Η θυματοποίηση των παθόντων εγκληματικών ενεργειών από τα ΜΜΕ και από χρήστες των social media

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Σε πολλά κείμενά μου με έχει απασχολήσει η απεικόνιση του φερόμενου ως δράστη και του καθ’ ομολογίαν δράστη στα ΜΜΕ, δίνοντας πάντοτε έμφαση σε μια βασική αρχή που αφορά το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν πρέπει να παραβιάζεται από τους δημοσιογράφους κατά την κάλυψη υποθέσεων εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, όπως ορίζει ο νόμος αλλά και η δημοσιογραφική δεοντολογία. Από την άλλη πλευρά, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η απεικόνιση του θύματος στα ΜΜΕ, όπου και εδώ διαπιστώνεται συχνά ο «στιγματισμός» του θύματος. Εντύπωση προκαλεί ότι ακόμα και ανήλικα θύματα, των οποίων τα στοιχεία δεν πρέπει να αποκαλύπτονται, έχουν «φωτογραφηθεί» από τα ΜΜΕ, με αποτέλεσμα να βρεθούν σε πολύ δυσχερή θέση και να αναγκαστούν ακόμα και να αλλάξουν τόπο διαμονής.

Επομένως, ο στιγματισμός των παθόντων εγκληματικών ενεργειών αποτελεί ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, γιατί επηρεάζει δυσμενώς τη ζωή των παθόντων και οδηγεί στην αύξηση της «σκοτεινής» εγκληματικότητας, δηλαδή στο να μην καταγγέλλονται εγκληματικές ενέργειες, από το φόβο του κοινωνικού στιγματισμού που επιτείνεται από τα media. Μια άλλη διάσταση του θέματος που πρέπει να μας απασχολήσει και απαιτεί μεγάλη προσοχή αφορά το ότι στις μέρες μας, μέσω των social media, το θύμα εύκολα μπορεί να διαπομπευθεί και είτε με τρόπο άμεσο ή έμμεσο να του αποδοθούν ακόμα και «εγκληματικές» ευθύνες.

Φέρει ο παθών/η παθούσα μιας εγκληματικής ενέργειας «ευθύνη»; Υφίσταται «βαθμός ευθύνης» των θυμάτων και πώς αυτός ορίζεται από τους ερευνητές; Ποια είναι η στάση των ΜΜΕ και των χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης απέναντι στα θύματα εγκληματικών ενεργειών; Τι πρέπει να προσέξουν οι αστυνομικοί και δικαστικοί συντάκτες κατά την παρουσίαση υποθέσεων υψηλού εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, στα οποία εμπλέκονται ανήλικα άτομα ως θύματα ή/και ως δράστες; Ποια είναι η άποψη της επιστημονικής εγκληματολογικής κοινότητας για το εγκληματικό φαινόμενο στην Ελλάδα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης;

Οι παραπάνω ερωτήσεις αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης στο σημερινό άρθρο και επιχειρώ να τις προσεγγίσω με την πολύτιμη συμβολή της ειδικής επιστήμονα, Εγκληματολόγου και Επιστημονικής Συνεργάτη του Εργαστηρίου Αστεακής Εγκληματολογίας Παντείου, κας Έλενας Συρμαλή. Να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι μια πρόσφατη ανάρτηση στον διαδικτυακό τοίχο της κας Συρμαλή σχετικά με την «εγκληματική» ευθύνη που αποδίδεται στα θύματα εγκληματικών ενεργειών από τα ΜΜΕ και από χρήστες των social media, κίνησε το ερευνητικό μου ενδιαφέρον. Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να διερευνηθεί περαιτέρω αυτή η καίρια πτυχή του θέματος.

Στη συνέντευξη που μου παραχώρησε για το postmodern, η κ. Συρμαλή αναφέρεται στη Θυματολογία, ως κλάδο της Εγκληματολογίας, καθώς και τις σύγχρονες προσεγγίσεις της και μας αναλύει την κατηγοριοποίηση στην οποία έχουν προβεί μελετητές, οι οποίοι επιχείρησαν να διερευνήσουν την ύπαρξη προσωπικών χαρακτηριστικών των παθόντων που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τη θυματοποίηση τους. Παράλληλα, η κ. Συρμαλή ανέδειξε μια πολύ σημαντική διάσταση του θέματος που αφορά την αποζημίωση των θυμάτων, υπογραμμίζοντας ότι  «Το ζήτημα της αποζημίωσης, παραδείγματος χάριν, των θυμάτων και η αποκατάστασή τους θα πρέπει να μας προκαλεί απογοήτευση, καθώς στη χώρα μας ελάχιστα βήματα έχουν γίνει προς αυτή την κατεύθυνση. Μοιάζει η Πολιτεία να ξεχνά γρήγορα τα θύματα και να επικεντρώνεται στο δράστη και ό, τι σχετίζεται με την ποινή και το σωφρονισμό του», ενώ μας μίλησε για το εν δυνάμει θύμα και την έννοια της πρόληψης που αποτελούν σημαντικό κομμάτι των εγκληματολογικών ερευνών.

Η συζήτησή μας επικεντρώθηκε, τέλος, σε ένα ζήτημα με πολυσύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις που αφορά την απεικόνιση ανήλικων δραστών και παθόντων εγκληματικών ενεργειών στα media, με αναφορά στην πολύ σοβαρή υπόθεση εγκληματολογικού ενδιαφέροντος στην Γέφυρα Θεσσαλονίκης, που μας είχε απασχολήσει, σε ερευνητικό και μιντιακό επίπεδο, το καλοκαίρι του 2016. Τέλος, η κ. Συρμαλή τοποθετείται επιστημονικά και προχωρά σε μια σύντομη ανάλυση του φαινομένου της εγκληματικότητας στην Ελλάδα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, φωτίζοντας σημαντικές πτυχές του.

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή της συνέντευξης, κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι το θύμα δεν αποτελεί παράγοντα εγκληματογένεσης -ακόμα και σε περιπτώσεις αβλεψίας ή απερισκεψίας του- και γι’ αυτό οι αναφορές μας σε παθόντες εγκληματικών ενεργειών οφείλουν να λαμβάνουν υπ’ όψιν αυτή την πολύ σημαντική παράμετρο.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Συρμαλή Έλενα, Εγκληματολόγος, Επιστημονικός συνεργάτης Εργαστηρίου Αστεακής Εγκληματολογίας Παντείου.

  • Κυρία Συρμαλή, μια πρόσφατη ανάρτησή σας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κέντρισε το ερευνητικό μου ενδιαφέρον, γιατί μέσω αυτής αναδεικνύετε ένα σοβαρό ζήτημα, το οποίο κρίνω σκόπιμο να εξετάσουμε σήμερα μαζί στο postmodern. Το θέμα αφορά την «εγκληματική» ευθύνη που αποδίδεται στα θύματα εγκληματικών ενεργειών από τα ΜΜΕ και από χρήστες των social media. Στην ανάρτησή σας, μεταξύ άλλων, αναφέρετε «Οι πράξεις του κάθε δράστη ή των δραστών όταν ενεργούν ως ομάδα δεν μπαίνουν στη ζυγαριά με τη συμπεριφορά του θύματος ή των θυμάτων. Το αν η αλληλεπίδραση μεταξύ δράστη και θύματος υπήρξε ή όχι καθοριστική για το πέρασμα στην εγκληματική πράξη, είναι θέμα που θα ερευνήσουν τα δικαστήρια τα οποία και θα αποφασίσουν. Το θύμα μπορεί να έχει κίνητρο συγκεκριμένο ή όχι. Να προέβη σε μια πράξη χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες. Ωστόσο η συμπεριφορά του ΔΕΝ είναι εγκληματική […].Το θύμα δεν αποτελεί στοιχείο της εγκληματογένεσης, ανεξαρτήτως εάν έχει αλληλεπίδραση με τον δράστη, η οποία υφίσταται σε περιπτώσεις». Θα μπορούσατε να μας αναλύσετε την έννοια της «θυματολογίας», ως κλάδου της Εγκληματολογίας, και να αναφερθείτε στις σύγχρονες προσεγγίσεις της;

Η Θυματολογία ως κλάδος της Εγκληματολογίας αναπτύχθηκε μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν λογικό αυτό λόγω των πολλών θυμάτων και της ανάγκης των κοινωνιών να υπάρξει ο άνθρωπος ως κέντρο της οικοδόμησης ενός νέου κόσμου. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια προσπάθεια δημιουργίας μιας ανθρωποκεντρικής κοινωνίας όπου η ανθρώπινη ζωή θα αποτελούσε κυρίαρχη αξία. Ως εκπροσώπους της Θυματολογίας θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τους: F. Wertham, Hans V. Henting, B. Mendelsohn, H. Ellenberg. Σημαντικό στοιχείο στην εξέλιξη αυτή ήταν η μεγάλη σημασία που δόθηκε στο θύμα και στην πρόληψη των εγκληματικών πράξεων από τα Κράτη. Υπήρξαν δύο τάσεις. Από την μια μεριά είχαμε τους επιστήμονες που υποστήριζαν ότι η Θυματολογία αποτελεί έναν κλάδο της Εγκληματολογίας. Από την άλλη μεριά υπήρξαν αυτοί που επιθυμούσαν να είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη επιστήμη (κύριος εκπρόσωπος αυτής της τάσης ήταν ο Mendelsohn). Τελικά επικράτησε η πρώτη τάση. Σήμερα έχουμε τον κλάδο αυτόν της Εγκληματολογίας, ο οποίος μελετά το θύμα ως κοινωνικό παράγοντα του εγκλήματος και της αλληλεπίδρασης αυτού με τον δράστη. Επίσης διερευνά τον ρόλο του σε σχέση με τους επίσημους φορείς κοινωνικού ελέγχου, καθώς και με την κοινωνία γενικότερα.

Σημαντικό θέμα για τη Θυματολογία είναι και η κατάσταση του θύματος μετά την εγκληματική πράξη. Το ζήτημα της αποζημίωσης, παραδείγματος χάριν, των θυμάτων και η αποκατάστασή τους θα πρέπει να μας προκαλεί απογοήτευση, καθώς στη χώρα μας ελάχιστα βήματα έχουν γίνει προς αυτή την κατεύθυνση. Μοιάζει η Πολιτεία να ξεχνά γρήγορα τα θύματα και να επικεντρώνεται στο δράστη και ό, τι σχετίζεται με την ποινή και το σωφρονισμό του. Ο ορισμός του θύματος έχει σχέση με τη βλάβη που έχει υποστεί. Σύμφωνα με τον Ο.Η.Ε. «θύμα είναι το πρόσωπο εκείνο που υπέστη φυσική ή ψυχική βλάβη ή κάκωση, απώλεια υλική ή ζημιά ή άλλη κοινωνική μείωση»,  ως αποτέλεσμα εγκληματικής συμπεριφοράς. Για την επιστήμη της Εγκληματολογίας θύμα είναι κάθε πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται το έγκλημα. Επίσης σημαντικό κομμάτι στις εγκληματολογικές έρευνες καταλαμβάνει το εν δυνάμει θύμα και η πρόληψη.

Με αυτήν τη λογική, φορείς (κατά καιρούς) εκδίδουν οδηγίες αυτοπροστασίας που απευθύνονται στους πολίτες. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι υπάρχει εκ μέρους των φορέων,  ενοχοποίηση  θυμάτων για μελλοντικές εγκληματικές ενέργειες που μπορεί να πραγματοποιηθούν από δράστες. Σε κάθε περίπτωση οι κανόνες αυτοπροστασίας δε δικαιολογούν  εγκληματικές πράξεις και ενέργειες αντεκδίκησης. Το Κράτος είναι υπεύθυνο για την εφαρμογή των νόμων και τις ποινές που πρέπει να επιβληθούν στους δράστες.

  • Η δική σας ερευνητική δραστηριότητα έχει καταγράψει περιπτώσεις όπου παθόντες εγκληματικών ενεργειών θυματοποιούνται εκ νέου από τα media, είτε με άμεσο είτε με έμμεσο τρόπο;

Η ερευνητική μου δραστηριότητα περιλαμβάνει μια εμπειρική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού και Ελεώνα Θήβας, σε δείγμα εγκλείστων ανδρών  και γυναικών, για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως. Η έρευνα ήταν μέρος της πτυχιακής μου εργασίας με επιβλέπουσα Καθηγήτρια την κα. Ζαραφωνίτου Χριστίνα, Καθηγήτρια Εγκληματολογίας Παντείου και Διευθύντρια  του Εργαστηρίου Αστεακής Εγκληματολογίας του Παντείου. Ερευνήθηκε το προφίλ των δραστών, τα κίνητρά τους και η αλληλόδραση, πριν από την τέλεση του εγκλήματος, με το θύμα. Δεν θα ήταν δυνατόν να γίνει αναφορά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις για να μη «φωτογραφηθούν» πρόσωπα, τόποι και καταστάσεις. Γίνεται συζήτηση μόνο σε ένα γενικότερο επίπεδο. Αυτό που μπορεί να αναφερθεί σε σχέση με την αλληλεπίδραση των πρωταγωνιστών του εγκλήματος μας οδηγεί σε δύο κατευθύνσεις.

Υπήρξαν περιπτώσεις δραστών-θυμάτων που είχαν χρόνια αλληλεπίδραση. Σε άλλα παραδείγματα δεν υπήρξε κάποια σχέση. Για να θυμηθούμε τον De Greeff  και την έρευνά του για τα κίνητρα των εγκλημάτων πάθους, θα ήταν χρήσιμο να σημειώσουμε τα στάδια από την εγκληματική ιδέα έως την εγκληματική πράξη. Τα στάδια κατά σειρά είναι: η ατελέσφορη συναίνεση, η περίοδος της διατυπωμένης συναίνεσης και η κρίση. Οι πράξεις ή οι παραλείψεις του θύματος αναλύονται από τον δράστη κατά την «επικίνδυνη κατάσταση», πριν από τη τέλεση του εγκλήματος και «μεταφράζονται» προκειμένου να δικαιολογήσουν το έγκλημα στη συνείδηση του δράστη.

Ο Wolfgang αναλύοντας τα διαπροσωπικά εγκλήματα πριν από τα οποία δεν υπήρξε αλληλόδραση των πρωταγωνιστών, αναφέρεται σε μια ψυχοπνευματική κατάσταση που δημιουργείται. Τονίζει όμως ότι η συμπεριφορά του μελλοντικού θύματος «ερμηνεύεται» με συγκεκριμένο τρόπο από τον δράστη. Η ευθύνη της τέλεσης της ανήκει σε αυτόν.

– Ποια είναι η πρότασή σας στην αντιμετώπιση θυματοποίησης των παθόντων εγκληματικών ενεργειών από τα ΜΜΕ;

Δυστυχώς έχουμε παρατηρήσει να συμβαίνει αυτό ακριβώς που αναφέρετε. Ειδικά σε εγκλήματα που προκαλούν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, τα θύματα σε κάποιες περιπτώσεις παρουσιάζονται ως  κυρίαρχα στις σχέσεις με τον δράστη ή αυτά που τον  προκαλούν με κάποιον τρόπο. Βαρύγδουποι τίτλοι ωστόσο αναφέρονται και στον δράστη προκαταβάλλοντας δικαστικές αποφάσεις, με το κοινό να μπαίνει σε μια διαδικασία κανιβαλισμού όλων των πρωταγωνιστών. Έως ένα βαθμό οι καταστάσεις αυτές έχουν μια λογική, καθώς αποτελούν σε γνωστικό επίπεδο ιδεοληπτικές μεροληψίες. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι ίσως το θύμα φέρει ευθύνη για την τέλεση του εγκλήματος, ώστε να θεωρούμε ότι έχουμε τον έλεγχο όλων  των καταστάσεων στη ζωή μας. Ότι αν είμαστε προσεκτικοί δεν θα μας συμβεί κάτι κακό. Ωστόσο θα πρέπει όλοι μας να αποφεύγουμε ακρότητες και χαρακτηρισμούς. Να μη καταδικάζουμε πριν από τις δικαστικές αποφάσεις και να μην ενοχοποιούμε τους παθόντες.

  • Σε άλλο σημείο της ανάρτησής σας αναφέρετε «Ακόμα και ο Mendelshohn που σημείωνε ότι υπάρχει βαθμός ευθύνης του θύματος και κατηγοριοποίησε την ευθύνη σε κλίμακα από το 1 έως το 5, δεν υποστήριξε ότι το θύμα φταίει για την εγκληματική πράξη». Θα μας εξηγήσετε την κατηγοριοποίηση στην οποία έχει προβεί ο Mendelsohn και άλλοι μελετητές, οι οποίοι επιχείρησαν να διερευνήσουν την ύπαρξη προσωπικών χαρακτηριστικών των παθόντων που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τη θυματοποίηση τους; Πού κατέληξαν οι μελέτες σχετικά με το «βαθμό ευθύνης» του θύματος;

Ο Mendelsohn αναφέρεται στην τυπολογία του θύματος. Η κατηγοριοποίηση αφορά τη συμμετοχή και την ευθύνη του θύματος στο έγκλημα κα τη θυματοποίησή του. Σε μια κλίμακα, έχουμε μια διαβάθμιση από το «ένοχο θύμα» μέχρι το «αθώο θύμα».

Θα πρέπει να τονιστεί όμως (επειδή κάποιες φορές γίνονται παρανοήσεις), ότι στη τυπολογία αυτή η ευθύνη του θύματος σχετίζεται με την άγνοια κινδύνου και την απερισκεψία του. Όχι με την τέλεση της πράξης από το δράστη. Το θύμα λοιπόν δεν αποτελεί παράγοντα εγκληματογένεσης. Σύμφωνα με τις περισσότερες έρευνες, αν θέλουμε να αναλύσουμε τον ρόλο των παθόντων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αλληλεπιδρούν με τον δράστη σε μια ενέργεια που ο τελευταίος έχει προαποφασίσει.

Η οποιαδήποτε «αφορμή» εκ μέρους του θύματος δικαιολογεί στο μυαλό του δράστη την εγκληματική ενέργεια και λειτουργεί ως μηχανισμός εκλογίκευσης αυτής.

Το υποψήφιο θύμα μπορεί να βρίσκεται σε συγκεκριμένη ψυχοπνευματική κατάσταση, να είναι ανώριμο γνωστικά ή να είναι απρόσεκτο. Επίσης, αυτή καθαυτή η εμπειρία της θυματοποίησης και το συναίσθημα του φόβου μπορεί να οδηγήσουν ένα θύμα να πάρει τη θέση του δράστη (περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας). Αυτό σε κάθε περίπτωση κρίνεται από το δικαστήριο, όπως επίσης και τα ελαφρυντικά που θα μπορούσαν να αναγνωριστούν.

  • Στο σημείο αυτό κρίνω αναγκαίο να αναφερθούμε, κυρία Συρμαλή, σε ένα ακόμα ζήτημα, με πολυσύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις, το οποίο αφορά την απεικόνιση ανήλικων δραστών και ανήλικων θυμάτων στα ΜΜΕ. Ποια είναι τα σημεία που πρέπει να προσέξει ο δημοσιογραφικός κόσμος κατά την κάλυψη υποθέσεων που σχετίζονται με ανήλικους δράστες και ανήλικα θύματα, όπως ενδεικτικά αναφέρω το έγκλημα στη Γέφυρα Θεσσαλονίκης, το οποίο -τόσο ερευνητικά, όσο και μιντιακά- μας απασχόλησε πολύ έντονα τον Ιούνιο του 2016;

Δεν θα μπω στο θέμα των παραγόντων που οδηγούν τους ανηλίκους σε τέτοιου είδους συμπεριφορές, καθώς είναι τεράστιο και αποτελεί από μόνο του ξεχωριστό θέμα συζήτησης. Να σημειώσω ότι είναι θετικό βήμα το νέο νομικό πλαίσιο για την κοινωφελή εργασία των ανηλίκων. Θα πρέπει ωστόσο να αναλυθεί περισσότερο το όριο της κοινωφελούς εργασίας ανάλογα με τη βαρύτητα της πράξης. Σε σχέση με την αντιμετώπιση από τα ΜΜΕ θεωρώ ότι από τους ειδικούς που καλούνται από τους δημοσιογράφους, δεν θα πρέπει να γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Είναι τελείως διαφορετική η ανάλυση στο πλαίσιο μιας ερευνητικής ακαδημαϊκής εργασίας που ίσως αναφερθούν συγκεκριμένα στοιχεία, ως μέρη μιας ευρύτερης μελέτης. Φυσικά οι δημοσιογράφοι καλώς πράττουν και αναλύουν την είδηση και ενημερώνουν. Στη συνέχεια η συζήτηση που έχει ως αφορμή μια τέτοια πράξη, θα πρέπει να γίνεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο, συνολικά για το φαινόμενο. Με αυτόν τον τρόπο θα αποφεύγεται ο στιγματισμός των προσώπων και οι υπερβολές. Καλό θα ήταν και ο δημοσιογράφος να έχει κάποιου είδους εξειδίκευση είτε μέσω δικής του προσωπικής μελέτης (υπάρχει πλέον βιβλιογραφία και έρευνες), είτε μέσω σεμιναρίων και άλλων δράσεων, που παρέχουν εξειδικευμένοι φορείς και στις οποίες μπορεί να συμμετάσχει.

  • Ολοκληρώνοντας τη συζήτησή μας, θα μας κάνετε μια σύντομη αναφορά στο φαινόμενο της εγκληματικότητας στην Ελλάδα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης;

Πολύ σωστά αναφέρετε ότι η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική. Υπάρχει κρίση κοινωνική, κρίση αξιών, ανασφάλεια και ελάχιστη εμπιστοσύνη στους Θεσμούς της Δημοκρατίας μας από τη μεριά των πολιτών. Το φαινόμενο της εγκληματικότητας είναι ένα από τα συμπτώματα της κατάστασης που βιώνουμε. Θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στην ανάγνωση των στατιστικών εγκληματικότητας. Κάθε είδος εγκληματικής πράξης θα πρέπει να αναλύεται για να βγάλουμε ένα γενικότερο συμπέρασμα. Παραδείγματος χάριν αν ανατρέξουμε στη καταγραφή των στοιχείων σε σχέση με την «αρπαγή τσαντών» έχουμε λιγότερα περιστατικά σε σχέση με το 2012 αλλά περισσότερα αν τα συγκρίνουμε με τα στοιχεία του 2013 ή με αυτά του 2015.

Οι ληστείες από την άλλη μεριά έχουν μειωθεί σε σχέση με το 2015 αλλά έχουν αυξηθεί αν τις συγκρίνουμε με αυτές του 2014. Να σημειώσουμε ότι υφίσταται και το θέμα του σκοτεινού αριθμού εγκληματικότητας. Πρόκειται για περιστατικά τα οποία δεν καταγράφονται από την αστυνομία γιατί δεν καταγγέλλονται από τα θύματα. Ειδικά σε περιπτώσεις βιασμών και σεξουαλικών παρενοχλήσεων ο σκοτεινός αριθμός δεν είναι μικρός. Τα θύματα δεν επιθυμούν να θυματοποιηθούν και πάλι μέσω της κριτικής για τη συμπεριφορά τους, από ΜΜΕ και από το κοινό. Δηλαδή το κατά πόσο  προκάλεσαν ή όχι το δράστη. Όπως και να έχει η επίσημη Πολιτεία οφείλει να αντιληφθεί ότι χωρίς την αρωγή  των επιστημόνων, δεν μπορεί να διαχειριστεί το φαινόμενο της εγκληματικότητας με σωστό τρόπο. Για να έχουμε μια σοβαρή, διαχρονική πολιτική πρόληψης θα πρέπει να μάθει να ακούει τους ερευνητές και τους ειδικούς.

Διαφορετικά, με μέτρα χωρίς σοβαρό σχεδιασμό, είναι σαν να δίνουμε σε ετοιμοθάνατο- άρρωστο από σοβαρή ασθένεια, ασπιρίνες και να ελπίζουμε ότι με αυτόν τρόπο θα αναρρώσει. Ας μη γελιόμαστε, το έγκλημα δεν γίνεται να εξαλειφθεί. Για να έχουμε τις τέλειες κοινωνίες θα πρέπει πρώτα να δημιουργήσουμε τους τέλειους πολίτες. Πράγμα αδύνατο.  Μόνο μια σωστή διαχείριση μπορούμε να κάνουμε. Να προστατεύσουμε κατ’ αρχάς τα αδύναμα μέλη της κοινωνίας (πχ. ηλικιωμένους, παιδιά) και κατόπιν τους υπόλοιπους. Στόχος θα πρέπει να είναι η κοινωνική ειρήνη και ο ισχυρός κοινωνικός ιστός.  Σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η εφαρμογή των νόμων από το Κράτος και η εμπιστοσύνη από τους πολίτες στους Θεσμούς. Όλοι είμαστε διαφορετικοί και αυτή είναι η ομορφιά του ανθρώπινου είδους. Όλοι όμως θα πρέπει να είμαστε ίσοι απέναντι στο Νόμο. Άλλωστε αυτό αποτελεί και θεμέλιο της Δημοκρατίας μας.

  • Κυρία Συρμαλή σας ευχαριστώ θερμά.

Εγώ ευχαριστώ για την ενδιαφέρουσα συζήτηση.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts