Η Δίκη της Πρίντζου με τις 16 εκτελέσεις που συντάραξαν τα Γιάννενα το 1948

του Αποστόλη Δ.Καλαντζή. 

Την άνοιξη του 1948 η Ευτυχία Πρίντζου, φιλόλογος, στέλεχος της Εθνικής Αντίστασης, μέλος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στα Ιωάννινα, συλλαμβάνεται και παραπέμπεται σε δίκη στο Έκτακτο Στρατοδικείο Ιωαννίνων. Μαζί με 114 πολίτες (μέλη και συμπαθούντες του ΚΚΕ και της ΕΠΟΝ) κατηγορούνται για “προσπάθεια βιαίας ανατροπής του υπάρχοντος κοινωνικού καθεστώτος”.

Τα επιβαρυντικά στοιχεία για τους κατηγορούμενους ήταν ανεπαρκή (διανομή προκηρύξεων και έρανοι αλληλεγγύης για συγγενείς εξορισμένων), η κατηγορία δεν αποδείχθηκε στο δικαστήριο, αλλά παρόλα αυτά καταδικάστηκαν σε θάνατο 48 κατηγορούμενοι και εκτελέστηκαν τελικά οι 16.

Οι εκτελέσεις συντάραξαν όχι μόνο τη Γιαννιώτικη κοινωνία, αλλά και όλη τη χώρα, καθώς δεν βασίζονταν σε κανένα ικανό στοιχείο να δικαιολογήσει την κορυφαία ποινή.

Το νεαρότερο θύμα του απόλυτου παραλογισμού ήταν ο 19χρονος Γιάννης Δ.Καλαντζής. Ένα παιδί αγροτικής οικογένειας με κοινωνική ευαισθησία που κατέβηκε στα Γιάννενα για να δουλέψει και έχασε τη ζωή του, χωρίς να έχει βλάψει άνθρωπο, αλλά λόγω των ιδεών του για κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη προς τους αδύναμους.

ΓΙΑΝΝΗΣ Δ.ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ

Ο Γιάννης ήταν ο πρωτότοκος γιος μιας αγροτικής οικογένειας από τα Ραβένια Ιωαννίνων. Οι γονείς του αγρότες πάσχιζαν να εξασφαλίσουν το ψωμί των έξι παιδιών τους. Λιγοστά και άγονα τα χωράφια και το κοπάδι μικρό. Το καλαμπόκι και το γάλα δεν έφταναν να θρέψουν όλο το χρόνο  οχτώ στόματα.

Ο Γιάννης έβγαλε το Δημοτικό Σχολείο στο χωριό του. «Έχει μεγάλο ζήλο αυτό το παιδί για τα γράμματα, Μπάρμπα-Μήτρο…», έλεγε ο δάσκαλος στον πατέρα του. Η άψογη συμπεριφορά του σε συνδυασμό με την άριστη επίδοσή του στα μαθήματα τον έκαναν αγαπητό σε όλους. Μαζί με τον αδερφό του Νίκο, «οι μεγάλοι» όπως έλεγε ο πατέρας τους, υπήρξαν το στήριγμα των γονιών τους στις καθημερινές εξουθενωτικές αγροτικές εργασίες. Από πολύ μικρή ηλικία ανέλαβαν και οι δυο τους ένα μέρος των οικογενειακών υποχρεώσεων. Ο Γιάννης αγαπούσε πολύ τα ζώα. Πριν φύγει είχε αναλάβει το κοπάδι με τα πρόβατα. Ήθελε το κοπάδι του – όσο μικρό κι αν ήταν – να μη υστερεί από τ’ άλλα των μεγαλοτσελιγκάδων. Το καλοκαίρι που το ξενυχτούσε στο βουνό είχε για αχώριστο σύντροφό του τη φλογέρα.

-«Α, και πεθαμένους ανασταίνει αυτό το παιδί με τη φλογέρα του…», έλεγαν οι χωριανοί. Ο Γιάννης ό,τι αγαπούσε το αγαπούσε με πάθος. Έδινε ένα κομμάτι του εαυτού του και γινόταν ένα μ’ αυτό. Γι αυτό και στα τραγούδια του καθρεφτίζονταν η ψυχή του. Με τον ήχο της φλογέρας του συντρόφευε  όνειρα κι ελπίδες στο  ξεκίνημα της ζωής του.  Στην κατοχή – παρ ότι παιδί ακόμα, μόλις δώδεκα ετών – παρακολουθεί μ’ ενδιαφέρον την πορεία της Εθνικής Αντίστασης του λαού μας. Οργανώνεται στην ΕΠΟΝ και θέτει τον εαυτόν του στην υπηρεσία της οργάνωσης.   Μέμφονταν τους μεγαλύτερούς του, «τους κιοτήδες» όπως έλεγε, που δεν είχαν πάρει τα όπλα για να πολεμήσουν τον κατακτητή. Λίγο αργότερα παραπονιόταν στο συγγενικό του περιβάλλον, λέγοντας «πόσο άτυχος στάθηκα που ήμουν μικρός και δεν μπόρεσα κι εγώ να προσφέρω περισσότερα στην αντίσταση του λαού μας». Το στενό και κλειστό περιβάλλον του χωριού του δεν προσφέρονταν για δράση.

Ανήσυχος και δραστήριος χαρακτήρας καθώς ήταν παίρνει το δρόμο της φυγής με πολλές φιλοδοξίες και όνειρα. Η απελευθέρωση τον βρήκε τσοπσνοπαίδι στην Κατσικά. Στόχος του τα Γιάννενα.  Μετά από έξι μήνες φεύγει και πιάνει δουλειά στη εφημερίδα  «ΚΗΡΥΞ» σαν τυπογράφος. Ρίχνεται με πάθος στην καινούργια του δουλειά. Ο Πανίδης –Διευθυντής της εφημερίδας- και οι μεγαλύτεροι συνάδελφοί του απορούν πως ένα χωριατόπαιδο του Δημοτικού Σχολείου καταφέρνει να μάθει τόσο γρήγορα σύνταξη και ορθογραφία.  Το λίγο χρόνο που του περισσεύει τον διαθέτει στο διάβασμα. Αρχίζει να γράφει και τα πρώτα του ποιήματα…

Στα Γιάννενα έρχεται σ’ επαφή με τα προβλήματα της εργατικής τάξης. Βλέπει την κοινωνική ανισότητα και δεν μπορεί να την εξηγήσει. Μέσα του συσσωρεύεται το αίσθημα της αδικίας. Στο νου του φέρνει τα λόγια της απλοϊκής και αγράμματης μάνας του που του έλεγε: «ο άνθρωπος , παιδί μου, δεν πρέπει να αδικεί κανέναν, αλλά ούτε ν’ ανέχεται να τον αδικούν».  Ο Γιάννης έκανε πράξη τα λόγια της.

ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΡΙΝΤΖΟΥ

Η Ευτυχία Πρίντζου ήταν κόρη του αρχιάτρου Γιάννη Πρίντζου. Μετά το γυμνάσιο γράφτηκε στο πανεπιστήμιο της Αθήνας και σπούδασε φιλολογία. Ο πόλεμος του ’40 βρίσκει την Ευτυχία με τη στολή της εθελόντριας νοσοκόμου. Στην κατοχή ήταν επικεφαλής της ΕΠΟΝ Ιωαννίνων. Στις αρχές του ’48 ο εμφύλιος έχει φουντώσει. Η οργάνωση αποφάσισε να διενεργήσει έρανο και να συλλέξει ρούχα για την  ενίσχυση των οικογενειών των εξόριστων στη Μακρόνησο.  Παραμονές της 25ης Μαρτίου η Ευτυχία  σε επαφή που είχε με τον Ερμή Ευαγγελίδη, μαθητή της Ζωσιμαίας Σχολής έδωσε εντολή να γραφούν προκηρύξεις.  Το γεγονός αυτό περιήλθε σε γνώση της Ασφάλειας. Από το γραφικό χαρακτήρα του Ευαγγελίδη άρχισαν οι συλλήψεις. Οι συλλαμβανόμενοι οδηγούνται στα κολαστήρια των στρατιωτικών φυλακών ΦΙΞ.

Ο Αραβανής, διοικητής των φυλακών, επόπτευε τις ανακρίσεις. Η θέα του και μόνο προκαλούσε τον τρόμο. Επρόκειτο για ένα πραγματικό κτήνος.  Άρχισαν τα φρικτά βασανιστήρια. Μια από τις κρατούμενες είδε την Πρίντζου με χειροπέδες κρεμασμένη και με χτυπήματα στα πόδια. Ήταν πραγματικό λείψανο. Αλλά και την τραγική σκιά του μικρού τυπογράφου, 19 ετών, Γιάννη Καλαντζή.  Όταν η μάνα του τον επισκέφτηκε στη φυλακή σαν τον είδε, μέσα από το συρματόπλεγμα  καταματωμένο, κατέρρευσε. Την άλλη μέρα έφεραν σε αντιπαράσταση το Γιάννη με την Πρίντζου. Εκείνη σαν τον είδε κακοποιημένο από τα βασανιστήρια, του είπε: «Μη βασανίζεις άλλο τον εαυτό σου, νεαρέ μου. Τα ξέρουν όλα. Δεν ωφελεί πια…»

Η δίκη άρχισε στις 8-7-1948 και συνεχίστηκε με ταχύτατους ρυθμούς λόγω του μεγάλου αριθμού κατηγορουμένων. Σαν αίθουσα Στρατοδικείου επιτάχθηκε η αίθουσα τελετών της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ιωαννίνων. Η επιλογή που έγινε για τους στρατοδίκες, ειδικά αυτής της δίκης, ήταν προσεκτική. Τρεις ταγματάρχες και δυο λοχαγοί, όλοι από μάχιμες μονάδες του Εμφυλίου. Η ψυχολογία του πολέμου μεταφέρθηκε στο Στρατοδικείο. Ανάμεσά τους και ο λοχαγός μηχανοκινήτων Στέλιος Παττακός, ο γνωστός της τριανδρίας της χούντας του 1967. Ορκίστηκαν μια μέρα πριν, 7 Ιουλίου,  χωρίς να έχουν υπόψη τους τίποτα για τους κατηγορουμένους.

Η υπεράσπιση των κατηγορουμένων ζήτησε τη διακοπή της δίκης για μια βδομάδα χωρίς να εισακουστεί.  Στο ιστορικό ψήφισμα του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων μεταξύ άλλων αναφέρεται: «Επρόκειτο περί οργανώσεως οικονομικού μόνον περιεχομένου, ουδεμία δε εκδήλωσης πράξεως βίας έχει λάβει χώραν…»  

Στις 23 Ιουλίου του 1948 το Στρατοδικείο έβγαλε την απόφασή του. Από τους 114 κατηγορούμενους, 48 καταδικάζονται «τετράκις, τρις, δις, άπαξ» σε θάνατο. 11 σε ισόβια ή σε μικρότερες ποινές και οι υπόλοιποι απαλλάσσονται «λόγω βλακείας».  Στις 27-7-1948 οδηγούνται στο Σταυράκι και εκτελούνται οι: Πρίντζου Ευτυχία, Πρέντζας Χρήστος, Μπίτης Απόστολος, Μπίτη Ελπνίκη και Μαρνέλης Παναγιώτης.

Στις  9 και 10 Αυγούστου οδηγούνται στον ίδιο τόπο μαρτυρίου, το Σταυράκι και εκτελούνται οι: Ασπρίδης Ιωάννης, ετών 24, Ευαγγελίδης Ευάγγελος, ετών 26, Ζουρνάς Τιμολέων, ετών 31, Καλαντζής Ιωάννης, ετών 19, Ράπτης Κων/νος, ετών 33, Στεργίου Γεώργιοε, ετών 37, Χαρίτων Ευάγγελος, ετών 38, Χατζής Άγγελος, ετών 33, Χολέβας Κων/ος, ετών 34, Χόνδρος Απόστολος, ετών 23 και Χρόνης Κων/ος ετών 45.   

Ο Γιάννης πριν οδηγηθεί στο απόσπασμα γράφει το τελευταίο του γράμμα. Νιώθει βαθειά τον πόνο των γονιών του για όσα εξ αιτίας του πρόκειται να υποφέρουν απ’ εδώ και πέρα και τους ζητά συγγνώμη. Φεύγει με το παράπονο:

«Καταδικάστηκα σε θάνατο από ελληνικό στρατοδικείο και από Έλληνες αξιωματικούς σαν προδότης της πατρίδας και θα πέσω από ελληνικές σφαίρες. Πεθαίνω όμως με το πικρό παράπονο, γιατί ποτέ δε θέλησα να προδώσω την Ελλάδα. Ήμουν πάντα Έλληνας και πεθαίνω σαν Έλληνας».   

Ο θάνατος του Γιάννη και τόσων άλλων ήταν μια ψυχρή δολοφονία. Σε τι έφταιξε και του αφαίρεσαν τη ζωή του στο ξεκίνημά της;  Ποιο ήταν το έγκλημά του που έπρεπε να το πληρώσει με τη ζωή του; Το πέταγμα μερικών προκηρύξεων όλο κι όλο. Τόσο κινδύνευε το πάνοπλο καθεστώς από μερικά χαρτιά ενός δεκαεννιά χρονου παιδιού; Πόσος παραλογισμός, Θεέ μου…

 

(Στη φωτογραφία, το μνημείο που στήθηκε στο Σταυράκι για τους 16 εκτελεσθέντες της Δίκης Πρίντζου – Αποκαλυπτήρια: 25 Αυγούστου 1985)

  • Τα ιστορικά στοιχεία για την «Δίκη Πρίντζου» βασίζονται στην εμπεριστατωμένη έρευνα του φιλόλογου Σπύρου Εργολάβου που κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 1988 από τις εκδόσεις ΣΟΚΟΛΗ με τον τίτλο «Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΠΡΙΝΤΖΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΚΤΕΛΕΣΜΕΝΟΙ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ».
The following two tabs change content below.
Θέματα με διάρκεια στον χρόνο, ιστορία, πρόσωπα, τέχνη και πολιτισμός, αφορμές για σκέψη, αναζητήσεις χωρίς πυξίδα.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts