Κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια σε χώρους εκπαίδευσης

της Αγγελικής Καρδαρά.

Ένα πολύ σοβαρό θέμα που απασχόλησε τα ΜΜΕ στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2017 αφορά την υπόθεση ασέλγειας ανηλίκων από δάσκαλο μουσικής, με αξιοθαύμαστη μάλιστα καριέρα στο χώρο της τέχνης. Οι κατηγορίες που βαραίνουν τον διδάσκοντα είναι, όπως ενημερωνόμαστε από το ρεπορτάζ, αποπλάνηση παιδιών κάτω των δώδεκα ετών κατ’ εξακολούθηση, κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια, κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας, καθώς και παράβαση του νόμου περί όπλων.

Να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι η κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια από εκπαιδευτικό, παιδαγωγό, γυμναστή ή άλλο πρόσωπο που παραδίδει μαθήματα στον ανήλικο, συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Ειδικότερα, σύμφωνα με το Άρθρο 342 του Ποινικού Κώδικα:

  1. Ο ενήλικος ο οποίος ενεργεί ασελγείς πράξεις με ανήλικο, τον οποίον του έχουν εμπιστευτεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα, όχι όμως και τα δεκαοκτώ έτη, με κάθειρξη.
  2. Συνιστά επιβαρυντική περίσταση η τέλεση της πράξης της πρώτης παραγράφου από: α) οικείο, β) από πρόσωπο που συνοικεί με τον ανήλικο ή διατηρεί φιλικές σχέσεις από τους οικείου του, γ) από εκπαιδευτικό, παιδαγωγό, γυμναστή ή άλλο πρόσωπο που παραδίδει μαθήματα στον ανήλικο, δ) από πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του ανηλίκου, ε) από κληρικό με τον οποίο ο ανήλικος διατηρεί πνευματική σχέση, στ) από ψυχολόγο, ιατρό, νοσοκόμο ή από ειδικό επιστήμονα που παρέχει τις υπηρεσίες του στον ανήλικο και ζ) από πρόσωπο που καταχράται τη διανοητική ή σωματική αναπηρία του ανηλίκου.
  3. Ο ενήλικος ο οποίος με χειρονομίες, με προτάσεις ή με εξιστόρηση, απεικόνιση ή παρουσίαση πράξεων που αφορούν τη γενετήσια ζωή προσβάλλει την αιδώ ανηλίκου, τον οποίον του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και αν η πράξη τελείται κατά συνήθεια με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Η παράγραφος 2 εφαρμόζεται αναλόγως και στις περιπτώσεις αυτές.

Είναι σαφές ότι στους χώρους εκπαίδευσης το παιδί πρέπει να νιώθει ασφαλές, να είναι προστατευμένο και ο γονιός να μπορεί να εμπιστευθεί τους διδάσκοντες, των οποίων η ευθύνη είναι μεγάλη. Επομένως, είναι αναγκαίο οι Διευθυντές ή/και Υπεύθυνοι Εκπαίδευσης αφενός να επιλέγουν με πολύ αυστηρά κριτήρια τους διδάσκοντες -και μάλιστα με κριτήρια που καλό είναι να εξετάζουν τόσο τα επαγγελματικά στοιχεία, όσο και την εν γένει προσωπικότητα και συμπεριφορά απέναντι στα παιδιά- αφετέρου να υπάρχει εποπτεία και έλεγχος των διδασκόντων. Δεν εννοώ ασφαλώς παρέμβαση στο έργο του διδάσκοντα, αλλά εποπτεία της δουλειάς που κάνει και της συμπεριφοράς που υιοθετεί την ώρα διδασκαλίας. Έτσι, σε περίπτωση που ένας μαθητής αισθανθεί άβολα από κάποια ακραία κίνηση του διδάσκοντα να μπορεί να απευθυνθεί αμέσως στον Υπεύθυνο και να τον ενημερώσει.

Ταυτόχρονα, οι γονείς οφείλουν να ακούνε προσεκτικά όσα τους λέει το παιδί τους, όχι μόνο με τα λόγια αλλά και με τις πράξεις και τη συμπεριφορά του. Οποιανδήποτε αλλαγή στη συμπεριφορά και επίμονη άρνηση του παιδιού να παρακολουθήσει τα μαθήματα, οφείλει να προβληματίσει τους γονείς. Διανύουμε εποχές, όπου το έγκλημα σκληραίνει, συνεπώς είναι απαραίτητο να ανοίξει ένας ουσιαστικός διάλογος με τα παιδιά -στο πλαίσιο της οικογένειας, αλλά και του σχολείου- σχετικά με τα σοβαρά αυτά ζητήματα που αφορούν τον ανήλικο.

Από την άλλη πλευρά θα ήθελα να αναδείξω μια άλλη διάσταση του θέματος που κρίνω σημαντική, με αφορμή τη δημοσιογραφική κάλυψη της πρόσφατης υπόθεσης που μας απασχόλησε. Με έκπληξή μου διαπίστωσα ότι δόθηκαν σε ρεπορτάζ στοιχεία που αφορούσαν τα παιδιά του φερόμενου ως δράστη (φύλο, ηλικία, επαγγελματική ενασχόληση). Η θυματοποίηση των παιδιών όμως είναι απαράδεκτη, γιατί τα παιδιά σε καμία περίπτωση δεν ευθύνονται για τις ειδεχθείς πράξεις των γονιών τους. Ειδικά, εφόσον δεν έχει γίνει ακόμα δίκη και δεν έχει αποδειχθεί η ενοχή. Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που αποδειχθούν οι κατηγορίες, τα παιδιά -είτε πρόκειται για ανήλικα, είτε για ενήλικα άτομα- δεν πρέπει να στιγματίζονται από την κοινωνία, μέσω των media. Αντίθετα, είναι και αυτά θύματα και η δημοσιογραφική έρευνα οφείλει να τα προστατεύσει. Όσον αφορά τα ανήλικα θύματα της κακοποίησης, να τονίσω για μια φορά ακόμα ότι η ευθύνη των δημοσιογράφων είναι τεράστια, ώστε να μην αναφέρουν το παραμικρό αναγνωριστικό στοιχείο της ταυτότητάς τους, σεβόμενοι τόσο την ευάλωτη ψυχική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει, όσο και το γεγονός ότι ο φόβος των θυμάτων για τον «κοινωνικό στιγματισμό» οδηγεί σε πολλές περιπτώσεις σε αύξηση της «σκοτεινής εγκληματικότητας», δηλαδή της μη καταγγελίας υποθέσεων εγκληματικότητας που μένουν αφανείς, με τους δράστες να συνεχίζουν ανενόχλητοι την εγκληματική τους δράση.

Συζητήσαμε εκτενώς με την κ. Όλγα Τζουραμάνη, Ψυχολόγο-Εγκληματολόγο, MSc Συνθετικής Ψυχοθεραπείας & Συμβουλευτικής, MSc Εγκληματολογίας, Υπ. Διδάκτωρ Εγκληματολογίας, Πανεπιστημίου Λευκωσίας, το πολύ σοβαρό ζήτημα της κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια σε χώρους εκπαίδευσης.  Η κ. Τζουραμάνη, στη συνέντευξη που ακολουθεί, μας ενημερώνει για τις μορφές που δύναται να λάβει η ασέλγεια σε χώρους εκπαίδευσης και τα σημεία που πρέπει να προσέξουν οι γονείς αλλά και οι υπεύθυνοι σπουδών όσον αφορά τους διδάσκοντες στους οποίους αναθέτουν το σοβαρό έργο της εκπαίδευσης των παιδιών. Επίσης, η κ. Τζουραμάνη αναλύει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και το ψυχολογικό υπόβαθρο του παιδόφιλου, κάνοντας τη διάκριση ανάμεσα σε «παιδόφιλους» και «παιδεραστές», και παράλληλα μας εξηγεί ποια είναι η μεθοδολογία προσέγγισης ενός παιδόφιλου.

Τέλος, διερευνήσαμε την μη τυχαία επιλογή των παιδόφιλων να ασχοληθούν με επαγγέλματα που σχετίζονται με το παιδί (παιδαγωγοί, εκπαιδευτές, προπονητές κ.λπ.) και συζητήσαμε το μείζον ζήτημα της πρόληψης, για το οποίο η κ. Τζουραμάνη υπογραμμίζει «Στις περισσότερες υποθέσεις κακοποίησης ανηλίκων όλοι ‘πέφτουν από τα σύννεφα’ γιατί ο δράστης μέχρι να αποκαλυφθεί η σκοτεινή πλευρά του, είναι αξιοσέβαστος άνθρωπος, μπορεί να έχει υψηλή κοινωνική θέση, είναι οικογενειάρχης κλπ., ενώ ‘όταν πέφτουν οι μάσκες’ και αποκαλύπτεται το πραγματικό πρόσωπο του, αρχίζουν σιγά-σιγά και ενώνονται τα κομμάτια του πάζλ. Οι δράστες φυσικά και δίνουν (χωρίς να το επιθυμούν βέβαια) κάποια σημάδια, τα οποία δεν αξιολογούνται όπως θα έπρεπε, όχι από έλλειψη εξειδικευμένων γνώσεων αλλά γιατί ως άνθρωποι έχουμε την τάση να επικεντρωνόμαστε περισσότερο στα θετικά στοιχεία ενός άλλου ανθρώπου και σε αυτά που συνήθως αυτοί οι άνθρωποι προβάλλουν περισσότερο. Δυστυχώς η ευτυχώς, οι συνθήκες πλέον, μας αναγκάζουν να είμαστε όλοι υποψιασμένοι και επιφυλακτικοί με όποιον βρίσκεται κοντά στα παιδιά μας».

Ευχαριστώ θερμά την κ. Τζουραμάνη για την πραγματικά διαφωτιστική συνέντευξη που μου παραχώρησε. Ευχαριστώ, επίσης, τη φίλη μου νομικό, κ. Χριστίνα Λουράντου, για την ενημέρωση που μου παρείχε σχετικά με νομικές έννοιες που αφορούν το πολύ σοβαρό ζήτημα που εξετάζουμε σήμερα στο postmodern.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια σε χώρους εκπαίδευσης. Ποιες μορφές λαμβάνει, κυρία Τζουραμάνη;

Αρχικά να αναφερθεί πως η παιδική κακοποίηση ορίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (1999) ως «όλες οι μορφές σωματικής, συναισθηματικής, σεξουαλικής κακοποίησης, παραμέλησης ή αμελούς διαπαιδαγώγησης, ή εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης, που γίνονται στα πλαίσια κάποιας σχέσης ευθύνης, εμπιστοσύνης ή δύναμης με το παιδί, με αποτέλεσμα την πραγματική ή δυνητική βλάβη στην υγεία του παιδιού, την επιβίωση, την ανάπτυξη ή την αξιοπρέπεια του» (WHO, 2008).
Η κακοποίηση ενός παιδιού διακρίνεται σε τέσσερις μορφές: 1. την σωματική 2. την σεξουαλική 3. την συναισθηματική-ψυχολογική και 4. την παραμέληση. Η κακοποίηση παιδιών σε εκπαιδευτικούς χώρους λαμβάνει συνήθως την σεξουαλική και συναισθηματική-ψυχολογική μορφή οι οποίες συναντώνται σε συνδυασμό.

  • Τι περιλαμβάνει η σεξουαλική κακοποίηση;

Η σεξουαλική κακοποίηση περιλαμβάνει πράξεις ενός γονιού ή ενήλικου που φροντίζει το παιδί, οποιουδήποτε τύπου επαφή ενός ενηλίκου με ένα παιδί με στόχο τη σεξουαλική ικανοποίηση του ενηλίκου, ο οποίος έχει πάντα την αποκλειστική ευθύνη γιατί τα παιδιά δεν είναι δυνατόν να συγκατατεθούν σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια. Τέτοιες ενέργειες είναι η θωπεία (χάιδεμα) στα γεννητικά όργανα ενός παιδιού, η διείσδυση με οποιονδήποτε τρόπο στο στόμα, τα γεννητικά όργανα ή τον πρωκτό του παιδιού, ο αιμομικτικός βιασμός, ο σοδομισμός, η παιδεραστία, η έκθεση γυμνών μερών του σώματος – προσβολή της δημοσίας αιδούς. Περιλαμβάνει επίσης την προαγωγή/προώθηση στην πορνεία και την παραγωγή υλικού παιδικής πορνογραφίας. Ορίζεται ως η εφαρμογή, η χρήση, η άσκηση πειθούς, η «δωροδοκία», ο δελεασμός, ή ο εξαναγκασμός ενός παιδιού να συμμετέχει ή να βοηθήσει άλλο άτομο να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε σεξουαλική συμπεριφορά ή σε μίμηση τέτοιας συμπεριφοράς με σκοπό την καταγραφή με οπτικοακουστικά μέσα. Περιλαμβάνει τέλος τον βιασμό, την ασέλγεια, την παρενόχληση και κάθε μορφή σεξουαλικής εκμετάλλευσης των παιδιών.

  • Τι πρέπει να προσέξουν οι γονείς, ως προς τη συμπεριφορά του παιδιού τους;

Δυστυχώς σε αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη αλλαγή στη συμπεριφορά ενός παιδιού όταν πέφτει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Ανάλογα με τον χαρακτήρα του, άλλο μπορεί να γίνει πολύ επιθετικό και άλλο να κλειστεί στον εαυτό του. Οτιδήποτε επομένως παρατηρούν οι γονείς, που διαφέρει από τη συνηθισμένη συμπεριφορά του παιδιού πρέπει να τους προβληματίσει. Ένα παιδί δραστήριο, ομιλητικό και κοινωνικό, μπορεί να παρουσιάσει άρνηση συναναστροφής με ανθρώπους για τους οποίους προηγουμένως εξέφραζε επιθυμία, ή άρνηση να επισκεφθεί συγκεκριμένα μέρη. Μπορεί να σταματήσει να παίζει ή να μιλάει με άλλα παιδιά, να μη θέλει να πάει στο σχολείο, να είναι σκυθρωπό ή προβληματισμένο. Μπορεί να παρουσιάσει ξαφνικές αλλαγές στη σχολική επίδοση, να είναι συνεχώς σε εγρήγορση, σαν να προετοιμάζεται για κάτι κακό που πιθανόν να συμβεί. Με την συμπεριφορά του αυτή, στέλνει στην ουσία στους μεγάλους ένα μήνυμα. Ένα μήνυμα βοήθειας. Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε ότι το παιδί δεν θέλει να κρύψει στην πραγματικότητα αυτό που του συνέβη. Από τη μία πλευρά η ενοχή το εμποδίζει να σπάσει τη σιωπή του, αλλά από την άλλη πλευρά δεν παύει να αναζητά βοήθεια γι’ αυτό που έχει βιώσει. Ωστόσο σε παιδιά που έχουν κακοποιηθεί μπορεί να παρατηρηθεί η υιοθέτηση απρόσμενης, αλλόκοτης, εξεζητημένης, ή ασυνήθιστης σεξουαλικής επίγνωσης ή συμπεριφοράς για την ηλικία του ή και χρήση ενός υπέρμετρου σεξουαλικού λόγου. Επιπλέον ύποπτες συμπεριφορές που αυξάνουν την πιθανότητα σεξουαλικής κακοποίησης έχουμε όταν το παιδί δυσκολεύεται να περπατήσει ή να καθίσει, αναφέρει εφιάλτες ή νυχτερινή ενούρηση ή παρουσιάζει αιφνίδια μεταβολή της όρεξης. Συμπεραίνεται ότι είναι πολύ σημαντική η ικανότητα αναγνώρισης της κακοποίησης από έμμεσες ενδείξεις, λεκτικές ή μη λεκτικές (π.χ. παιχνίδι, ζωγραφιές, γλώσσα σώματος και επαφή του με άλλα παιδιά και ενήλικες).
Τέλος μια συμβουλή προς τους γονείς: Εάν το παιδί σας αποκαλύψει ότι κακοποιείται, αρχικά, όσο δύσκολο και αν είναι, κρατήστε την ψυχραιμία σας και ακούστε προσεκτικά τις εξηγήσεις του παιδιού για την αποκάλυψη της κακοποίησης. Στη συνέχεια βοηθήστε το παιδί να κατανοήσει ότι η κακοποίηση δεν είναι δικό του λάθος, ενημερώστε τις Αρχές και ζητήστε ιατρική και ψυχολογική βοήθεια.

  • Οι γονείς πρέπει να ενημερώσουν τα παιδιά τους για το σοβαρό ζήτημα της παιδοφιλίας σε χώρους εκπαίδευσης; Από ποια ηλικία και με ποιον τρόπο πρέπει να γίνει αυτή η ενημέρωση, ώστε το παιδί να μην τρομάξει και να κατανοήσει τις συμβουλές που του δίνει ο γονιός, ώστε και το ίδιο να προστατεύσει τον εαυτό του;

 Βεβαίως και οι γονείς πρέπει να ενημερώνουν τα παιδιά τους για το ζήτημα της παιδοφιλίας, όχι μόνο σε εκπαιδευτικούς χώρους αλλά και γενικότερα.  Άλλωστε, το κλειδί της πρόληψης βρίσκεται στην ενημέρωση και η καλύτερη άμυνα των παιδιών είναι η γνώση. Όσον αφορά την ηλικία των παιδιών, σε μικρότερες ηλικίες η ενημέρωση μπορεί να γίνει μέσα από ένα παραμύθι. Με τον τρόπο αυτό το παιδί δεν θα τρομάξει και θα αρχίσει σιγά-σιγά να κατανοεί τις συμβουλές του γονέα. Στις μεγαλύτερες ηλικίες, η συζήτηση μπορεί να γίνει πιο ανοικτά. Το παιδί πρέπει να είναι και ενημερωμένο και υποψιασμένο, έτσι ώστε εάν έρθει αντιμέτωπο με μια τέτοια κατάσταση να έχει αυξημένες πιθανότητες να προστατεύσει τον εαυτό του. Ωστόσο βασικό στοιχείο είναι η δημιουργία εμπιστοσύνης μεταξύ γονέα και παιδιού, ο διάλογος, η αληθινή και ειλικρινής επικοινωνία. Σε κάθε περίπτωση, αντί να προσπαθούν οι γονείς να εντοπίσουν έναν παιδόφιλο, είναι πιο χρήσιμο να κάνουν το παιδί τους δυσκολότερο «στόχο» για τον επίδοξο παιδόφιλο, ο οποίος προτιμά τα ευάλωτα παιδιά. Το παιδί που λαμβάνει αγάπη, προσοχή και υποστήριξη από το σπίτι του δε θα την αναζητήσει αλλού.

  • Από ποιους παράγοντες εξαρτάται το χρονικό διάστημα, στη διάρκεια του οποίου θα αισθανθεί έτοιμο το παιδί να εκμυστηρευτεί στους γονείς του την κακοποίηση που υφίσταται;

Αρχικά να σημειωθεί ότι τα παιδιά βιώνουν το τραύμα της κακοποίησης με αισθήματα ενοχής που τα αποτρέπει από το να μιλήσουν. Αισθάνονται ότι έχουν φταίξει για κάτι και γι’ αυτό τους συνέβη αυτό που τους συνέβη. Όσον αφορά τους παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται το χρονικό διάστημα που ένα παιδί θα αισθανθεί έτοιμο να μιλήσει στους γονείς, ο βασικότερος είναι η σχέση που έχουν οι γονείς με το παιδί. Αν υπάρχει καλή επικοινωνία μεταξύ τους, το αίσθημα εμπιστοσύνης και ασφάλειας που προανέφερα.

Πρέπει οι γονείς να ενθαρρύνουν το παιδί σε ανοιχτή και ειλικρινή επικοινωνία ώστε να μπορεί να εκμυστηρευθεί ότι του συμβαίνει, ακόμη κι αν αισθάνεται (συν-)ενοχή. Είναι πολύ σημαντικό το υποστηρικτικό περιβάλλον και η δυνατότητα έκφρασης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον αφενός μεν προλαμβάνεται η όποια κακοποίηση, αφετέρου δε ενδυναμώνεται το παιδί ώστε να μην είναι ευάλωτο σε οποιονδήποτε σχετικό κίνδυνο.

  • Τι πρέπει να προσέξουν οι διευθυντές/υπεύθυνοι σπουδών και οι γονείς όσον αφορά τους διδάσκοντες στους οποίους αναθέτουν το σοβαρό έργο της εκπαίδευσης των παιδιών;

Όπως έχει αποδειχθεί, οι παιδόφιλοι που εργάζονται σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, θεωρούνται άτομα υπεράνω υποψίας τόσο από γονείς, όσο και από διευθυντές και στην πορεία, μετά την αποκάλυψη των τραγικών γεγονότων, έρχονται στο φως οι σκοτεινές πτυχές της προσωπικότητας τους. Μία λύση που μπορώ να προτείνω, είναι η πλαισίωση της λειτουργίας των εκπαιδευτικών χώρων από ειδικούς ψυχικής υγείας, οι οποίοι θα ενσωματωθούν στην καθημερινή ζωή του σχολείου, θα αναπτύξουν ένα επικοινωνιακό σύστημα με τα παιδιά, ώστε οποιαδήποτε παρέκκλιση ως προς την συναισθηματική-ψυχική ισορροπία τους, είτε θα την παρατηρούν οι ίδιοι, είτε θα τους πληροφορούν σχετικά τα ίδια τα παιδιά. Στις περιπτώσεις αυτές, το ζήτημα δεν είναι μόνο να εντοπισθεί έγκαιρα ο παιδόφιλος αλλά να θωρακισθούν τα παιδιά. Πάλι θα τονίσω την σημαντικότητα της πρόληψης. Πολύ χρήσιμη είναι η ενημέρωση των παιδιών για τα κίνητρα του άλλου, γεγονός το οποίο σαφώς προϋποθέτει μία ευρύτερη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Και βέβαια, επιβάλλεται η απομάκρυνση από τον εφησυχασμό τον οποίο εξασφαλίζει η κοινωνική θέση του υπευθύνου, η οποία πολλές φορές, πίσω από το λαμπερό κοινωνικό της μανδύα, κρύβει σκοτεινές προθέσεις. Τέλος, το προσωπικό κάθε εκπαιδευτικού ιδρύματος έχει την υποχρέωση να καταγγείλει οποιαδήποτε υπόνοια, πολύ περισσότερο δε βεβαιότητα, για την οποιασδήποτε μορφής κακοποίηση ενός παιδιού. Αρκεί η προφορική -αλλά επώνυμη- καταγγελία στον εισαγγελέα ανηλίκων για να κινηθεί η διαδικασία διερεύνησης της υπόθεσης.

  • Θα μας περιγράψετε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και το ψυχολογικό υπόβαθρο του παιδόφιλου;

Είναι γεγονός ότι στις μέρες μας ακούγονται πολύ συχνά οι όροι «παιδόφιλος» και «παιδεραστής». Είναι επίσης γεγονός ότι ο περισσότερος κόσμος δεν γνωρίζει τη διαφορά και πιστεύει ότι είναι το ίδιο. Θεωρώ πως πριν προχωρήσουμε στο προφίλ, είναι πολύ σημαντικό να αποσαφηνίσουμε αυτούς τους δύο όρους καθώς αφορούν δύο ξεχωριστές κατηγορίες ατόμων.

Η παιδοφιλία είναι ένα είδος παραφιλίας (σεξουαλικής παρέκκλισης) που αφορά ένα έντονο, μη φυσιολογικό ενδιαφέρον προς τα παιδιά. Είναι μια διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επανειλημμένες, έντονες και σεξουαλικά διεγερτικές φαντασιώσεις, σεξουαλικές παρορμήσεις ή συμπεριφορές. Η παιδοφιλία είναι επίσης μια ψυχοσεξουαλική διαταραχή στην οποία το προτιμώμενο ή αποκλειστικό μέσο σεξουαλικής διέγερσης και ικανοποίησης είναι η φαντασίωση με παιδιά προεφηβικής ηλικίας (συνήθως 13 ετών και κάτω). Το ενδιαφέρον μπορεί να στρέφεται σε παιδιά του ίδιου φύλου ή σε παιδιά του άλλου φύλου. Κάποιοι παιδόφιλοι περιορίζουν τη συμπεριφορά τους στο να επιδεικνύουν τα γεννητικά τους όργανα ή να αυνανίζονται μπροστά στο παιδί ή να θωπεύουν ή να ξεντύνουν το παιδί χωρίς όμως να έχουν επαφή με τα γεννητικά όργανα του παιδιού. Ο παιδεραστής από την πλευρά του, δεν αφήνει τις ορμές του με παιδιά μόνο στη σφαίρα της φαντασίας του, αλλά προβαίνει και στην πραγματοποίηση τους. Άρα, παιδόφιλος μπορεί να χαρακτηριστεί κάποιος που διεγείρεται σεξουαλικά από ανήλικα παιδιά, έχει ερωτικές φαντασιώσεις που περιλαμβάνουν παιδιά και όλα όσα αναφέραμε παραπάνω. Από τη στιγμή όμως που το εν λόγω άτομο ασελγήσει πάνω σε ανήλικο τότε θεωρείται και παιδεραστής και όχι απλά παιδόφιλος. Με δυο λόγια η διαφορά του ενός χαρακτηρισμού από τον άλλο είναι ότι ο όρος «παιδοφιλία» δεν περιλαμβάνει απαραίτητα την προσπάθεια σεξουαλικής επαφής με ανήλικο, ενώ ο πιο ειδικός όρος «παιδεραστία» αναφέρεται ακριβώς στην σεξουαλική πράξη.

Σχετικά με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του παιδόφιλου:

Ο παιδόφιλος είναι συνήθως άντρας, άνω των 30 ετών, ετεροφυλόφιλος, ελεύθερος, με λίγους φίλους της ηλικίας του. Αν είναι παντρεμένος, πιθανότατα έχει περιορισμένη ή και καθόλου ερωτική ζωή με τη σύντροφό του και είναι και ο ίδιος πατέρας. Είναι άτομο που μπορεί να ανήκει σε όλες τις κοινωνικές τάξεις αν και σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, είναι αξιοσέβαστο και γνωστό μέλος της εκάστοτε τοπικής κοινωνίας. Πολλές φορές έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά και ο ίδιος ως παιδί και τα θύματά του είναι της ίδιας περίπου ηλικίας που είχε αυτός όταν κακοποιήθηκε. Ο παιδόφιλος ανήκει συνήθως στο περιβάλλον του παιδιού ή και της οικογένειας. Μπορεί να είναι ο δάσκαλος, ο προπονητής, ο γείτονας, ο θείος, ο πατριός ή κάποιο άλλο άτομο «υπεράνω πάσης υποψίας». Να σημειωθεί πως είναι λίγες οι περιπτώσεις που είναι άγνωστος στο παιδί. Πολλές φορές ωστόσο, έχει σημειωθεί η συνύπαρξη και άλλων διαστροφών από πλευράς του (ηδονοβλεψία η επιδειξιμανία και ο σαδισμός).

Ο παιδόφιλος συχνά είναι πολύ ελκυστικός στα παιδιά που αποτελούν υποψήφια θύματα. Μπορεί να προσφέρει εθελοντικά τις υπηρεσίες του σε αθλητικές ομάδες κλπ. που αφορούν τους νέους. Έχει πολύ καλές διαπροσωπικές ικανότητες με τα παιδιά και μπορεί εύκολα να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους. Κάποιοι παιδόφιλοι κάνουν εκλογικεύσεις ή φτιάχνουν δικαιολογίες που τους επιτρέπουν να αποφεύγουν την ανάληψη ευθύνης για τις πράξεις τους και έχουν έλλειψη ενσυναίσθησης για όσα προκαλούν. Μπορεί να κατηγορήσουν τα παιδιά, επειδή είναι πολύ ελκυστικά ή σεξουαλικώς προκλητικά. Επίσης μπορεί να υποστηρίζουν ότι «διδάσκουν» στο παιδί «τα μυστικά της ζωής» ή «την αγάπη».

Σχετικά με το ψυχολογικό τους υπόβαθρο:

Οι παιδόφιλοι τείνουν να έχουν ναρκισσιστικά και αντικοινωνικά (ψυχοπαθητικά) χαρακτηριστικά. Δεν έχουν ενσυναίσθηση για τα θύματά τους, ούτε μετανοούν για τις πράξεις τους. Η παιδοφιλία είναι στην ουσία αυτό-ερωτική, αν λάβουμε υπόψη ότι ο παιδόφιλος χρησιμοποιεί τα σώματα των παιδιών για να αυνανιστεί. Έτσι εξηγείται και η επιτυχία του διαδικτύου στον κύκλο των παιδόφιλων καθώς προσφέρει εξαϋλωμένο, ανώνυμο, αυνανιστικό σεξ. Επιπλέον είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι οι παιδόφιλοι δεν δελεάζονται από τα παιδιά αυτά καθαυτά, από το σώμα τους ή από την εκκολαπτόμενη σεξουαλικότητά τους, αντιθέτως έλκονται απ’ αυτό που συμβολίζουν τα παιδιά (Παιδικότητα- Αθωότητα).

Η σεξουαλική δραστηριότητα με παιδιά υποδηλώνει ελευθερία δράσης με ατιμωρησία. Αυξάνει στον δράστη τη μαγική αίσθηση του άτρωτου και της παντοδυναμίας. Αψηφώντας τους κανόνες, ο παιδόφιλος βιώνει μια υπερέκκριση αδρεναλίνης. Το παράνομο, απαγορευμένο σεξ καθίσταται διέξοδος για την επιτακτική του ανάγκη να ζει ριψοκίνδυνα και απερίσκεπτα. Επιπλέον, οι παιδόφιλοι είναι παράτολμοι και συναισθηματικά ευμετάβλητοι και η αίσθηση της προσωπικής τους αξίας είναι ασταθής και ακανόνιστη. Επίσης είναι πιθανό να υποφέρουν από άγχος εγκατάλειψης και μέσω των πράξεων του επανακτά μια αίσθηση κυριαρχίας και ελέγχου.

Ο παιδόφιλος συχνά «προβάλλει» πλευρές του εαυτού του στα παιδιά με τα οποία σχετίζεται και τα κάνει να φέρονται σύμφωνα μ’ αυτές τις προβολές (τους αποδίδει χαρακτηριστικά και συμπεριφορές που στην πραγματικότητα ανήκουν στον ίδιο).

Οι σεξουαλικές πράξεις με παιδιά μπορεί είναι για αυτούς μια αναπαράσταση ενός οδυνηρού παρελθόντος. Η σχέση με το παιδί παρέχει στον παιδόφιλο ένα ασφαλές πέρασμα στο δικό του καταπιεσμένο και φοβισμένο εσωτερικό παιδί. Μέσα απ’ το θύμα του, ο παιδόφιλος αποκτά πρόσβαση στα απωθημένα και ματαιωμένα συναισθήματά του. Είναι μια ψευδαίσθηση δεύτερης ευκαιρίας να ξαναζήσει την παιδική του ηλικία. Επιπλέον, ένας παιδόφιλος ικανοποιείται από την υποχωρητικότητα και ευπιστία του παιδιού. Δυσανασχετεί με οποιαδήποτε ένδειξη προσωπικής αυτονομίας καθώς τη θεωρεί απειλή. Είτε με εκφοβισμό, καλόπιασμα, άσκηση γοητείας και ψεύτικες υποσχέσεις, απομονώνει το παιδί έχοντας ως σκοπό να κάνει το παιδί να εξαρτάται απόλυτα απ’ αυτόν. Να σημειωθεί πως ο παιδόφιλος εκμεταλλεύεται και τα τυχόν τρωτά σημεία στη ψυχοσύνθεση του θύματός του. Το παιδί μπορεί να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, ασταθή αίσθηση προσωπικής αξίας, πρωτόγονους μηχανισμούς άμυνας, φοβίες, ψυχική ασθένεια, αναπηρία, ιστορικό αποτυχιών, κακές σχέσεις με τους γονείς κλπ. Μπορεί να προέρχεται από ένα βίαιο οικογενειακό περιβάλλον, το οποίο του έχει δημιουργήσει την τάση να αναμένει την κακοποίηση ως κάτι αναπόφευκτο και «φυσιολογικό». Τέλος, για τον παιδόφιλο, οι σεξουαλικές πράξεις με παιδιά, ενισχύουν το «εγώ» του. Τα παιδιά είναι εξ ορισμού «κατώτερα». Είναι πιο αδύναμα σωματικά και εξαρτώνται από τους άλλους για την ικανοποίηση των περισσότερων αναγκών τους, είναι συναισθηματικά ανώριμα και επιδεκτικά στη χειριστικότητα. Οι γνώσεις τους και οι δεξιότητές τους είναι περιορισμένες. Οι σχέσεις του παιδόφιλου με παιδιά, ενισχύουν τις πομπώδεις αυταπάτες της παντοδυναμίας και της παντογνωσίας. Σε σύγκριση με τα παιδιά, ο παιδόφιλος είναι πάντα ο πιο δυνατός και ο πιο σοφός.

Ωστόσο να αναφερθεί πως κάποιοι παιδόφιλοι είναι αδέξιοι κοινωνικά, δύστροποι, σχιζοειδείς και υποφέρουν από διάφορες διαταραχές της διάθεσης και αγχώδεις διαταραχές. Οι παιδόφιλοι αντιδρούν άσχημα σε οποιαδήποτε απόρριψη από τα θύματά τους. Γίνονται πολύ εκδικητικοί ώστε να καταστρέψουν την αιτία της ματαίωσης των σχεδίων τους. Όταν η «σχέση» φανεί καταδικασμένη, κάποιοι παιδόφιλοι οδηγούνται σε μια μανία αυτοκαταστροφής.

  • Ποια είναι η μεθοδολογία προσέγγισης των παιδόφιλων;
  • Ο παιδόφιλος συχνάζει σε χώρους με παιδιά, παιδικές χαρές, εμπορικά κέντρα κλπ. και προτιμά τις παιδικές ενασχολήσεις και παιχνίδια. Επιπλέον χρησιμοποιεί τα ηλεκτρονικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης (facebook, κλπ.), προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτά, ενώ ενδέχεται να προσποιείται τον έφηβο.
  • Εργάζεται με παιδιά ή σε χώρους που συχνάζουν αυτά (σχολεία, αθλητικά κέντρα, παιδότοποι, κλπ.). Μπορεί επίσης να προσφέρει εθελοντική εργασία σε αυτά τα μέρη.
  • Στοχεύει, κατά περίπτωση, σε συγκεκριμένες ηλικίες και φύλο. Συνήθως σε παιδιά προεφηβικής ηλικίας, όταν δηλαδή δεν έχουν ακόμα σεξουαλικές εμπειρίες, αλλά βρίσκονται στη φάση της εξερεύνησης και ανακάλυψης της σεξουαλικότητάς τους.
  • Επιλέγει παιδιά ντροπαλά, συνεσταλμένα και ευάλωτα, που προέρχονται από οικογένειες προβληματικές ή με μειωμένους πόρους ή και οικογένειες που οι γονείς λείπουν πολλές ώρες από το σπίτι. Πολλές φορές, κερδίζει την εμπιστοσύνη των παιδιών, αλλά και των γονέων.
  • Προσπαθεί να γίνει φίλος με το παιδί μέσω της ενίσχυσης της αυτοεκτίμησής του. Στοχεύει στην ανάγκη τους να ακουστούν και να βρεθεί κάποιος που τα καταλαβαίνει.
  • Δρα μεθοδικά και με υπομονή. Αρχικά μπορεί να χρησιμοποιεί γαργαλητά, χάδια, να ζητάει από το παιδί να τον φιλάει και προχωρά ανάλογα με τις αντιδράσεις του παιδιού. Αν βρει πρόσφορο έδαφος προσπαθεί να εμπλέξει τα παιδιά σε σεξουαλικού περιεχομένου δραστηριότητες.
  • Παιδοφιλία εις βάρος αγοριών και εις βάρος κοριτσιών. Υπάρχουν διαφοροποιήσεις ως προς το ψυχο-εγκληματικό προφίλ των παιδόφιλων;

Όπως υποστηρίζεται από έρευνες, υπάρχει μια προτίμηση τόσο ηλικιακή όσο και φύλου από πλευράς παιδόφιλων. Οι περισσότεροι προτιμούν παιδιά συγκεκριμένου φύλου σε μια συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα. Όσο μεγαλύτερη είναι η ηλικιακή προτίμηση του παιδόφιλου, τόσο πιο αποκλειστική είναι η προτίμηση του φύλου. Οι παιδόφιλοι που προσελκύονται από μικρά παιδιά-νήπια είναι πιο πιθανό να κακοποιήσουν και αγόρια και κορίτσια αδιακρίτως. Ένας παιδόφιλος-παιδεραστής που προσελκύει τους εφήβους είναι πιο πιθανό να προτιμά αποκλειστικά τα αγόρια ή τα κορίτσια. Βέβαια, εξίσου σημαντική είναι η πραγματική ηλικία ενός παιδιού και η ηλικία που δείχνει ότι είναι. Ένα 13χρονο παιδί που συμπεριφέρεται και μοιάζει σαν παιδί ηλικίας 10 ετών θα μπορούσε να είναι ένας πιθανός στόχος θύματος για έναν άνδρα που προτιμά τα παιδιά ηλικίας 8 έως 10 ετών. Να σημειωθεί ωστόσο πως η εφηβεία φαίνεται να αποτελεί σημαντική διαχωριστική γραμμή για πολλούς παιδόφιλους-παιδεραστές, η οποία αφορά μόνο την προτίμηση τους σχετικά με το φύλο η το ηλικιακό εύρος και όχι κάποιον άλλον περιορισμό (πχ σε πράξεις)

Επιπλέον να αναφερθεί πως το FBI σε έρευνα του, υποστηρίζει πως οι κατά συρροή παιδόφιλοι σε αντίθεση με τους περιστασιακούς, φαίνεται να προτιμούν τα αγόρια.

  • Παιδόφιλοι που ασχολούνται με επαγγέλματα που σχετίζονται με παιδιά (παιδαγωγοί, εκπαιδευτές, προπονητές κ.λπ.). Επιλέγουν τα συγκεκριμένα επαγγέλματα για να είναι κοντά στα ανήλικα θύματά τους ή είναι τυχαία επιλογή;

Δεν θα την χαρακτήριζα καθόλου τυχαία επιλογή. Η πρόσβαση στα παιδιά είναι ένας από τους σημαντικότερους δείκτες των παιδόφιλων. Ένας παιδόφιλος θα έχει πρόσβαση είτε μέσω της κατοικίας του, καθώς θα επιδιώξει να μένει κοντά σε σχολείο η πάρκο, είτε μέσω της εργασίας του. Μπορεί να είναι δάσκαλος, προπονητής, οδηγός σχολικού λεωφορείου, φωτογράφος, ακόμα και ιατρός με ειδικότητα στα παιδιά. Επιπλέον μπορεί και να εργάζεται εθελοντικά πχ ως υπεύθυνος κατασκήνωσης. Δυστυχώς έχουν σημειωθεί και περιστατικά αναδοχής παιδιών με απώτερο σκοπό την κακοποίηση τους. Συνήθως αυτά τα στοιχεία δίνονται μέσω των αναλύσεων πραγματικών περιστατικών.

  • Στην υπόθεση που εξετάζουμε ο κατηγορούμενος είναι ένας μουσικός με αξιοθαύμαστη καριέρα και πολλές διακρίσεις στο χώρο του. Πώς ψυχολογικά ερμηνεύεται αυτή η μεγάλη αντίφαση ενός καταξιωμένου επαγγελματία, στο χώρο της τέχνης μάλιστα, που φτάνει στο ακραίο σημείο της διάπραξης ενός τόσο ειδεχθούς εγκλήματος κατά παιδιών;

Η απάντηση στη συγκεκριμένη ερώτηση δίνεται μέσω του προφίλ των ατόμων που διαπράττουν τέτοιου είδους, όπως πολύ σωστά χαρακτηρίζετε, ειδεχθή εγκλήματα. Να σημειωθεί πως τόσο στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, όσο και στις περιπτώσεις παιδοφιλίας-παιδεραστίας, ισχύει ακριβώς το ίδιο. Είναι φαινόμενα τα οποία δεν διαλέγουν κοινωνικές-οικονομικές τάξεις. Ο δράστης και στην πρώτη περίπτωση αλλά και στην δεύτερη, μπορεί να είναι άτομο με αξιοθαύμαστη καριέρα, με πολλές διακρίσεις στον τομέα του. Άτομο που το σέβονται και το εκτιμούν. Άτομο υπεράνω υποψίας. Ωστόσο, μπορεί να είναι κάποιος χωρίς αξιοθαύμαστη καριέρα, αλλά με αξιοθαύμαστη συμπεριφορά, να μην έχει δώσει ποτέ δικαίωμα για το οτιδήποτε. Μπορεί να είναι ο άνθρωπος «της διπλανής πόρτας», να κάνει το οποιοδήποτε επάγγελμα κλπ.

  • Ποια είναι η θεραπευτική αντιμετώπιση της παιδοφιλίας;

Αρχικά να σημειωθεί ότι πολλοί παιδόφιλοι και γενικά άτομα με παραφιλίες, πρώτων δεν επισκέπτονται ψυχοθεραπευτές εξαιτίας του φόβου ότι «θα μαθευτεί το μυστικό τους» και δεύτερον, δεν θεωρούν ότι έχουν κάποιο πρόβλημα και προσέρχονται στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας μόνον όταν η συμπεριφορά τους δημιουργήσει συγκρούσεις με το οικογενειακό περιβάλλον ή με το νόμο. Στο σημείο αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι η βασική παράμετρος στην αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε θεραπευτικής προσέγγισης είναι η επιθυμία του ίδιου του ατόμου να αλλάξει τη συμπεριφορά του και στη συνέχεια να συνεργαστεί με έναν ειδικό ψυχικής υγείας.

Σχετικά με τις θεραπευτικές μεθόδους που χρησιμοποιούνται:

Η παιδοφιλία, όπως και οι άλλες μορφές παραφιλίας, θεωρούνται ότι οφείλονται κατά κύριο λόγο σε ψυχολογικούς παράγοντες και ότι προέρχονται από εμπειρίες της παιδικής ηλικίας. Άρα, η βασική μέθοδος αντιμετώπισης αυτών των διαταραχών είναι η ψυχοθεραπεία. Κύριος στόχος της θεραπείας είναι να έρθουν στην επιφάνεια και να επιλυθούν οι άλυτες ψυχικές συγκρούσεις της παιδικής ηλικίας οι οποίες μπορεί να ευθύνονται για αυτή την σεξουαλική παρέκκλιση. Μέσω της θεραπείας το άτομο θα βοηθηθεί τόσο στο να αναγνωρίσει τα συναισθήματα και τις φαντασιώσεις που τον παρακινούν στη συγκεκριμένη σεξουαλική συμπεριφορά, να αναγνωρίσει και να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του, παύοντας να δικαιολογεί τη συμπεριφορά του ως επιθυμητή ή ακόμη και προκαλούμενη από τα παιδιά-θύματα (π.χ. ο παιδόφιλος τείνει να εκλαμβάνει λαθεμένα την υποτακτικότητα ενός παιδιού ως έκφραση επιθυμίας από μέρους του). Θα τον βοηθήσει ακόμη να αποκτήσει πιο παραδεκτούς τρόπους σεξουαλικής ικανοποίησης και να ελέγξει το βαθμό που η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά του παρεμβαίνει στην κοινωνική και επαγγελματική του ζωή. Η παιδοφιλία μπορεί επίσης να αντιμετωπιστεί με φαρμακευτική αγωγή. Για παράδειγμα, σε άντρες που εμπλέκονται με καταναγκαστικό τρόπο σε σεξουαλικές επιθέσεις, χρησιμοποιούνται αντιανδρογόνα, όπως η μεδροξυπρογεστερόνη (Provera), τα οποία μειώνουν τα επίπεδα της τεστοστερόνης στο αίμα. Έτσι ελαττώνονται οι σεξουαλικές τους δραστηριότητες και γίνονται λιγότερο επικίνδυνοι. Τα αντιανδρογόνα επίσης έχουν αποδειχτεί αποτελεσματικά και στην μείωση του ποσοστού υποτροπής.

  • Η παιδοφιλία «προλαμβάνεται»; Υπάρχουν άνθρωποι που αν κατανοήσουν το πρόβλημα και λάβουν έγκαιρα θεραπεία από ειδικούς, θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τη «διαστροφή» τους;

Ένα τέτοιο άτομο, όπως προανέφερα δεν θα προστρέξει ποτέ στον ψυχοθεραπευτή. Τουλάχιστον στην Ελλάδα δεν έχει σημειωθεί κάτι τέτοιο. Στο εξωτερικό ωστόσο, και συγκεκριμένα στην Γερμανία αλλά και στον Καναδά υπάρχουν προγράμματα στα οποία απευθύνονται οι παιδόφιλοι. Στη χώρα μας οι παρεμβάσεις αφορούν την πρόληψη της υποτροπής. Θα μπορούσε να υπάρξει πρόληψη, όχι στον άξονα διαμόρφωσης της σεξουαλικής επιθυμίας, αλλά, στο επίπεδο της σχέσης του παιδιού με την ίδια του την οικογένεια. Η παιδοφιλία είναι ατομική υπόθεση, δεν είναι συλλογική. Ενδέχεται να διαμορφώνεται σε ένα περιβάλλον το οποίο, σε συλλογικό επίπεδο, επιτρέπει ή και ευνοεί μορφές αυτής της συμπεριφοράς, ενέχει ωστόσο και μία διάσταση η οποία την ανάγει σε υπόθεση του καθενός. Εκείνο το οποίο θα μπορούσε να προληφθεί είναι η εν γένει κακοποίηση του παιδιού, ιδίως ως προς την διαμόρφωση του συναισθηματικού του κόσμου, και ως εκ τούτου να αποδυναμωθεί και οποιαδήποτε άλλη ενδεχόμενη μορφή κακοποίησής του. Ξεκάθαροι ρόλοι μέσα στην οικογένεια, υποστηρικτικό περιβάλλον, δυνατότητα έκφρασης, συζήτησης όλων των θεμάτων και ομαλής ψυχικής ανάπτυξης. Σε επίπεδο πρόληψης, επίσης θα βοηθούσε η ενημέρωση των παιδιών για τα κίνητρα των άλλων ανθρώπων, γεγονός το οποίο σαφώς προϋποθέτει και μία ευρύτερη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση.

  • Συχνά, σε ανάλογες υποθέσεις κακοποίησης ανηλίκων, όλοι «πέφτουν από τα σύννεφα» και κάνουν λόγο για «άτομο υπεράνω υποψίας». Στην πορεία, βέβαια, έρχονται στο φως και άλλες πτυχές της προσωπικότητας του ατόμου, πιο σκοτεινές και τα «στόματα ανοίγουν». Τι τελικά ισχύει; Οι δράστες με τη συμπεριφορά τους «δίνουν» κάποια σημάδια ότι κάτι δεν πάει καλά, τα οποία όμως δεν αξιολογούνται από εμάς γιατί δεν έχουμε τις ειδικές ψυχολογικές γνώσεις να τα αναγνωρίσουμε; Εάν ναι, ποια είναι αυτά τα «σημάδια» και πώς μπορούμε να τα αναγνωρίσουμε ή έστω να είμαστε πιο επιφυλακτικοί με τους ανθρώπους στους οποίους εμπιστευόμαστε τα παιδιά μας;  

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στις περισσότερες υποθέσεις κακοποίησης ανηλίκων όλοι «πέφτουν από τα σύννεφα» γιατί ο δράστης μέχρι να αποκαλυφθεί η σκοτεινή πλευρά του, είναι αξιοσέβαστος άνθρωπος, μπορεί να έχει υψηλή κοινωνική θέση, είναι οικογενειάρχης κλπ., ενώ όταν «πέφτουν οι μάσκες» και αποκαλύπτεται το πραγματικό πρόσωπο του, αρχίζουν σιγά-σιγά και ενώνονται τα κομμάτια του πάζλ. Οι δράστες φυσικά και δίνουν (χωρίς να το επιθυμούν βέβαια) κάποια σημάδια, τα οποία δεν αξιολογούνται όπως θα έπρεπε, όχι από έλλειψη εξειδικευμένων γνώσεων αλλά γιατί ως άνθρωποι έχουμε την τάση να επικεντρωνόμαστε περισσότερο στα θετικά στοιχεία ενός άλλου ανθρώπου και σε αυτά που συνήθως αυτοί οι άνθρωποι προβάλλουν περισσότερο. Δυστυχώς η ευτυχώς, οι συνθήκες πλέον, μας αναγκάζουν να είμαστε όλοι υποψιασμένοι και επιφυλακτικοί με όποιον βρίσκεται κοντά στα παιδιά μας.

Κάποια σημάδια και κάποιες συμπεριφορές

που μπορεί να μας βάλουν σε υποψία είναι:

Εάν ένα άτομο: Ενδιαφέρεται περισσότερο για τα παιδιά απ’ ότι για τους ενήλικες, προσφέρεται επίμονα και χωρίς οποιοδήποτε οικονομικό έστω όφελος να κρατήσει τα παιδιά για να κάνουν τις δουλειές τους οι γονείς, είναι ιδιαίτερα εκδηλωτικό με τα παιδιά, εμπλέκεται σε δραστηριότητες με παιδιά, όταν δεν είναι παρόντες οι γονείς, ταυτίζεται περισσότερο με τα παιδιά απ’ ότι με άτομα της ηλικίας του, έχει περισσότερες φιλικές σχέσεις με παιδιά απ’ ότι με ενήλικες. Επιπλέον, εάν οι φίλοι του (που είναι παιδιά) είναι συγκεκριμένης ηλικιακής κατηγορίας ή/και φύλου, κάνει συνεχώς δώρα σε συγκεκριμένο παιδί ή παιδιά και τα αγγίζει με περίεργο τρόπο ή τα κοιτάζει με περίεργο τρόπο ή ακόμα και από μέρους του παιδιού υπάρχει κάποια αντίστοιχη συμπεριφορά με την ένδειξη του βλέμματος σε φόβο ή περίεργης οικειότητας. Εάν περιφέρεται πολύ συχνά σε χώρους όπου υπάρχουν παιδιά, τα παρακολουθεί και τα προσεγγίζει προσφέροντάς τους γλυκά ή οτιδήποτε με σκοπό τη «φιλική» χειρονομία, τα φωτογραφίζει ή προσφέρεται να βοηθήσει τα παιδιά σε συγκεκριμένες δραστηριότητές τους, οι οποίες περιλαμβάνουν περισσότερο το γυμνό στοιχείο.

  • Θα μπορούσατε στο σημείο αυτό να καταθέσετε κάποια σκέψη/πρόταση για τη σχέση ανηλίκων-εκπαιδευτών;

Ναι, στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω την ανάγκη μιας άμεσης οριοθέτησης της σχέσης καθηγητή προς μαθητή, σαφώς, βέβαια από την πλευρά του καθηγητή. Επιβάλλεται η απαλοιφή οποιασδήποτε μορφής συμπεριφοράς η οποία ανάγει την διαντίδραση σε πλαίσιο το οποίο υπερβαίνει την κανονικότητα των ρόλων. Έχουν σημειωθεί περιπτώσεις στις οποίες ο καθηγητής δεν έχει καμία «περίεργη» πρόθεση, η συμπεριφορά του όμως τοποθετείται εντός ενός συγκεχυμένου συναισθηματικού συγκειμένου. Για παράδειγμα, καθηγήτρια έχει αναφέρει πως συνάντησε μαθητή της, εκτός σχολείου, με σκοπό να τον παρηγορήσει για την απώλεια συγγενικού του προσώπου. Σε μια άλλη περίπτωση, καθηγητής ανέφερε πως προκειμένου να ενισχύσει συναισθηματικά μια μαθήτρια του, η οποία έκλαιγε συχνά στο σχολείο, την κράτησε αρκετές φορές στην αγκαλιά του. Πιστεύω πως γίνεται αντιληπτό το πρόβλημα που μπορεί να δημιουργηθεί και σε τι περιπέτειες μπορεί να οδηγηθούν αμφότερα τα μέρη. Σε αυτό το πλαίσιο χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (facebook) από καθηγητές στα σχολεία, οι οποίοι δέχονται και στέλνουν αιτήματα φιλίας από και προς τους μαθητές τους. Φυσικά και η πρόθεση του ενηλίκου ενδέχεται να μην εμπεριέχει τίποτε το μεμπτό, η αμφισημία όμως ως προς τα σημαίνονται της εν λόγω επικοινωνιακής πρακτικής τροφοδοτεί τη φαντασίωση και μπορεί να δημιουργήσει πολλά προβλήματα.

  • Κυρία Τζουραμάνη, τι κρίνετε σκόπιμο να αναφέρουμε, ως συμπέρασμα, κλείνοντας την πολύ ενδιαφέρουσα  και διαφωτιστική για το κοινό συζήτησή μας;

Εν κατακλείδι, η παιδοφιλία δυστυχώς είναι συχνό φαινόμενο στην εποχή μας, τα ΜΜΕ και οι εφημερίδες αναφέρονται σε αυτήν σχεδόν κάθε εβδομάδα. Τόσο στο εξωτερικό, όσο και στην Ελλάδα, τους τελευταίους μήνες τα κρούσματα έχουν αυξηθεί κατακόρυφα και κυρίως μέσα σε εκπαιδευτικούς χώρους. Είναι ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα με ψυχολογικές, ιατρικές, νομικές, κοινωνικές και ηθικές προεκτάσεις. Οι συνέπειες της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών είναι κατά κύριο λόγο ψυχολογικές και για αυτό αποτελούν ένα σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση ψυχοπαθολογίας στην παιδική, εφηβική και ενήλικη ζωή. Να επισημάνω για μια τελευταία φορά το πόσο σημαντική είναι η ενημέρωση των παιδιών για τέτοιου είδους θέματα, καθώς και η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Η ενημέρωση και το χτίσιμο της εμπιστοσύνης, είναι ο καλύτερος τρόπος πρόληψης. Γι’ αυτό επιμένω και θα επιμένω πάντα στη σχέση μεταξύ των μελών της οικογένειας.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts