Λιντσάρισμα: Νόμος του Λιντς και αυτοδικία από ομάδα ανθρώπων ή όχλο

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΠΟΥ ΙΣΩΣ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΕΝΟΧΛΗΣΗ 

του Δημήτρη Καλαντζή. 

Με τον όρο «Νόμος του Λιντς» στη δικαιοσύνη περιγράφεται η δράση αναρμόδιων προσώπων, τα οποία, ως οργανωμένες ομάδες ή όχλος, συλλαμβάνουν άτομα τα οποία κατηγορούνται (ή είναι ύποπτα) εγκλημάτων και τους επιβάλλουν «συνοπτική τιμωρία», χωρίς νόμιμη δίκη και χωρίς εντολή από τις εντεταλμένες αρχές εφαρμογής των νόμων.

Η λέξη λιντσάρισμα αρχικά σήμαινε το μαστίγωμα για λόγους συμμόρφωσης ή την επιβολή μικρών ποινών χωρίς προσφυγή στον νόμο. Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο στις Ηνωμένες Πολιτείες, το λιντσάρισμα σήμαινε τη συνοπτική επιβολή της θανατικής ποινής.

Ο Νόμος του Λιντς επικρατούσε σε αραιοκατοικημένες ή συνοριακές περιοχές, όπου η κυβέρνηση ήταν αδύναμη και οι εντεταλμένοι εκπρόσωποι του νόμου ήταν πολύ λίγοι και υπερβολικά ανίσχυροι για την επιβολή του νόμου και τη διατήρηση της τάξης.

Κατά την επικρατέστερη εκδοχή, ο «Νόμος του Λίντς» πήρε την ονομασία του από τον συνταγματάρχη Τσαρλς Λιντς που, κατά την εξέγερση του 1780 στη Βιρτζίνια, αποφάσισε να βρει έναν πιο εύκολο τρόπο για να «δικάζει» εγκληματίες, από το να τους μεταφέρει 200 χιλιόμετρα μακριά στο κοντινότερο δικαστήριο, όπου θα έπρεπε να μεταφέρει και τους μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης.

Μαζί με τους γείτονές του, επίσης κτηματίες, ο συνταγματάρχης Λιντς έστησε το δικό του δικαστήριο, στο οποίο προσάγονταν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να προσκομίσουν μάρτυρες για την υπεράσπισή τους. Επίσης είχαν την ευκαιρία να παρουσιάσουν ελαφρυντικά στοιχεία για την υπόθεσή τους. Αν ο κατηγορούμενος αθωωνόταν, απελευθερωνόταν με μία «συγνώμη» του δικαστηρίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα λάμβανε και αποζημίωση. Εάν καταδικαζόταν, θα δεχόταν τριάντα εννέα μαστιγώματα στη γυμνή πλάτη του και στη συνέχεια, εάν αρνούταν να φωνάξει «ελευθερία για πάντα», θα τον κρέμαγαν από τους αντίχειρές του μέχρι να το κάνει.

Τον 18ο και 19ο αιώνα ο «Νόμος του Λιντς» εφαρμοζόταν σε πολιτείες του Νότου των ΗΠΑ για περιπτώσεις «ενοχλητικών προσώπων» (βιαστών, αντρών που χτυπούσαν τις συζύγους τους κ.α.), αλλά κυρίως εναντίον όσων λευκών ή μαύρων υποκινούσαν σε εξέγερση τους μαύρους για να διεκδικήσουν δικαιώματα και ελευθερίες.

Το 1892 η Chicago Tribune δημοσίευσε έναν κατάλογο από τα «λιντσαρίσματα» αφροαμερικανών της τελευταίας δεκαετίας (1882-1892) από τον οποίο προέκυπτε μεγάλη αύξηση της πρακτικής. Από τα 800 λιντσαρίσματα (αυθαίρετη επιβολή της θανατικής ποινής), 269 άτομα είχαν κατηγορηθεί για βιασμό, 253 για φόνο, 44 για ληστεία, 37 για εμπρησμό, 13 για τσακωμό με λευκούς, 5 για αιμομιξία, ενώ για αρκετά δεν μπόρεσε να εντοπιστεί ο λόγος του λιντσαρίσματος.

Η πλάστιγγα εναντίον του λιντσαρίσματος άρχισε να αλλάζει ουσιαστικά μόλις το 1934 με την υπόθεση του Claude Neal στη Μαριάννα της Φλόριντα. Ο Claude Neal, ένας νεαρός μαύρος, λιντσαρίστηκε μετά την ομολογία του για τη δολοφονία της λευκής Lola Cannidy με την οποία υποτίθεται ότι είχε δεσμό. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την απόσπαση της ομολογίας του αμφισβητήθηκαν έντονα, παρόλα αυτά ο κόσμος απαιτούσε την παραδειγματική τιμωρία του.

Ο όχλος απέσπασε από τις φυλακές της Αλαμπάμα τον νεαρό μαύρο και τον υπέβαλε σε δέκα ώρες βασανιστηρίων που συμπεριελάμβαναν τον ευνουχισμό και τον εξαναγκασμό του να φάει κομμάτια των γεννητικών του οργάνων πριν πεθάνει.

Καθώς το ευνουχισμένο σώμα του Neal κρεμόταν από δέντρο, λήφθηκε φωτογραφία από την οποία φτιάχτηκε ταχυδρομική κάρτα. Τα δάχτυλα του Neal πωλήθηκαν ως «αναμνηστικά» στο διψασμένο για αίμα πλήθος που έφτασε αργά για να δει το λιντσάρισμα…

Η “αναμνηστική φωτογραφία” από το λιντσάρισμα του νεαρού αφροαμερικανού Claude Neal.

Το γεγονός πήρε μεγάλες διαστάσεις καθώς ο Τύπος της Φλόριντα είχε προειδοποιήσει  για τον κίνδυνο λιντσαρίσματος του Neal, αλλά κανένα επίσημο, τοπικό ή ομοσπονδιακό όργανο δεν πήρε μέτρα για να τον αποτρέψει.

Η φρικτή υπόθεση εξόργισε την κοινή γνώμη των Ηνωμένων Πολιτειών και προκάλεσε τη μετατόπιση της κυβερνητικής πολιτικής προς τη δίωξη των οργανωτών του λιντσαρίσματος και μία μείζονα προσπάθεια ώστε να περάσει ομοσπονδιακός νόμος κατά του λιντσαρίσματος, παρόλο που η πρακτική συνεχίστηκε για πολλά χρόνια ακόμα, λιγότερο συχνά και πιο συγκεκαλυμμένα.

The following two tabs change content below.

Δημήτρης Καλαντζής

Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στο κέντρο της Αθήνας. Σπούδασε δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι» και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς & τηλεοπτικούς σταθμούς και τώρα διερευνά τους κώδικες του διαδικτύου. Αγαπά τις ανθρώπινες ιστορίες και τις γάτες.

Latest posts by Δημήτρης Καλαντζής (see all)

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts