Η θανάτωση 500.000 σκύλων και γατών στο Λονδίνο του ’39

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1939 οι πολίτες του Λονδίνου ξεκίνησαν να θανατώνουν τα κατοικίδια ζώα τους. Κατά τη διάρκεια των πρώτων τεσσάρων ημερών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, θανατώθηκαν πάνω από 400.000 σκύλοι και γάτες – περίπου το 26% των κατοικίδιων ζώων του Λονδίνου, αριθμός έξι φορές μεγαλύτερος από τον αριθμό των θανάτων ανθρώπων στο Ηνωμένο Βασίλειο από τους βομβαρδισμούς των Ναζί κατά τη διάρκεια ολόκληρου του πολέμου. Ήταν μια ήρεμο και ομαλό «μακελειό»…

Κάθε «καταφύγιο ζώων» είχε μια ουρά που εκτεινόταν ένα χιλιόμετρο με ανθρώπους που περίμεναν να παραδώσουν τα ζώα τους για να τους γίνει ευθανασία. Στα κρεματόρια στοιβάζονταν πτώματα αγαπημένων σκύλων και γατών και, καθώς δεν επιτρεπόταν να δουλεύουν νύχτα για να μην δίνουν στόχο στα βομβαρδιστικά, σύντομα δήλωσαν αδυναμία να αποτεφρώσουν άλλα ζώα. Ένα σανατόριο πρόσφερε ένα λιβάδι, όπου υπολογίζεται ότι μισό εκατομμύριο σκυλιά, γατιά και άλλα κατοικίδια εναποτέθηκαν.

Παραλαβή σκύλου προς ευθανασία. Η ιδιοκτήτρια κάθεται με απίστευτη ψυχραιμία, περιμένοντας να παραδώσει και το επόμενο σκυλάκι της. Πρόκειται για προπαγανδιστική φωτογραφία. Η ταμπέλα από πίσω κάνει λόγο “για ανθρώπινη καταστροφή ζώων”.

Τίποτα από αυτά δεν έγινε από πραγματική αναγκαιότητα. Τα τρόφιμα δεν ήταν ακόμη σπάνια και τα γερμανικά καταδρομικά δεν είχαν ξεκινήσει τις επιθέσεις τους, γεγονός που συνέβη τον επόμενο χρόνο. Ήταν μια μαζική δράση που προκλήθηκε από έναν λαό τρομαγμένο από τη νέα πραγματικότητα του πολέμου, που έπρεπε βεβιασμένα να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με τα ζώα.

Σχεδόν αμέσως, οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν το λάθος τους. Τον Νοέμβριο οι Times «θρηνούσαν» για το γεγονός ότι «υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι μεγάλος αριθμός κατοικίδιων συνεχίζει να εξολοθρεύεται για κανέναν άλλον λόγο πέραν ότι είναι άβολη η διατήρησή τους στη ζωή – κάτι που φυσικά δεν είναι πραγματικός λόγος, αλλά απλά δείχνει την ανικανότητα του ιδιοκτήτη να εκτιμήσει τις υποχρεώσεις του απέναντι στο ζώο του».

Ο δημοφιλέστερος DJ του BBC Christopher Stone, ξεκίνησε καμπάνια εναντίον της θανάτωσης ζώων μέσω του δημοφιλούς ραδιοφωνικού σόου του με σύνθημα «το να θανατώσεις έναν πιστό φίλο όταν δεν υπάρχει λόγος είναι ένας άλλος τρόπος για να αφήσεις τον πόλεμο να μπει στο σπίτι σου». Τότε άρχισε η μείωση των θανατώσεων και τα ζώα που επέζησαν από εκείνες τις μέρες, θα έβγαιναν ζωντανά και από ολόκληρο τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά η ζημιά είχε ήδη γίνει. Και η σχέση του ανθρώπου με τα κατοικίδια ζώα του δεν θα ήταν ποτέ η ίδια…

Φυλλάδιο που διαφημίζει πιστόλι με το οποίο γίνεται “πιο αποτελεσματική η θανάτωση ζώων, περιλαμβανομένων αλόγων, γατών και κάθε μεγέθους σκύλων”. Αρχείο NARPAC.

Στο νέο βιβλίο της ιστορικού Hilda Kean “The Great Cat and Dog Massacre: The Real Story of World War Two’s Unknown Tragedy”, η συγγραφέας υποστηρίζει ότι οι μαζικές θανατώσεις είχαν να κάνουν με τη μεταβαλλόμενη σχέση των ανθρώπων με τους σκύλους και τις γάτες στις αρχές του 20ου αιώνα (μία σχέση που ακόμα διατηρείται σε πολλά μέρη της ελληνικής υπαίθρου): όπως τα κοτόπουλα, τα γουρούνια και τα βοοειδή, οι σκύλοι και οι γάτες χρησιμοποιούνταν από τους ανθρώπους για πρακτικούς λόγους. Τα σκυλιά για την ασφάλεια και το κυνήγι και οι γάτες για την εξολόθρευση των τρωκτικών. Οι κάτοικοι των πόλεων όμως είχαν όλο και λιγότερη ανάγκη από αυτές τις «δουλειές». Τα σκυλιά και τα γατιά δεν ήταν πλέον χρήσιμα με την παραδοσιακή έννοια. Παρέμεναν όμως ως μέλη της οικογένειας λόγω παράδοσης και οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να αναρωτιούνται εάν πρέπει να περάσουν από το ερώτημα «τι μπορούν να κάνουν τα ζώα σε εμάς» σε εκείνο του «τι μπορούμε να κάνουμε εμείς για τα ζώα».

Αυτός ο προβληματισμός ήταν καλός σε καιρό ειρήνης, αλλά κατά τη διάρκεια του Α ‘Παγκοσμίου Πολέμου, ένα σημαντικό μέρος του βρετανικού πληθυσμού είχε καταλήξει στη σκέψη ότι τα κατοικίδια ζώα έχαιραν καλύτερης μεταχείρισης από μερικούς ανθρώπους. Οι Times του Λονδίνου δημοσίευσαν εικόνες από το Lambeth Cat Show του 1916, παρουσιάζοντας χαϊδεμένα κατοικίδια ζώα σε μαξιλάρια μεταξιού, σημειώνοντας ότι «όλες οι γάτες ήταν κομψές, καλλωπισμένες και τροφαντές». Ο τελευταίος αυτός χαρακτηρισμός, χωρίς αμφιβολία, ενόχλησε σε μια εποχή που αρκετοί πεινούσαν και η επικρατούσα άποψη, ιδίως μεταξύ των μεσαίων και κατώτερων τάξεων, ήταν ότι τα κατοικίδια ζώα ήταν «είδη πολυτελείας» που κατανάλωναν άσκοπα πόρους. Άλλωστε το δόγμα της εποχής ήταν “κάθε δεκάρα είναι αναγκαία για την αυτοκρατορία”.

Οι μνήμες του Α ‘Παγκοσμίου Πολέμου έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για την τύχη των ζώων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολλοί θυμήθηκαν τις άγριες γάτες και τα πεινασμένα σκυλιά που περιπλανιούνταν στους δρόμους του Λονδίνου, εγκαταλελειμμένα ή ορφανά μέσα σε συνθήκες απόλυτης καταστροφής και πείνας. Μόλις κατέστη σαφές ότι ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος, η βρετανική κυβέρνηση έβαλε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα κάτω από την Εθνική Επιτροπή Προστασίας Ζώων (NARPAC), η οποία έβγαλε ειδικές διατάξεις για τα ζώα που είχαν οικονομικό ενδιαφέρον. Παρόλο που η NARPAC δεν υποστήριξε την εξολόθρευση των κατοικίδιων ζώων, παρείχε οδηγίες για την θανάτωσή τους με τον λιγότερο δυνατό οδυνηρό τρόπο.

 

Φυλλάδιο που δείχνει το σημείο που πρέπει να πυροβοληθούν τα ζώα για λιγότερο οδυνηρό και σύντομο θάνατο. Αρχείο NARPAC.

Η κρατική επιβολή διάκρισης μεταξύ χρήσιμων ζώων και ζώων που θεωρούνταν απλώς είδη πολυτελείας παρέχει μια εύλογη εξήγηση για τη θανάτωση μισού εκατομμυρίου ζώων το 1939. Αλλά αυτό αποτελεί τη μισή αλήθεια. Τα κατοικίδια ζώα μπορεί να ήταν λιγότερο χρήσιμα από άλλα ζώα, αλλά η συναισθηματική σχέση των ανθρώπων μαζί τους έπαιξε εξίσου σημαντικό ρόλο για τη θανάτωσή τους.

Το να σκοτώνεις ένα ζώο και όχι να το αφήνεις να λιμοκτονήσει, θεωρήθηκε ως πράξη ελέους και συμπόνιας. Ένας άνθρωπος είχε γράψει για την αγαπημένη του γάτα Lulu, ότι ήταν αδύνατο να την πάρει μαζί του στην ύπαιθρο αλλά δεν άντεχε και τη σκέψη να την αφήσει στην πόλη «ανυπεράσπιστη στους κινδύνους του πολέμου». Αναρίθμητες ιστορίες από οικογένειες που θανάτωσαν τα κατοικίδιά τους, αναδεικνύουν την επιθυμία τους να τα προστατεύσουν από τον τρόμο και την βαρβαρότητα από τον πόλεμο που ήταν ξεκάθαρο ότι ερχόταν.

Τα κατοικίδια ήταν σαν τα μέλη της οικογένειας και εδώ μπορεί να προκύψει η πραγματική αλήθεια του θέματος. Κατά την πορεία του πολέμου, πολλοί γονείς αποκάλυψαν ότι σχεδίαζαν τη δηλητηρίαση των παιδιών τους προκειμένου να μην ζήσουν κάτω από τη γερμανική κατοχή. «Έχω συλλέξει τα δηλητήρια για κάποιο χρονικό διάστημα με πονηριά», ανέφερε μια νοικοκυρά στο πρόγραμμα κοινωνικής έρευνας Mass-Observation. «Έχω επαρκή δηλητήριο για να δώσω στον εαυτό μου, στο σύζυγο και σε όλα τα παιδιά μια θανατηφόρα δόση. Θυμάμαι τον τελευταίο πόλεμο. Δεν θέλω να ζήσω άλλον και δεν θέλω να τον ζήσουν και τα παιδιά μου. Δεν θα τους πω, θα το κάνω απλά». Το συναίσθημά της νοικοκυράς μοιράζονταν και πολλοί άλλοι όπως ένας 45χρονος πατέρας δύο αγοριών που έλεγε ότι «θα προτιμούσα να δω τα δύο μου αγόρια νεκρά. Θα τα δηλητηριάσω αν δω ότι έρχεται η καταστροφή».

Όταν όμως ήρθε ο πόλεμος, δεν έγιναν μαζικές δολοφονίες παιδιών. Αντίθετα, φαίνεται ότι πολλοί άνθρωποι επιφύλαξαν αυτή την παρόρμηση για τα ζώα τους. Η μαζική δηλητηρίαση των παιδιών, θα προανήγγειλε μια καταστροφή στον ανθρώπινο πολιτισμό, τον οποίο οι Βρετανοί ίσως δεν θα είχαν ακόμα ανακάμψει. Η ευθανασία όμως των κατοικίδιων ζώων, δικαιολογήθηκε  ως έλεος σε δύσκολους καιρούς και για να σώσει κάποιος το αγαπημένο ζώο του από οδυνηρό και μαρτυρικό θάνατο.

Όπως το ελάφι αντικατέστησε την Ιφιγένεια τη στιγμή της θυσίας, τα κατοικίδια ζώα του Λονδίνου θυσιάστηκαν αντί των παιδιών της, έτσι ώστε οι Λονδρέζοι να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους για έλεος. Και ήταν ακριβώς η κατάσταση των κατοικίδιων ζώων, στα μισά του δρόμου ανάμεσα στον κόσμο της φύσης και στον κόσμο της ανθρωπότητας, που έθεσαν τη ζωή τους σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Σε αντίθεση με άλλα ωφελιμιστικά ζώα που θεωρούνταν λίγο περισσότερο από εργαλεία ή πηγές τροφίμων, τα κατοικίδια ζώα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως σημεία πώλησης για την ανθρώπινη ενσυναίσθηση, όμως οι ζωές τους ήταν ακόμα αρκετά αναλώσιμες για να τελειώσουν χωρίς μεγάλες τύψεις από τους ανθρώπινους φίλους τους.

Ιστορίες πολιτών που σκοτώθηκαν κατά τους βομβαρδισμούς μαζί με τα κατοικίδια ζώα τους έγιναν αργότερα σύμβολα της Αγγλικής συμπόνιας και έκαναν να ξεχαστεί η αρχική φρενίτιδα. Οι εφημερίδες ανέφεραν ιστορίες, όπως ενός βετεράνου ηλικίας 80 ετών και του πεκινουά του, που βρέθηκαν σκοτωμένοι μετά τον βομβαρδισμό της 20ης Σεπτεμβρίου 1940, και οι δύο «να κάθονται μαζί στη συνηθισμένη πολυθρόνα τους», και μια γυναίκα στο Bexhill, η οποία σκοτώθηκε σε μια επιδρομή κρατώντας σφικτά στην ακαλιά της το σπανιέλ της. Ζώα έζησαν και πέθαναν μαζί με τους ανθρώπους τους, τρώγοντας το ίδιο φαγητό, υποφέροντας τις ίδιες δυσκολίες. Σύμφωνα με τα λόγια της Kean, «το χάσμα ζώων-ανθρώπων διαβρώθηκε». Ένας πόλεμος που ξεκίνησε ως καταστροφή για τα κατοικίδια ζώα τελείωσε με την «τσιμεντοποίηση» της υψηλής θέσεις τους στις αξίες του βρετανικού πολιτισμού».

ΠΗΓΕΣ:

Hilda Kean “The Great Cat and Dog Massacre: The Real Story of World War Two’s Unknown Tragedy”, University of Chicago Press, 2017.

Colin Dickey, The Pets’ War: On Hilda Kean’s “The Great Cat and Dog Massacre”, LARB, April 2017.

Elenea Passarello, Keep Calm and Kiss the Cat Goodbye: Mass Pet Euthanization Before the Blitz, New York Times, April 17.

The following two tabs change content below.
Θέματα με διάρκεια στον χρόνο, ιστορία, πρόσωπα, τέχνη και πολιτισμός, αφορμές για σκέψη, αναζητήσεις χωρίς πυξίδα.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts