Οι “μωβ Βάκχες” του Έκτορα Λυγίζου (ή Βάκχες χωρίς… Βάκχες)

του Δημήτρη Καλαντζή. 

Παρακολουθώντας και τη δεύτερη παράσταση του Έκτορα Λυγίζου στην Επίδαυρο, ο θεατής οδηγείται αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο σκηνοθέτης δεν αγαπά τις βασικές συμβάσεις της αρχαίας τραγωδίας. Δεν αγαπά τα κείμενα, δεν αγαπά τα συντριπτικά ηθικά διλήμματα, δεν αγαπά τις ακραίες ανθρώπινες καταστάσεις, δεν αγαπά τους διαλόγους, δεν αγαπά τους μονολόγους, δεν αγαπά τον χορό, δεν αγαπά την κλιμάκωση της πλοκής, δεν αγαπά την προικονομία και την συμπύκνωση, δεν αγαπά την κορύφωση της τραγωδίας και σίγουρα δεν αγαπά τους υποκριτές.

Μετά το πειραματικό ανέβασμα του «Προμηθέα Δεσμώτη» πριν από μερικά χρόνια – την «χειρότερη παράσταση τραγωδίας στην Επίδαυρο κατά την τελευταία δεκαετία», σύμφωνα με κάποιους αυστηρούς γνώστες του είδους – όπου οι θεατές παρακολουθούσαμε επί μία ώρα τρεις ηθοποιούς να κάνουν πηδηματάκια πάνω σε έναν οριζόντιο σταυρό που υποτίθεται ήταν δεμένος ο Προμηθέας και να απαγγέλουν με κωμικό τρόπο κομμάτια του έργου, φέτος το Φεστιβάλ Επιδαύρου (για αδιευκρίνιστους λόγους) του εμπιστεύτηκε να ανεβάσει τις Βάκχες του Ευριπίδη, μία από τις δημοφιλείς και σκληρές αρχαίες τραγωδίες, με την Αγαύη, σε βακχικό πυρετό να κάνει κομματάκια τον γιό της Πενθέα, νομίζοντας ότι είναι αγρίμι του δάσους.

Και μόνο αυτή η σκληρότητα της σκηνής, κατατάσσει το έργο στις τρεις πιο βίαιες τραγωδίες που έχουν διατηρηθεί μέχρι τις ημέρες μας, μαζί με τη Μήδεια που σκοτώνει τα παιδιά της και τον Αγαμέμνονα που βρίσκει τον θάνατο από τα χέρια της γυναίκας και του εραστής της. Στην παράσταση του Λυγίζου, το φοβερό έγκλημα της παιδοκτονίας και της συνειδητοποίησης από την Αγαύη του μεγέθους την ανόσιας πράξης της περνάει… αβρόχοις ποσίν.

Μέλημα του σκηνοθέτη σε αυτές τις Βάκχες φάνηκε να είναι η διάλυση  της φόρμα της αρχαίας τραγωδίας και η ανασύστασή της με «εύκολους» τρόπους, που παρέμειναν πειραματικοί και σίγουρα ανολοκλήρωτοι.

Αισθητικά, οι νεωτερισμοί που πρότεινε ο Λυγίζος ήταν α) να ντύσει την ορχήστρα της Επιδαύρου με τρία κομμάτια μοκέτας χρώματος μωβ (υποτίθεται ότι η μοκέτα ήταν ο χώρος που κέρδιζε στην πόλη ο νέος θεός Διόνυσος) και β) να ντύσει τους ηθοποιούς… ινδιάνους (ιθαγενείς), που κάθε φορά που κάποιος ασπαζόταν τη νέα θρησκεία να καλείται να πετάξει από πάνω του τα… ινδιάνικα και να μένει με τις σωβρακοφάνελες που φορούσε από κάτω.

Δραματουργικά, ο Λυγίζος «έσπασε» τους πρωταγωνιστικούς ρόλους σε δύο – τρία πρόσωπα (ένας παλαιός νεωτερισμός που τα τελευταία χρόνια έχει γίνει αφόρητη μανιέρα), ώστε να αποστερήσει από όλους τους υποκριτές του τη δυνατότητα να πλάσσουν χαρακτήρες.

Το ένα τρίτο της παράστασης του Λυγίζου ήταν η απαγγελία από όλους μαζί τους ηθοποιούς του λόγου του Ευριπίδη, χωρίς καμία δράση. Αλλά αυτό θα μπορούσε και να εκληφθεί ως θετικό της συγκεκριμένης παράστασης, αφού όταν οι ηθοποιοί μιλούσαν ξεχωριστά, χρησιμοποιήσουν σφυρίγματα, κωμικές στάσεις των σωμάτων τους, «δαχτυλάκια» και ό,τι άλλο «πρωτότυπο» μπόρεσε να σκεφτεί ο σκηνοθέτης για να αποστερήσει το έργο από το βάρος του.

Το κοινό ξεσπούσε τακτικά σε γέλια – περισσότερα κι από όσα εκδηλώνονται σε παραστάσεις αρχαίας κωμωδίας – ενώ μία παρέα ξένων στην μπροστινή μου κερκίδα είχε ξεσπάσει με τέτοιο νευρικό γέλιο από τα «ευρήματα» του σκηνοθέτη που σίγουρα η «αρχαία ιλαροτραγωδία που είδαν στο Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο» θα τους μείνει αξέχαστη.

Ο Λυγίζος στα σημεία που προσπάθησε να δημιουργήσει συγκίνηση και πάθος στους θεατές, κατέφυγε στην πρωτόλεια ευκολία να κλείσει τα φώτα και να αφήσει μόνο έναν προβολέα να στοχεύει στους ηθοποιούς οι οποίοι έλεγαν αργά λέξη προς λέξη το κείμενο μήπως και αποκαταστήσουν τη μέχρι τότε ελαφρότητα της παράστασης. Μάταιος κόπος…

Στην Επίδαυρο το ΠαρασκευοΣάββατο 14 και 15 Ιουλίου δεν ακούστηκε ο λόγος του Ευριπίδη. Δεν παρουσιάστηκε καν μία ολοκληρωμένη  εναλλακτική πρόταση πάνω στις «Βάκχες». Ήταν μία ανάλαφρη, αβασάνιστη, βιαστική παράσταση που έκλεισε όπως – όπως με τους ηθοποιούς να απαγγέλουν εν χορώ επί δέκα λεπτά το τέλος του έργου.

Η σύγκριση με την πρόσφατη «Μήδεια» του Δημήτρη Καραντζά στην Μικρή Επίδαυρο ήταν συντριπτική για τη παράσταση του Λυγίζου. Ο Καρατζάς διέλυσε τη «Μήδεια» του Ευριπίδη για να την επανασυνθέσει με ένα πάθος υποδόριο, ανατομικής ακρίβειας και εξονυχιστικής μελέτης του κάθε κυττάρου της. Στην Μικρή Επίδαυρο απολαύσαμε μία ολοκληρωμένη πρόταση για τη «Μήδεια» που ενδεχομένως να μη γίνει ποτέ επικρατούσα αλλά συνεπήρε τα αισθήματα και την ψυχή μας.

Στην Μεγάλη Επίδαυρο είδαμε μία παράσταση επιφανειακή, εύκολη, που εξήντλησε γρήγορα τα όποια ευρήματά της και κατέληξε στο πιο αμήχανο τέλος τραγωδίας που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια.

Όχι, οι «προγραμματικές δηλώσεις» του Λυγίζου περί «παράστασης μέσα στην παράσταση με σκηνοθέτη τον θεό του Διονύσου» δεν υλοποιήθηκαν ποτέ στην ορχήστρα της Επιδαύρου, ούτε η πρόθεσή του να ενοποιήσει όλους τους ηθοποιούς σε έναν κοινό μονόλογο, ως την πλήρη επικράτηση της θρησκείας του Διονύσου είδαμε. Μόνο αμηχανία υπήρξε στην ορχήστρα της Επιδαύρου.

Το postmodern, σέβεται απόλυτα τις οπτικές και τα οράματα κάθε σκηνοθέτη, αλλά πιστεύει ότι το φεστιβάλ Επιδαύρου θα πρέπει να σέβεται και την επιθυμία των ανθρώπων που λατρεύουν τα αρχαίο δράμα και μπαίνουν στη διαδικασία να ταξιδέψουν μέχρι εκεί για να δουν παραστάσεις που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του εμβληματικού χώρου.

Ο κύριος Λυγίζος, έχει δημιουργήσει ένα κοινό που τον ακολουθεί. Μπορεί να συνεχίσει τους πειραματισμούς του σε δικούς του χώρους. Ας αφήσει την Επίδαυρο για εκείνους που αγαπούν το αρχαίο δράμα.

Η μοκέτα των Βακχών έτοιμη να στρωθεί στην ορχήστρα. Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου Σάββατο 15 Ιουλίου 2017. Φωτό DNK.

Στα (πολύ) αρνητικά της παράστασης:

Είδαμε Βάκχες χωρίς… Βάκχες! Ακούγεται απίθανο αλλά ναι, ο Έκτορας Λυγίζος προτίμησε να μην έχει χορό Βακχών στην παράστασή του, να μην βάλει δηλαδή καθόλου τον θεατή στο πνεύμα της βακχείας, της έκστασης και του αποχωρισμού από τη λογική για την λατρεία του θεού Διονύσου. Ήταν οι πιο «αποστειρωμένες» Βάκχες, που έχουμε παρακολουθήσει.

Η υποτίμηση των ηθοποιών. Μόνο ο Αργύρης Πανταζάρας κατάφερε να μας δείξει λίγο από το (μεγάλο) ταλέντο του στην αρχή της παράστασης, όταν ο Λυγίζος του επέτρεψε να παίξει για λίγο μόνος του τον Διόνυσο. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί ισοπεδώθηκαν. Είναι δυνατόν να έχεις την κορυφαία Ανέζα Παπαδοπούλου και την υπερ-ταλαντούχα Μαρία Πρωτόπαππα και να τις βάζεις να κάνουν ντουέτο τον ρόλο της Αγαύης, ως «αδελφές Τατά»; Όσο για τον Βασίλη Μαγουλιώτη που πέρσι η Επίδαυρος χειροκροτούσε όρθια στην Αντιγόνη του Λιβαθινού, τώρα έκανε ένα «πέρασμα», αρθρώνοντας πέντε κουβέντες. Τι τους ήθελε τόσο καλούς ηθοποιούς ο Λυγίζος για μία παράσταση που θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί από μαθητευόμενους δραματικής σχολής;

Στα θετικά της παράστασης:

Η σύντομη διάρκεια – μία ώρα και 10’. Προφανώς ο σκηνοθέτης είχε συναίσθηση για το ότι δεν είχε πολλά να πει και κράτησε το σωστό χρόνο.

Ελπίζουμε σε κάτι καλύτερο.

 

The following two tabs change content below.

Δημήτρης Καλαντζής

Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στο κέντρο της Αθήνας. Σπούδασε δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι» και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς & τηλεοπτικούς σταθμούς και τώρα διερευνά τους κώδικες του διαδικτύου. Αγαπά τις ανθρώπινες ιστορίες και τις γάτες.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts