις που αναλύονται στο βιβλίο είναι ο συσχετισμός της εγκληματικής δράσης με τις «διαλυμένες» οικογένειες που αδιαφορούσαν για την πορεία των παιδιών, όπως και με τις αρνητικές επιδράσεις που άσκησε η φυλακή στην ψυχοσύνθεση αυτών των ανθρώπων με όσα διδάχτηκαν στο «Κολλέγιο του Εγκλήματος», όπως αποκαλούνται στη γλώσσα της φυλακής τα καταστήματα κράτησης. Εδώ, λοιπόν, επανερχόμαστε στην ανάγκη που πολλές φορές έχω υπογραμμίσει στα άρθρα μου πρώτον, να υπάρξει μεγαλύτερη μέριμνα (από το σχολείο, από την τοπική κοινότητα και ασφαλώς από την οργανωμένη Πολιτεία) για παιδιά που βιώνουν εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις στο πλαίσιο της οικογένειάς τους και δεύτερον, να δημιουργηθούν κοινωνικές δομές στελεχωμένες με εξειδικευμένο προσωπικό για τους ανήλικους παραβάτες, προκειμένου να μη βγαίνουν από τη φυλακή «πωρωμένοι» εγκληματίες, αλλά να υπάρξει πρόβλεψη για την πορεία αυτών των νεαρών ατόμων και μετά την έκτιση της ποινής τους, μέσα από αντίστοιχες δομές.

Το βιβλίο του Πάνου Σόμπολου περνάει σημαντικά μηνύματα τόσο στο δημοσιογράφο όσο και στον ερευνητή. Στο δημοσιογράφο διδάσκει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει ο αστυνομικός συντάκτης να απεικονίζει το προφίλ των δραστών όλων των μορφών εγκληματικότητας:

  • Να είναι ακριβής και σαφής στις περιγραφές του (ενδεικτικό παράδειγμα που αναφέρει ο κύριος Σόμπολος «αν ο διαρρήκτης έκανε 59 διαρρήξεις, να αναφέρει ο δημοσιογράφος στο ρεπορτάζ του 59 και όχι 60»).
  • Να διατηρεί το διακριτό του ρόλο και να μη συγχέει τη δική του δουλειά με αυτή του εισαγγελέα και του δικαστή.
  • Να εμβαθύνει στην κάθε υπόθεση, πραγματοποιώντας έρευνα στον τόπο του εγκλήματος και καταγράφοντας τις σημαντικές μαρτυρίες.
  • Όσον αφορά τον εγκληματία, δεν πρέπει ούτε να τον ηρωοποιήσει, ούτε να τον καταδικάσει πριν τη δίκη και όσον αφορά τα θύματα και τις οικογένειές τους οφείλει να δείξει τον απαραίτητο σεβασμό.

Τέλος, αυτό που θα μπορούσε να εξαχθεί ως μήνυμα για τους ερευνητές είναι ότι δεν πρέπει να κάνουμε «αποστειρωμένες» έρευνες, να μη βασιζόμαστε μόνο στη θεωρία και τα βιβλία, αλλά να ερχόμαστε σε επαφή με τον χαρακτηριζόμενο από την εγκληματολογική έρευνα «υποκόσμο», να προσεγγίζουμε τον εγκληματία και να αποτυπώνουμε τη μαρτυρία του, ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες εάν χρειαστεί, ασφαλώς έχοντας μεριμνήσει, στο μέτρο του δυνατού, για την ασφάλεια μας.

Εύχομαι από καρδιάς πολύ υψηλές πωλήσεις στο σημαντικό αυτό βιβλίο, το οποίο σίγουρα θα αξιοποιήσω ως βιβλιογραφική πηγή στο πλαίσιο των μαθημάτων μου. Όπως, μάλιστα, ο κ. Σόμπολος μου αποκάλυψε, στη βιβλιοπαρουσίαση, το θέμα που σκέπτεται για το επόμενο βιβλίο είναι, επίσης, συγκλονιστικό…

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ.Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts