Η μουσική του Λουκιανού Κηλαηδόνη για τον “Θίασο” του Αγγελόπουλου

των Μάκη Γκαρτζόπουλου και Ηρακλή Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, τ. 34, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2009)

Γυρισμένος το 1973, ο «Θίασος» ακολουθεί τη διαδρομή ενός περιοδεύοντος θιάσου στην Ελλάδα από το 1939 μέχρι το 1952. Το ρεπερτόριο του θιάσου περιορίζεται σε ένα και μοναδικό έργο, το βουκολικό δράμα του Περεσιάδη “Γκόλφω, η βοσκοπούλα”, που ο θίασος προσπαθεί να παρουσιάσει εν μέσω μιας από τις πιο ταραγμένες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας: από το τέλος της δικτατορίας του Μεταξά, την έναρξη του πολέμου, την κατοχή των Γερμανών, την Απελευθέρωση, την έλευση των «συμμάχων» (Άγγλων αρχικά και Αμερικανών στη συνέχεια), τον Εμφύλιο και τις διώξεις των κομμουνιστών, μέχρι τις εκλογές του 1952 όπου κυριαρχούν οι δυνάμεις της Δεξιάς. Τα μέλη του θιάσου μετατρέπονται σε φορείς της ιστορίας, ο βίος τους πλέκεται αξεδιάλυτα με τη μοίρα του τόπου, και η θεατρική παράσταση του μπουλουκιού σχεδόν ποτέ δεν ολοκληρώνεται (εκτός από μία και μοναδική φορά, μπροστά στους Εγγλέζους «συμμάχους»), ακολουθώντας κι αυτή τη δίνη της πολιτικής διαδρομής της Ελλάδας.

ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΚΗΛΑΗΔΟΝΗ

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης θυμάται πως κι από που ξεκίνησαν όλα: «Είναι καλοκαίρι του 1973, και εγώ έχω κάνει τη μουσική για το Ελεύθερο Θέατρο και την παράσταση στο Άλσος Παγκρατίου “Κι εσύ χτενίζεσαι”, η οποία παιζόταν με μεγάλη επιτυχία μέσα στη δικτατορία. Τότε έρχεται στο θέατρο ο Θόδωρος και εκεί τον πρωτογνώρισα, ή με πήρε τηλέφωνο πρώτα, δεν θυμάμαι, δεν έχει καμία σημασία. Μου είπε ότι ετοιμάζει μια ταινία και θα ήθελε να του κάνω τη μουσική. Μου είπε με δυο λόγια περί τίνος επρόκειτο. Κατάλαβα ότι επρόκειτο για κάτι σημαντικό. Όλοι οι συνεργάτες, ο Δημήτρης Αρβανίτης στη φωτογραφία, ο Θανάσης Αρβανίτης στον ήχο, ο Μικές Καραπιπέρης στα σκηνικά, η ομάδα του Θόδωρου πίστεψαν από την πρώτη στιγμή ότι εδώ γίνεται κάτι πάρα πολύ σοβαρό».

Ο «Θίασος» άνοιξε νέους δρόμους στη σχέση κινηματογράφου και μουσικής. Στην ταινία ακούγονται πάνω από τριάντα τραγούδια και ορχηστρικά, τα οποία ποικίλουν ως προς τη μορφή και το περιεχόμενό τους. Ο θεατής-ακροατής θα συναντήσει από ελαφρά τραγούδια (“Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει”, “Άστα τα μαλλάκια σου”) μέχρι ρεμπέτικα (“Κάνε λιγάκι υπομονή”) και δημοτικά (“Μωρή κοντούλα λεμονιά”), και από εμβατήρια (“Μαύρη ειν’ η νύχτα στα βουνά”), και αντάρτικα (“Λαέ σκλαβωμένε”, “Παιδιά σηκωθείτε”) μέχρι σουίνγκ (“In the mood”). Το κριτήριο επιλογής του Κηλαηδόνη υπήρξε σαφές: «Κάθε ένα διαλέχτηκε με κριτήρια του κατά πόσο το τραγούδι αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως σύμβολο του είδους που ανήκει και της κατάστασης που εκφράζει». Η χρήση παλαιών κομματιών της εποχής δεν είναι τυχαία, ούτε υπηρετεί κάποιο ‘ρετρό’ για να γίνει μόδα. Αντίθετα, υποδηλώνει την ιστορικότητα της ταινίας, εγκαθιστώντας την μέσα στο χρόνο και στις μουσικές αναφορές της δεδομένης κοινωνίας. Δικαιολογημένα, η ταινία έχει χαρακτηριστεί ως «ιστορικό μιούζικαλ». Ακόμα και η επιλογή των μουσικών υπηρέτησε μια συγκεκριμένη αναγκαιότητα. Όπως σημειώνει ο συνθέτης, «έγινε προσπάθεια, οι μουσικοί να είναι παλιοί, έτσι που να ’χουν παίξει τα κομμάτια αυτά στην εποχή τους».

Είναι αξιοσημείωτο ότι η μουσική της ταινίας δεν αναπαράχθηκε στο στούντιο, αλλά εκτελέστηκε και ηχογραφήθηκε – με τα περίφημα δικάναλα Nagra – στους τόπους όπου γυρίζονταν οι σκηνές, ταυτόχρονα μ’ αυτές. Έτσι, δημιουργείται μια ξεχωριστή αίσθηση του ήχου μέσα στο χώρο και το χρόνο. Όπως τα μακριά πλάνα της ταινίας υπηρετούν τη μη διακοπή του εσωτερικού ρυθμού της ταινίας, έτσι και η επιτόπια εκτέλεση της μουσικής τονίζει την ενότητα χώρου και χρόνου. Σχεδόν κάθε σκηνή αρχίζει ή τελειώνει με μουσική, η οποία έχει πάντα μια συγκεκριμένη προέλευση, είτε τραγουδιέται από τους ηθοποιούς, είτε παίζεται από κάποια ορχήστρα. Χωρίς τη μουσική, γίνεται αδύνατη η εξέλιξη της ταινίας. Συνεπώς, εδώ το σάουντρακ απομακρύνεται εντελώς από το μοντέλο της μουσικής διακόσμησης-επένδυσης και από τη λειτουργία της συναισθηματικής υπογράμμισης που αυτό επιφυλάσσει, και καθίσταται συμπληρωματικό στοιχείο της δράσης.

Συνολικά, η μουσική στον «Θίασο» εμφανίζεται ως άμεσο παράγωγο της κοινωνικής δράσης του λαού. Κάθε επιλογή του Κηλαηδόνη αντανακλά μία συγκεκριμένη αντίληψη για τη σχέση μουσικής και κοινωνίας. Σύμφωνα με τον ίδιο: Σε κάθε τόπο και σε κάθε ιστορική στιγμή, η μουσική ενός λαού εκφράζει απόλυτα την κοινωνικοπολιτική του κατάσταση. Έτσι κι εδώ, η πορεία του Θιάσου μέσα στα χρόνια ’39-’52 έπρεπε να σηματοδοτηθεί μουσικά από τα πιο αντιπροσωπευτικά είδη, ενώ παράλληλα να αποκαλυφθεί τι σήμαινε κάθε ένα από αυτά. Μ’ αυτό τον τρόπο, μέσα από την πορεία της μουσικής διαγράφεται η πορεία της ίδιας της Ελλάδας στα χρόνια αυτά.

Ο ΓΡΙΦΟΣ ΤΟΥ «ΓΙΑΞΕΜΠΟΡΕ» ΚΑΙ ΤΟ «ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ 1946»

Χαρακτηριστικό ηχητικό μοτίβο της ταινίας είναι το τραγούδι «Γιαξεμπόρε». Η φράση «Γιαξεμπόρε» ήταν ένας χαιρετισμός-παραφθορά του «Γεια σου αμόρε» που φώναζαν οι Ιταλοί θεατρίνοι και τραγουδιστές – πρώτοι δάσκαλοι του βαριετέ στην Ελλάδα – προς τους θαμώνες των καφέ-σαντάν. Με αυτοσχέδιους στίχους και σχεδόν πάντα την ίδια μουσική, το «Γιαξεμπόρε» πέρασε στα ελληνικά μπουλούκια ως κάλεσμα, δηλαδή ως επιθεωρησιακός πρόλογος για την προσέλκυση θεατών πριν από την παράσταση. Ο Κηλαηδόνης εξηγεί: «Το τραγούδι σπονδυλώνεται στα διάφορα μοτίβα, που προσθέτονται ή αφαιρούνται, ανάλογα με τις ανάγκες του Θιάσου. Μας τραγούδησε κάποτε κάποιος παλιός μπουλουκτσής δύο μοτίβα του τραγουδιού που θυμότανε. Ξεκινώντας από τα μοτίβα αυτά, έγραψα 4-5 μοτίβα ακόμα, στο ύφος των άλλων, τα οποία υπήρξαν και καθοριστικά για το όλο ύφος του τραγουδιού. Προσπάθησα το τραγούδι να κρατήσει το Σλάβικο χαρακτήρα του (ο ρυθμός του είναι χασαποσέρβικος), και, παράλληλα, ν’ απαντήσει μουσικά τις μνήμες από παλιούς ιταλικούς και γαλλικούς Θιάσους που περιόδευαν την Ελλάδα στις αρχές του αιώνα και που υπήρξαν οι πρώτοι δάσκαλο του είδους ‘μπουλούκι’».

Στον Θίασο, τα τραγούδια «γράφουν» στην κυριολεξία ιστορία· μια ιστορία γραμμένη με αίμα αλλά και με νότες. Μία χαρακτηριστική σκηνή, που έχει καταγραφεί ως μία απ’ τις κορυφαίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, είναι η σκηνή του κέντρου διασκέδασης, όπου βρίσκεται η τραγουδίστρια του μαγαζιού και τραγουδά το «Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει» των Γιώργου Μουζάκη-Κώστα Κοφινιώτη, κάτω από την επιγραφή «ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ 1946». Ήδη στο μαγαζί βρίσκεται μια παρέα βασιλόφρονων αντρών ντυμένων με παλτά και ρεπούμπλικες. Η εύθυμη ατμόσφαιρα διακόπτεται με την είσοδο μιας παρέας από νεαρά ζευγάρια η οποία κάθεται απέναντι (κομμουνιστές). Η ομάδα των βασιλοφρόνων διακόπτει την τραγουδίστρια. Η “μάχη” με τραγούδια ξεκινάει με το ρεφραίν από το τραγούδι «Του αητού ο γιος», ενώ η απάντηση των αριστερών έρχεται με το αντιστασιακό τραγούδι «Είμαστ’ εμείς Ελλάδα τα παιδιά σου». Οι παρακρατικοί απαντούν με μια παραλλαγή στο κουπλέ από το «Του αητού ο γιος», για να έρθει η απόκριση της παρέας των κομμουνιστών με το γνωστό προσκοπικό τραγούδι «Γιουπι-για-για», με παραλλαγένους τους στίχους του υπέρ της λαϊκής κυριαρχίας. Το ίδιο τραγούδι ακούγεται ξανά, αυτή τη φορά με στίχους υπέρ της ακροδεξιάς, παρακρατικής οργάνωσης «Χ». Η σκηνή τελειώνει με μια εκδοχή του τραγουδιού ‘In the mood’ των Andy Razaf – Joe Garland. Η ελληνική εκδοχή των Νίκου Γκάτσου, Αγγελόπουλου και Κηλαηδόνη αναφέρεται στο σήμα που έφεραν τα βρετανικά στρατεύματα στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση, υπό την ηγεσία του Στρατηγού Σκόμπυ, το οποίο παρίστανε έναν πελαργό σε κύκλο. Τελικά, ο μουσικός διάλογος διακόπτεται με τον κρότο ενός πιστολιού, το οποίο κραδαίνει ένας από τους βασιλόφρονες. Με αργές κινήσεις, η άοπλη παρέα των αριστερών φεύγει από το κέντρο…

Η ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΑΟΥΝΤΡΑΚ

Ο δίσκος με το σάουντρακ του «Θίασου» έχει τη δική του, περιπετειώδη ιστορία. Κυκλοφόρησε μόλις το 1992, δύο δεκαετίες περίπου μετά την παραγωγή της ταινίας Τον λόγο μας τον εξηγεί ο Αλέξης Βάκης, ο παραγωγός του δίσκου: «Η έκδοση σε δίσκο του soundtrack από το “Θίασο” είχε “κολλήσει” λόγω της ύπαρξης ενός παλιού –αλλά σε ισχύ- νόμου που απαγόρευε την “αναμόχλευση” των πολιτικών παθών. Η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Προεδρίας δεν θα έδινε άδεια κυκλοφορίας για όσα ηχογραφήματα ενέπιπταν σ’ αυτή την “αναμόχλευση”». Με δεδομένο πως στο Θίασο ακούγονταν πολλά αντάρτικα τραγούδια, όπως και τραγούδια της άλλης πλευράς, δεν έγινε καν απόπειρα μιας τέτοιας κυκλοφορίας από τον Λουκιανό. Ρόλο στην πολυετή αυτή καθυστέρηση έπαιξαν και κάποιες αρχικές αμφιβολίες του συνθέτη ως προς τη δυνατότητα αυτόνομης παρουσίας της μουσικής έξω απ’ την ταινία.

Με τα χρόνια, το ζήτημα ξεχάστηκε. Το 1992, όμως, καθώς είχε χαλαρώσει η λογοκρισία και είχαν υποχωρήσει και οι όποιοι προβληματισμοί του Κηλαηδόνη, τα αδέρφια Αλέξης και Δημήτρης Βάκης αποφάσισαν να εγκαινιάσουν τον κατάλογο της νεοσύστατης τότε εταιρείας “ΤΡΟΧΟΣ” με το σάουντρακ του “Θίασου”. Ο δίσκος δεν αποτελείται απλά από τα τραγούδια που ακούγονται στην ταινία. Πρόκειται για ένα αυτόνομο και με δικό του σενάριο ακρόαμα που κινείται παράλληλα με την ταινία, περιλαμβάνοντας έως και διαλόγους. Για την επεξεργασία του ακροάματος στο στούντιο χρησιμοποιήθηκε η αρχική ηχητική μπάντα του φιλμ, την οποία εμπιστεύτηκε στους παραγωγούς ο ίδιος ο Αγγελόπουλος. Η μίξη στο στούντιο Acoustic έγινε με τη συμβολή του μοντέρ Γιάννη Τσιτσόπουλου και του ηχολήπτη Κώστα Πρικόπουλου. Κυκλοφόρησαν 2.000 αντίτυπα δίσκων βινυλίου, που διακινήθηκαν από την ίδια την εταιρεία παραγωγής. Υπήρξε σημαντική ανταπόκριση από το κοινό και πουλήθηκαν τα περισσότερα από τα αντίτυπα που κυκλοφόρησαν. Σταδιακά όμως, η ολοσχερής μεταστροφή της αγοράς προς το δίσκο ακτίνας σήμανε την εξαφάνιση του δίσκου από την αγορά. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα το σάουντρακ δεν έχει κυκλοφορήσει σε cd.

Αντί επιλόγου, δίνουμε δικαιωματικά τον λόγο στον Κηλαηδόνη: «Θυμάμαι περιπετειώδη γυρίσματα, σαν εκείνο στα χιόνια όπου είμαστε όλοι στο χιόνι από τις 9 το πρωί ως τις 6 το απόγευμα. Ο Θόδωρος είναι με ένα μπερεδάκι, ένα σακάκι και κάτι παλιά παπούτσια μέσα στον πάγο, κι εμείς είμαστε δίπλα του. Ο Αντρέας (σ.σ. Τσεκούρας) έπαιζε ακορντεόν με 15 υπό το μηδέν πάνω στα Ζαγόρια, οι γυναίκες ήταν με τα τακούνια μες στη λάσπη και τα χιόνια, και κατέβαιναν το βουνό. Όλοι όμως είχαμε πιστέψει ότι αυτό που γίνεται είναι σημαντικό. Και είχαμε σαν παράδειγμα τον Θόδωρο, ο οποίος δεν έλεγε κάτι και μετά χωνόταν στο καφενείο μέχρι να γυριστεί η σκηνή. Ήταν εκεί, παρών, το πίστευε, το πιστεύαμε όλοι, το υπερασπιστήκαμε μέχρι το τέλος».

Πηγή: Μουσικά Προάστια

 

The following two tabs change content below.
Θέματα με διάρκεια στον χρόνο, ιστορία, πρόσωπα, τέχνη και πολιτισμός, αφορμές για σκέψη, αναζητήσεις χωρίς πυξίδα. Οι αναρτήσεις του postmodern είναι ελεύθερες προς αντιγραφή, διανομή και προβολή με την αναφορά της πηγής (συντάκτη και ιστότοπου).

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts