Νεανική παραβατικότητα στην Ελλάδα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης – O ρόλος των επιμελητών ανηλίκων

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Ανήλικοι παραβάτες: όχι, δεν είναι μια «χαμένη υπόθεση», σε αντίθεση με όσα πιστεύουν ορισμένοι. Η κοινωνία οφείλει με ευαισθησία να προσεγγίσει τον ανήλικο παραβάτη, δεδομένου ότι κατά κανόνα αυτά τα παιδιά προέρχονται από «διαλυμένες» οικογένειες και πορεύονται στη ζωή χωρίς υποστηρικτικό περιβάλλον. Είναι, ίσως, τα παιδιά για τα οποία ποτέ κανείς δεν νοιάστηκε αρκετά… Είναι σκληρό να ειπωθεί αυτό, αλλά κάποτε πρέπει όλοι μας -ως ενεργά μέλη της κοινωνίας- να αντιμετωπίσουμε τη σκληρή πραγματικότητα και να τολμήσουμε να δούμε και την άλλη όψη του νομίσματος. Για να φτάσει ένα παιδί, σε μια ευαίσθητη ηλικία και φάση της ζωής του, να «συγκρουστεί» με τον νόμο, κάποια ευθύνη φέρουν σίγουρα οι ενήλικοι.

Ωστόσο, ένα πολύ θετικό στοιχείο που αξίζει να αναδείξουμε είναι ότι, σύμφωνα με διεθνείς έρευνες, οι νέοι σε ηλικία παραβάτες μεγαλώνοντας δύναται να απέχουν από την εγκληματική δράση, με την κατάλληλη παρέμβαση. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 έρευνες έδειξαν ότι η ηλικία κατά την οποία είναι πιο πιθανό το άτομο να διαπράξει μια παραβατική δραστηριότητα (peak age) ήταν τα μετεφηβικά χρόνια, κυρίως λόγω της πίεσης των συνομηλίκων (peer pressure) και λόγω της «επανάστασης» των νέων σε κάθε μορφή εξουσίας και κανόνα. Επομένως, σε αυτή την περίοδο της ζωής ενός νέου είναι αναγκαίο να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση -ιδίως σε περίοδο οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, όπως η σημερινή- και να ληφθούν μέτρα πρόληψης, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα σε παιδιά που υιοθετούν αποκλίνουσες συμπεριφορές και δεν έχουν τη στήριξη της οικογένειάς τους να κατανοήσουν ότι η παρανομία δεν είναι μονόδρομος και να αναζητήσουν εναλλακτικές διεξόδους.

Για τον ανήλικο που έχει παραβεί τον νόμο, το έργο των επιμελητών ανηλίκων είναι σαφώς πολύ σημαντικό. Η Επιμελήτρια Ανηλίκων – Κοινωνική Λειτουργός, MΔΕ Κοινωνικής & Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Υπ.Διδάκτωρ Αντεγκληματικής Πολιτικής, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,  κ. Αφροδίτη Μαλλούχου, παρουσιάζει στο postmodern.gr το σημαντικό έργο που ασκούν οι επιμελητές ανηλίκων στη χώρα μας, το οποίο δεν είναι γνωστό στο ευρύ κοινό. Μας εξηγεί τη σχέση που δημιουργούν οι επιμελητές με τον ανήλικο παραβάτη, ενώ επισημαίνει τα σοβαρότερα προβλήματα και τις κυριότερες ελλείψεις του θεσμού.

Η κ. Μαλλούχου αναφέρεται, επίσης, στα αναμορφωτικά μέτρα που επιβάλλονται στους ανήλικους παραβάτες και σκιαγραφεί το προφίλ των ανηλίκων που έχουν εμπλοκή με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης. Αναδεικνύει, παράλληλα, τις πολύ σοβαρές ποιοτικές αλλαγές στο φαινόμενο της νεανικής παραβατικότητας στην Ελλάδα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και μας καταθέτει την πολύτιμη εμπειρία της από υποθέσεις ανηλίκων που έχει χειριστεί, από τις οποίες μπορούν να εξαχθούν σημαντικά συμπεράσματα. Στη διάρκεια της συζήτησης με την κ. Μαλλούχου «γεννήθηκαν» πολλά ερωτήματα, γιατί η νεανική παραβατικότητα είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα με πολυσύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις.

Όπως υπογραμμίζει η κ. Μαλλούχου «Αυτό που αξίζει να εντοπίσουμε είναι ότι παρά το γεγονός ότι η έκταση της ένδικης νεανικής παραβατικότητας στην Ελλάδα φαίνεται ότι κινείται στο πλαίσιο της χαμηλής και μεσαίας βαρύτητας, ωστόσο προκαλεί ανησυχία το γεγονός ότι αυξάνονται τα αδικήματα βίας και παράλληλα μειώνεται το όριο ηλικίας, κατά το οποίο ξεκινά η εμπλοκή των ανηλίκων με τον ποινικό νόμο. Ακόμα, λοιπόν, κι αν καταγράφεται στα στατιστικά στοιχεία των Υπηρεσιών μας μια ενδεχόμενη ποσοτική μείωση των περιστατικών που μας απασχολούν, αυτό μπορεί να είναι εντελώς συγκυριακό, λόγω νέων νόμων που ισχύουν κατά καιρούς περί παραγραφής ορισμένων αδικημάτων, προκειμένου να αποσυμφορηθούν τα πινάκια των δικαστηρίων. Επισημαίνω, ωστόσο, την αύξηση των αδικημάτων βίας, καθώς και τη σοβαρότητα, την περιπλοκότητα και την πολυμορφία των περιστατικών σύγχρονης παραβατικότητας. Θεωρώ ότι η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει τη μορφή και την ένταση της σύγχρονης παραβατικότητας των ανηλίκων, εφόσον έχει επηρεάσει πάρα πολύ τη λειτουργία της οικογένειας και γενικότερα τη λειτουργία του κοινωνικού ιστού. Αρκετές πράξεις εμπεριέχουν πλέον έντονη βία και όταν μπαίνεις στον πυρήνα της οικογένειας συναντάς πολλαπλά προβλήματα: κοινωνικά – οικονομικά- ψυχικά- χρήση ουσιών κ.ά., που δεν ξέρεις από πού να τα πιάσεις…».  

Διαπιστώνουμε ότι τα πράγματα είναι σοβαρά. Ασφαλώς υπερβολές και φοβίες δεν θα μας οδηγήσουν πουθενά, αλλά η εκδήλωση πραγματικού ενδιαφέροντος για τον ανήλικο και τον νέο, η έγκαιρη διάγνωση και η ολόπλευρη αντιμετώπιση των προβλημάτων που εντοπίζονται ήδη στο πλαίσιο της γειτονιάς, της τοπικής κοινότητας και του σχολικού περιβάλλοντος, είναι απαραίτητο να λάβουν χώρα, με τρόπο μεθοδικό και συστηματικό.

Ευχαριστώ θερμά την κ. Μαλλούχου για την ολοκληρωμένη εικόνα που μας δίνει τόσο για το φαινόμενο της νεανικής παραβατικότητας στη χώρα μας και τα σημεία που πρέπει να μας προβληματίσουν, όσο και για την τεκμηριωμένη και πληρέστατη αναφορά στο έργο των επιμελητών ανηλίκων. Επιφυλάσσομαι να ετοιμάσουμε στο προσεχές διάστημα ένα νέο θέμα με την κ. Αφροδίτη Μαλλούχου για τους ανήλικους, γιατί είναι εξαιρετικά σημαντικό να αναδεικνύονται από τους αρμόδιους φορείς τα ζητήματα που αφορούν την ανήλικη και νεανική παραβατικότητα, ώστε να περνούν έγκαιρα τα μηνύματα στις οικογένειες αλλά και τα σχολεία, των οποίων ο ρόλος είναι -τολμώ να πω- κομβικός για την πορεία που θα ακολουθήσει ένα παιδί.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Κυρία Μαλλούχου, ποιο είναι το έργο των επιμελητών ανηλίκων στη χώρα μας;

Κυρία Καρδαρά, κατ’ αρχάς να σας ευχαριστήσω για την ευκαιρία να παρουσιάσουμε το έργο των επιμελητών ανηλίκων στο postmodern. Ο Επιμελητής Ανηλίκων είναι ο άμεσος και πολύτιμος συνεργάτης του Δικαστή Ανηλίκων κατά τη διερεύνηση των προσωπικών, οικογενειακών και κοινωνικών συνθηκών του ανηλίκου. Στο επίκεντρο της επαγγελματικής δραστηριότητας του Επιμελητή Ανηλίκων βρίσκεται η διενέργεια κοινωνικής έρευνας, ο ίδιος παρίσταται στην «κεκλεισμένων των θυρών» διαδικασία του Δικαστηρίου Ανηλίκων και στη συνέχεια αναλαμβάνει την (εντατική) επιμέλεια, επίβλεψη και επιτήρηση του ανηλίκου στο πλαίσιο της μη ιδρυματικής μεταχείρισης.

Ειδικότερα, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της νεανικής παραβατικότητας, οι Επιμελητές Ανηλίκων συνδράμουν τον Δικαστή Ανηλίκων στην εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων διενεργώντας κοινωνική έρευνα για την προσωπικότητα, το  περιβάλλον, τους όρους διαβίωσης, τις οικογενειακές-φιλικές-σχολικές ή και εργασιακές συνθήκες και σχέσεις των ανηλίκων. Στόχο της κοινωνικής έρευνας αποτελεί η σύνταξη αναλυτικής έκθεσης για την προσωπικότητα και τις συνθήκες ζωής του ανηλίκου, η οποία καταλήγει σε συγκεκριμένη πρόταση για την ενδεικνυόμενη εξατομικευμένη μεταχείριση του ανηλίκου. Μετά την κοινωνική έρευνα, παραδίδουν τη γνωμοδότησή τους στο Δικαστή Ανηλίκων, ο οποίος θα ορίσει το κατάλληλο μέτρο για το συγκεκριμένο ανήλικο. Στη συνέχεια ο Επιμελητής ασκεί το αναμορφωτικό μέτρο της Επιμέλειας και παρακολουθεί την εφαρμογή των λοιπών αναμορφωτικών και θεραπευτικών μέτρων, όπως αυτά ορίζονται στα άρθρα 122 και 123 του Ποινικού Κώδικα ασκώντας παράλληλα και προστατευτική επίβλεψη.

Περαιτέρω, στο πλαίσιο της πρόληψης, κατόπιν σχετικής ανάθεσης από αρμόδια δικαστική αρχή, οι Επιμελητές επιλαμβάνονται των ανηλίκων που εκδηλώνουν δυσκολίες κοινωνικής προσαρμογής και διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να προβούν σε παραβατικές πράξεις ή να θυματοποιηθούν, ενώ παρέχουν στήριξη στους ίδιους και στις οικογένειές τους.

Ο Επιμελητής οικοδομεί μια σχέση εμπιστοσύνης με τον ανήλικο παραβάτη μέσα σε ένα καθεστώς εμπιστευτικότητας και σεβασμού της προσωπικότητάς του. Προτείνει και επιβλέπει την τήρηση των αναμορφωτικών ή και θεραπευτικών μέτρων με μοναδικό κριτήριο την κοινωνική διαπαιδαγώγηση, τη συναισθηματική  ισορροπία και (επαν)ένταξη του ανηλίκου με παράλληλη αποφυγή τέλεσης εκ μέρους του νέων αδικημάτων, χωρίς βέβαια να μπορεί να υποκαταστήσει τους γονείς ή να αναπληρώσει την ελλιπή γονεϊκή αρωγή και φροντίδα.

Η άσκηση συμβουλευτικής προς ανηλίκους που εκδηλώνουν δυσκολίες κοινωνικής προσαρμογής και βρίσκονται σε σοβαρό κίνδυνο να γίνουν δράστες αξιόποινων πράξεων ή με ανήλικους που έχουν ήδη συγκρουστεί με τον νόμο, έχει έναν γενικό στόχο έκβασης που συνδέεται άμεσα με τον ρόλο του Επιμελητή Ανηλίκων στην «αναμόρφωση» ή αλλιώς στην κοινωνική διαπαιδαγώγηση των ανηλίκων, προκειμένου να ενδυναμωθούν, να κινητοποιηθούν, να προσαρμοσθούν κοινωνικά με άρτιο τρόπο και να εξελιχθούν προσωπικά επαναπροσδιορίζοντας τους στόχους τους.

  • Διαπιστώνουμε από τα προαναφερθέντα ότι το έργο που επιτελούν οι επιμελητές ανηλίκων είναι πολύ σημαντικό. Ποια είναι τα σοβαρότερα προβλήματα και οι κυριότερες ελλείψεις του θεσμού;

Ένα από τα βασικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε κατά την άσκηση του έργου μας είναι η έλλειψη κατάλληλων κι επαρκών δομών για διασύνδεση και παραπομπές, αφού οι όποιες υπάρχουσες είτε υπολειτουργούν είτε καταρρέουν. Ειδικότερα θα αναφερθώ στην έλλειψη θεραπευτικών ή άλλων δομών για παιδιά με ψυχιατρικής φύσης προβλήματα, που τα οδηγούν σε έντονη παραβατικότητα, καθώς και στην έλλειψη δομών φιλοξενίας κυρίως για παιδιά από 14 έως 18 ετών, όπως επίσης και δομών φιλοξενίας για παιδιά αυτής της ηλικιακής ομάδας που αντιμετωπίζουν προβλήματα με σοβαρές διαταραχές διαγωγής.

Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα είναι η έλλειψη προγραμμάτων εναλλακτικής εκπαίδευσης κι επαγγελματικών εργαστηρίων για νέους που έχουν διακόψει τη σχολική φοίτηση, με αποτέλεσμα οι ανήλικοι που δεν έχουν καταφέρει να ολοκληρώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση να μην έχουν πολλές επιλογές επαγγελματικού προσανατολισμού και αποκατάστασης. Το σχολικό περιβάλλον, ειδικά της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, συνήθως δεν είναι φιλικό για τους ανήλικους παραβάτες και η επανένταξη των παιδιών αυτών στο σχολικό πλαίσιο αποτελεί μια δύσκολη υπόθεση, αν ληφθούν υπόψη και οι μαθησιακές δυσκολίες που τα παιδιά αυτά συχνά αντιμετωπίζουν.

Η οικονομική κρίση έχει δυσχεράνει επίσης σε ένα βαθμό το έργο των Επιμελητών, αφού έχουν να συνεργαστούν με πολλές πραγματικά ταλαιπωρημένες και εξαθλιωμένες οικογένειες.

Τέλος, είναι απαραίτητο να αναφερθώ στη δραματική υποστελέχωση των Υπηρεσιών μας. Οι Επιμελητές Ανηλίκων, οι οποίοι σηκώνουν χρόνια το βάρος μιας μοναχικής πορείας στο χώρο της μεταχείρισης της ανήλικης παραβατικότητας, αντιμετωπίζοντας καθημερινά τεράστια ηθικά και δεοντολογικά διλήμματα, καλούνται να αντεπεξέλθουν σε ένα πολυσύνθετο έργο, προσαρμοζόμενοι στις αλλαγές μιας όλο και βαρύτερης σε ποιοτικά χαρακτηριστικά παραβατικότητας, χωρίς την ανάλογη μέριμνα της Πολιτείας για επαρκή στελέχωση των Υπηρεσιών.

Ολοκληρώνοντας θα ήθελα να επισημάνω μια σημαντική ανάγκη των Επιμελητών, την εποπτεία, ώστε να έχουν τη δυνατότητα υποστήριξης και ενδυνάμωσης του επαγγελματικού τους ρόλου και να περιοριστεί ο κίνδυνος της επαγγελματικής τους εξουθένωσης.

  • Ποια είναι τα αναμορφωτικά μέτρα που επιβάλλονται στους ανήλικους παραβάτες στη χώρα μας;

Με τον Νόμο 3189/2003 και με βάση τις σύγχρονες τάσεις για «αποϊδρυματο-ποίηση», φαίνεται ότι έγινε σημαντική προσπάθεια από τον νομοθέτη να εναρμονιστεί η ελληνική ποινική νομοθεσία για τη μεταχείριση των ανήλικων παραβατών με τα διεθνή κρατούντα. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και καινοτόμος είναι η τροποποίηση που έφερε ο νέος νόμος στα προβλεπόμενα αναμορφωτικά μέτρα, τα οποία εμπλούτισε, αυξάνοντάς τα από τέσσερα σε δεκατρία.

Τα αναμορφωτικά μέτρα, που μπορούν να επιβληθούν από το Δικαστήριο στους ανήλικους, είτε ποινικά ανεύθυνους είτε ποινικά υπεύθυνους, σύμφωνα με το άρθρ.122 παρ.1 του Ν.3189/2003 είναι:

α) η επίπληξη του ανηλίκου,

β) η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου στους γονείς ή στους επιτρόπους του,

γ) η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου σε ανάδοχη οικογένεια,

δ) η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε ιδρύματα ανηλίκων ή σε επιμελητές ανηλίκων,

ε) η συνδιαλλαγή μεταξύ ανήλικου δράστη και θύματος για έκφραση συγγνώμης και εν γένει για εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης,

στ) η αποζημίωση του θύματος ή η κατ’ άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης από τον ανήλικο,

ζ) η παροχή κοινωφελούς εργασίας από τον ανήλικο,

η) η παρακολούθηση από τον ανήλικο κοινωνικών και ψυχολογικών προγραμμάτων σε κρατικούς, δημοτικούς, κοινοτικούς ή ιδιωτικούς φορείς,

θ) η φοίτηση του ανηλίκου σε σχολές επαγγελματικής ή άλλης εκπαίδευσης ή κατάρτισης,

ι) η παρακολούθηση από τον ανήλικο ειδικών προγραμμάτων κυκλοφοριακής αγωγής,

ια) η ανάθεση της εντατικής επιμέλειας και επιτήρησης του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε επιμελητές ανηλίκων και

ιβ) η τοποθέτηση του ανηλίκου σε κατάλληλο κρατικό, δημοτικό, κοινοτικό ή ιδιωτικό ίδρυμα αγωγής.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με τον Νόμο 4322/2015 φαίνεται ότι η εξωιδρυματική μεταχείριση των ανήλικων παραβατών σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας καθίσταται πλέον η απόλυτη επιλογή των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών.

Ουσιαστικές αρχές που διέπουν το ποινικό δίκαιο των ανηλίκων είναι οι αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με στόχο την επιλογή του κατάλληλου, σκόπιμου και πρόσφορου μέτρου που οδηγεί στην εξατομικευμένη μεταχείριση του ανηλίκου, τη διαπαιδαγώγησή του και την αποτροπή της υποτροπής του. Η αύξηση των αναμορφωτικών μέτρων κρίνεται κατ’ αρχήν θετική ως προς τις δυνατότητες αντιμετώπισης του ανήλικου δράστη από το δικαστήριο. Το ζήτημα που παραμένει είναι κατά πόσον τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται στην πράξη και εάν είναι κατάλληλα για τη μεταχείριση των ανηλίκων.

Ωστόσο, θέλω να επισημάνω ότι σε γενικές γραμμές η πρακτική των δικαστηρίων φαίνεται μέχρι σήμερα διστακτική ως προς την επιβολή νέων μέτρων (όπως για παράδειγμα της κοινωφελούς εργασίας ή της συνδιαλλαγής ή της ποινικής αναδοχής), παρά τις -αναμφίβολα προς όφελος των ανηλίκων- νομοθετικές ρυθμίσεις. Το αναμορφωτικό μέτρο που επιβάλλεται συχνότερα από τα Δικαστήρια Ανηλίκων, είναι της ανάθεσης της επιμέλειας του ανηλίκου στην Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων, το οποίο αποτελεί και το κατ’ εξοχήν «εργαλείο» των Επιμελητών και χαρακτηρίζεται από τους ίδιους ως το προσφορότερο μέτρο, αρκετά ευέλικτο, κατάλληλο και αποτελεσματικό.

  • Θα μας περιγράψετε τη στάση και τις αντιδράσεις των παιδιών που έχουν εμπλοκή με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης;

Κυρία Καρδαρά, όταν ο ανήλικος προσέρχεται για πρώτη φορά στην Υπηρεσία Επιμελητών, είναι συνήθως φοβισμένος, επιφυλακτικός, καχύποπτος, αμυνόμενος, αμήχανος, αγχωμένος και χρησιμοποιεί αρκετές φορές το ψέμα για να δικαιολογήσει την πράξη του ή να την αρνηθεί. Προσέρχεται στην Υπηρεσία με δέος, αλλά και με περιέργεια, αφού συχνά δεν ξέρει τον ρόλο του Επιμελητή. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις παιδιών,  που είναι υπότροποι, πολυπαραβάτες ή παιδιά με υψηλό παράγοντα κινδύνου, που είναι «εξοικειωμένα με το σύστημα» και προσέρχονται χωρίς αίσθηση κινδύνου ή φόβου. Ο ανήλικος αντιμετωπίζει, τουλάχιστον στην αρχή, τον Επιμελητή ως «εκπρόσωπο του συστήματος», αφού τον συγχέει με τον Ανακριτή ή τον Εισαγγελέα και αυτό δυσχεραίνει τη μεταξύ τους συνεργασία μέχρι ο Επιμελητής να καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ανηλίκου. Μετά την εκδίκαση της υπόθεσής τους οι ανήλικοι συνήθως θεωρούν δίκαιη την απόφαση του δικαστηρίου, εφόσον έχουν προετοιμαστεί γι’ αυτή από τον Επιμελητή και την περιμένουν ως μια λογική συνέπεια για την πράξη τους. Ωστόσο, υπάρχουν και περιπτώσεις παιδιών που δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη της πράξης τους και θεωρούν ότι η ποινή ήταν αυστηρή και αντιμετωπίστηκαν άδικα, υποτιμώντας τη βαρύτητα της πράξης και τη σοβαρότητα της εμπλοκής τους με το ποινικό σύστημα.

  • Όσον αφορά τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται οι ανήλικοι παραβάτες στη χώρα μας;

Οι υποθέσεις που απασχολούν τα δικαστήρια ανηλίκων μπορούμε να πούμε ότι χωρίζονται σχηματικά σε πλημμεληματικές και κακουργηματικές πράξεις, οι οποίες προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα ή σε Ειδικούς Ποινικούς Νόμους και αφορούν εγκλήματα κατά της ζωής (π.χ. ελαφριά-απλή-επικίνδυνη σωματική βλάβη, ανθρωποκτονία), της τιμής (π.χ. εξύβριση, συκοφαντική δυσφήμηση), της περιουσίας (π.χ. κλοπή, ληστεία, φθορά ξένης ιδιοκτησίας) και της δημόσιας ασφάλειας (π.χ. διατάραξη κοινής ειρήνης). Πράξεις που εμπίπτουν σε Ειδικούς Ποινικούς Νόμους είναι η βία στα γήπεδα,  οι παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, οι παραβάσεις του νόμου περί αλλοδαπών, οι παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.

Την πρώτη θέση ανάμεσα στα αδικήματα που διαπράττουν οι ανήλικοι κατέχουν οι κλοπές και οι παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ενώ ακολουθούν οι σωματικές βλάβες, οι παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών (πλημμεληματικού χαρακτήρα), καθώς και της νομοθεσίας περί αλλοδαπών. Έπονται οι ληστείες, οι βιασμοί και οι ανθρωποκτονίες από πρόθεση, στις οποίες εντοπίζεται πολύ μικρή συμμετοχή.

  • Θα μας σκιαγραφήσετε το προφίλ των παιδιών που εμπλέκονται σε παραβατική δράση;

Θα αναφερθώ σε κάποια κοινά γνωρίσματα, τα οποία συναντούμε στις παρεκκλίνουσες συμπεριφορές των ανηλίκων που φτάνουν στις Υπηρεσίες μας ως εμπλεκόμενοι σε παραβατική δράση ή ως περιστατικά πρόληψης.

H συντριπτική πλειονοψηφία των ανηλίκων αποτελείται από αγόρια, ηλικίας κυρίως 14 έως 18 ετών, τα οποία σε μεγάλο ποσοστό προέρχονται από χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα, όπου ενδεχομένως βιώνουν αισθήματα κοινωνικού αποκλεισμού. Συχνά διαπιστώνεται δυσλειτουργία στο οικογενειακό περιβάλλον, που το καθιστά όχι μόνο μη υποστηρικτικό αλλά και ενίοτε κακοποιητικό (τεταμένες γονεϊκές σχέσεις, απουσία κάποιου γονέα, παραβατικοί ή με ψυχικές διαταραχές γονείς, πολύ αυστηρές ή πολύ ελαστικές μέθοδοι ανατροφής, παραμέληση, έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας, απουσία ορίων, πρότυπα επιθετικής συμπεριφοράς / βία στο σπίτι). Η πλειονοψηφία των ανηλίκων φέρεται να έχει ολοκληρώσει με χαμηλές επιδόσεις τη βασική Εκπαίδευση. Ωστόσο, μεγάλο είναι και το ποσοστό εκείνων που την έχουν διακόψει, πριν την ολοκληρώσουν, λόγω μαθησιακών δυσκολιών, αδικαιολόγητων απουσιών, λόγω του ανταγωνιστικού και γνωσιοκεντρικά εστιασμένου σχολικού περιβάλλοντος ή την εγκαταλείπουν προς αναζήτηση εργασίας εξαιτίας πολλαπλών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν ενδοοικογενειακά. Ένας αξιοσημείωτος αριθμός ανηλίκων εμφανίζει εμπλοκή με εξαρτησιογόνες ουσίες. Σε κάποιο ποσοστό εκδηλώνουν συναισθηματικές διαταραχές, διαταραχές διαγωγής ή προβλήματα ψυχικής υγείας, τα οποία συχνά συνεπηρεάζονται και διαμορφώνονται εντός ενός δυσχερούς πλαισίου κοινωνικοοικονομικής δυσπραγίας. Ένα, επίσης, κοινό χαρακτηριστικό των ανηλίκων που εκδηλώνουν παραβατικότητα είναι η έλλειψη στόχων, κινήτρων και προσδοκιών  για προσωπική, εκπαιδευτική ή επαγγελματική ανέλιξη, συνδυαστικά προς τον καθ’ υπερβολή πλεονασματικό ελεύθερο χρόνο που έχουν και τον αναλώνουν απερίσκεπτα και επιζήμια, διαθέτοντάς τον στη συναναστροφή με συνομηλίκους, που προέρχονται από παρόμοια δυσλειτουργικά περιβάλλοντα. Αναφορικά με την εθνικότητα, σημειώνεται μια σταθερή εμπλοκή ανηλίκων ROMA σε πράξεις κυρίως κλοπών. Επίσης, ενώ στον Πειραιά η συμμετοχή Ελλήνων και αλλοδαπών παραβατών προκύπτει ότι είναι σχεδόν ισοδύναμη, και σε κάποιες περιπτώσεις η συμμετοχή των Ελλήνων δραστών είναι υψηλότερη, στο Δικαστήριο Ανηλίκων της Αθήνας η συμμετοχή των αλλοδαπών παραβατών είναι εμφανώς μεγαλύτερη. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται η μεγαλύτερη ευαλωτότητα του αλλοδαπού πληθυσμού στους μηχανισμούς του τυπικού κοινωνικού ελέγχου, που ίσως είναι εντονότερος στο κέντρο της Αθήνας, όπως εξάλλου μαζικότερη είναι και η συγκέντρωση μεταναστών σε συγκεκριμένες περιοχές της πρωτεύουσας. Τα αστικά κέντρα φαίνεται να είναι καταφύγιο για ανθρώπους που αντιμετωπίζουν θέματα εμπλοκής με τον νόμο, εκεί όμως λαμβάνουν χώρα οι περισσότερες συλλήψεις, λόγω επιλεκτικότητας των διωκτικών αρχών για αυξημένη επιτήρηση και έλεγχο.

Ωστόσο, στο γενικό προφίλ των ανηλίκων που μόλις περιέγραψα, υπάρχουν και κάποιες περιπτώσεις ανηλίκων που το αναιρούν, προερχόμενοι από μεσαία και ανώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, από φαινομενικά «καλές» οικογένειες, με καλό εκπαιδευτικό υπόβαθρο, που μπορεί να φτάσουν στις Υπηρεσίες μας κατηγορούμενοι για κλοπές, χρήση ναρκωτικών, φθορά ξένης ιδιοκτησίας, ή ακόμα για ληστεία ή και βιασμό.

  • Έχουμε διαθέσιμα στοιχεία για την πορεία αυτών των παιδιών μετά την εφαρμογή των αναμορφωτικών μέτρων; Οι οικογένειές τους στηρίζουν το έργο σας;

Από τη στιγμή που θα εφαρμοστούν τα επιβληθέντα από το δικαστήριο αναμορφωτικά μέτρα συνήθως χάνεται η επαφή του ανηλίκου με τον Επιμελητή. Δεν υπάρχει, δυστυχώς, κανένα follow up για το τι γίνονται αυτά τα παιδιά. Θα μπορούσε ίσως να υπάρχει ένα follow up για ερευνητικούς σκοπούς, σε βάθος χρόνου, όμως μέχρι στιγμής στη χώρα μας δεν υπάρχουν εργαλεία, κοινώς αποδεκτά, με τα οποία να παρέχεται η δυνατότητα να καταγράφεται η πορεία και η εξέλιξη των ανήλικων παραβατών. Θεωρώ ότι αυτή είναι μια σοβαρή έλλειψη, δεδομένου ότι αυτό που καταγράφεται στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης αλλά και στη συνείδηση όλων των εμπλεκομένων είναι κάποιες υποτροπές και όχι όσα περιστατικά πήγαν καλά. Δεν έχουμε μια εικόνα της εξέλιξης των παιδιών μετά την παρέμβαση της Υπηρεσίας μας και της εν πράγμασι αποτελεσματικότητας αυτής. Ωστόσο, μολονότι δεν είναι συνηθισμένο να διατηρείται η επαφή με τους ανήλικους μετά την εφαρμογή των αναμορφωτικών μέτρων, υπάρχουν κάποια παιδιά με τα οποία δημιουργείς μια τέτοια σχέση, που επιζητούν τη διατήρηση της επαφής και όταν μαθαίνεις ότι έχουν καταφέρει να βρουν κάποιες ισορροπίες και να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους, αυτό αποτελεί πηγή θετικής ανατροφοδότησης για τον Επιμελητή.

Συνήθως οι οικογένειες είναι πρόθυμες να συνεργαστούν μαζί μας και να δεχτούν συμβουλευτική για την αντιμετώπιση μιας κρίσιμης κατάστασης που αντιμετωπίζουν με το παιδί τους, καθώς και ενδυνάμωση στο γονεϊκό τους ρόλο. Αν ο γονιός αισθανθεί ότι μπορεί να έχει εμπιστοσύνη στον Επιμελητή ως ειδικό και έμπειρο χειρισμού «δύσκολων» εφήβων, αν κατανοήσει ότι εκείνος δεν θα τον κρίνει ή ότι δεν θα επιτρέψει να «διαρρεύσουν» οι πληροφορίες που θα του εμπιστευθεί, τότε θα μπορέσει να μιλήσει πιο ελεύθερα και στη συνέχεια θα θελήσει, αναλαμβάνοντας τη γονική ευθύνη, να κάνει τις απαραίτητες αλλαγές στη σχέση του με το παιδί του.

  • Βάσει της εμπειρίας σας πώς ερμηνεύεται η εκδήλωση παραβατικής συμπεριφοράς στην περίοδο της εφηβείας;

Η εκδήλωση αντικοινωνικής ή/και παραβατικής συμπεριφοράς μπορεί να νοηθεί ως μία έκφραση της υπαρξιακής αγωνίας του εφήβου μέσα από την ψυχοκοινωνική αναζήτηση της ταυτότητάς του, ως μία μορφή επανάστασης και αντίστασης στην εξουσία, αφού η ανηλικότητά του βιώνεται συχνά από τον ίδιο ως χρόνος εξάρτησης και υποτέλειας. H εφηβεία αποτελεί μία κρίσιμη περίοδο στην ανάπτυξη του ατόμου και διακρίνεται από τάσεις για ανεξαρτησία, αυτονόμηση, ιδεολογική διαφοροποίηση από την κοινωνία των ενηλίκων και συμμόρφωση προς την ομάδα των συνομηλίκων. Ο έφηβος αγωνιά να δηλώσει το «υπάρχω» μέσα από την κοινωνική του συμπεριφορά και πολλές φορές επιδιώκει να τραβήξει την προσοχή προκαλώντας ή επιζητώντας την τιμωρία. Η παραβατική του συμπεριφορά αποτελεί μια «διπλή δοκιμή των ορίων», τόσο της ελευθερίας του ίδιου όσο και της ανοχής του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.

  • Εάν μου επιτρέπετε, να σας θέσω μια πιο προσωπική ερώτηση: ποιες υποθέσεις ανήλικων παραβατών σας έχουν, μέχρι σήμερα, προβληματίσει περισσότερο και πώς τις έχετε χειριστεί; 

Όλες οι υποθέσεις ανηλίκων που χειρίζομαι με προβληματίζουν και προσπαθώ κάθε φορά να σχεδιάζω ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα στρατηγικής και δράσης. Για παράδειγμα, σε εφήβους που έχουν προκαλέσει σωματικές βλάβες ή εμπλέκονται σε αδικήματα κατά τα οποία έχουν ασκήσει βία, εκτός από την εξατομικευμένη συμβουλευτική, προσπαθώ να τους εντάσσω σε μία ομάδα διαχείρισης θυμού, που έχουμε λειτουργήσει στην Υπηρεσία μας, ώστε μέσω ψυχοεκπαιδευτικής συμβουλευτικής να μάθουν να αναγνωρίζουν και να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους, να αντιμετωπίζουν κάποια δυσλειτουργικά μοντέλα σκέψης, να εξασκούνται σε κάποιες κοινωνικές δεξιότητες, να υιοθετούν εποικοδομητικές και πιο αποτελεσματικές αντιδράσεις στη διαχείριση συγκρουσιακών καταστάσεων. Με αυτό τον τρόπο μπορώ να αξιοποιήσω το αναμορφωτικό μέτρο της Επιμέλειας με διπλό τρόπο και να συνεργάζομαι με τον ανήλικο τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και μέσα σε ομαδικό πλαίσιο. Επίσης, θεωρώ σημαντική τη συμμετοχή των γονιών καθ’ όλη την «αναμορφωτική» διαδικασία του ανηλίκου, λόγω του πρωταρχικού ρόλου που διαδραματίζουν στην ανατροφή και διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους, οπότε προσπαθώ να χτίζω μια συμβουλευτική σχέση και μαζί τους.

Τέλος, μία συγκεκριμένη υπόθεση που με είχε προβληματίσει αρκετά και τη χειρίστηκα επί τέσσερα περίπου χρόνια αφορά έναν οκτάχρονο μαθητή Β΄ τάξης, για τον οποίο μας είχε έρθει παραπεμπτικό ως περιστατικό πρόληψης από τον Εισαγγελέα Ανηλίκων, προκειμένου να του παρασχεθεί ψυχοκοινωνική στήριξη. Ο ανήλικος παρουσίαζε εξαιρετικά έντονη επιθετική συμπεριφορά μέσα στο σχολικό πλαίσιο με αποτέλεσμα τις συχνές διαμαρτυρίες των γονέων άλλων μαθητών, τις απειλητικές διαθέσεις ορισμένων για ποινική δίωξη του ανηλίκου και την επιμονή των περισσοτέρων για αποπομπή του  από το σχολείο.  Ο διευθυντής, θεωρώντας ότι είχε λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τον περιορισμό της επιθετικής συμπεριφοράς του μαθητή και εκτιμώντας με ευαισθησία ότι μια πιθανολογούμενη απομάκρυνσή του από το σχολείο θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις στην κοινωνική του εξέλιξη, εφόσον θα στιγματιζόταν με την «ταμπέλα» του «ανεπιθύμητου», απευθύνθηκε στην Εισαγγελία Ανηλίκων, έχοντας τη συναίνεση της μητέρας, προκειμένου να παρασχεθεί από την Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων συμβουλευτική στήριξη στον ανήλικο και την οικογένειά του, με σκοπό την πρόληψη εμφάνισης μιας μελλοντικής παραβατικής συμπεριφοράς. Η παρέμβασή μου ήταν πολυεπίπεδη και εκτός από τη συνεργασία με την Ψυχοκοινωνική Υπηρεσία του Δήμου κατοικίας του ανηλίκου, ανέπτυξα συμβουλευτική σχέση τόσο με τον ίδιο τον ανήλικο όσο και με το κοντινότερο οικογενειακό (μαμά, γιαγιά)  περιβάλλον αλλά και με το σχολικό. Οι βασικοί στόχοι της προσέγγισής μου ήταν η αλλαγή της στάσης των εκπαιδευτικών (ήδη από το νηπιαγωγείο είχε στιγματιστεί ως «ο φόβος και ο τρόμος του σχολείου» και «ο μπελάς του δασκάλου» και  κάποιοι πίστευαν ότι δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ, προσδίδοντάς του την ετικέτα του «αυριανού δολοφόνου»), η θετική προσέγγιση του ανηλίκου, η προσπάθεια προαγωγής βασικών ψυχοκοινωνικών του δεξιοτήτων, οι σταθερές επιβραβεύσεις της θετικής του συμπεριφοράς, η επιλεκτική παράβλεψη της αρνητικής, η ενίσχυση της αυτοεκτίμησής του, η αποτροπή του από εναντιωματικές συμπεριφορές και η παράλληλη προσπάθεια ένταξής του στην τάξη μέσω της μαθησιακής υποστήριξης. Κατέστη σαφές ότι οι επαναλαμβανόμενες τιμωρίες ενισχύουν έμμεσα την επιθετικότητα του παιδιού και τις αρνητικές του συμπεριφορές, υπονομεύοντας ταυτόχρονα την εικόνα του προς τα υπόλοιπα παιδιά και σηματοδοτούν ένα αδιέξοδο στον τρόπο παρέμβασης.  Τα παραπάνω αποτέλεσαν στοιχειώδεις μεν αλλά σημαντικές στρατηγικές παρέμβασης για την άρση του αδιεξόδου και τον απεγκλωβισμό του παιδιού από έναν φαύλο κύκλο αρνητικών αλληλεπιδράσεων, με αποτέλεσμα ο μαθητής να μην εκδηλώνει μετά από κάποιο χρονικό διάστημα καθόλου επιθετική συμπεριφορά, να ενταχθεί στην ομάδα των συνομηλίκων του και οι στόχοι της παρέμβασης να επεκτείνονται στην καλλιέργεια βαθύτερων διαπροσωπικών σχέσεων μέσω της ενσυναίσθησης και της αλληλεγγύης.

  • Το παράδειγμα που μόλις μας παρουσιάσατε κυρία Μαλλούχου, πιστεύω ότι μας δείχνει πολλά. Ας περάσουμε τώρα σε ένα πολύ σοβαρό ζήτημα που αφορά τη νεανική παραβατικότητα στην Ελλάδα της οικονομικής αλλά και κοινωνικής κρίσης. Έχει αλλάξει μορφή;  

Ναι, τα τελευταία χρόνια θεωρώ ότι η νεανική παραβατικότητα έχει αλλάξει μορφή κυρίως ποιοτικά. Αυτό που αξίζει να εντοπίσουμε είναι ότι παρά το γεγονός ότι η έκταση της ένδικης νεανικής παραβατικότητας στην Ελλάδα φαίνεται ότι κινείται στο πλαίσιο της χαμηλής και μεσαίας βαρύτητας, ωστόσο προκαλεί ανησυχία το γεγονός ότι αυξάνονται τα αδικήματα βίας και παράλληλα μειώνεται το όριο ηλικίας, κατά το οποίο ξεκινά η εμπλοκή των ανηλίκων με τον ποινικό νόμο. Ακόμα, λοιπόν, κι αν καταγράφεται στα στατιστικά στοιχεία των Υπηρεσιών μας μια ενδεχόμενη ποσοτική μείωση των περιστατικών που μας απασχολούν, αυτό μπορεί να είναι εντελώς συγκυριακό, λόγω νέων νόμων που ισχύουν κατά καιρούς περί παραγραφής ορισμένων αδικημάτων, προκειμένου να αποσυμφορηθούν τα πινάκια των δικαστηρίων.

Επισημαίνω, ωστόσο, την αύξηση των αδικημάτων βίας, καθώς και τη σοβαρότητα, την περιπλοκότητα και την πολυμορφία των περιστατικών σύγχρονης παραβατικότητας. Θεωρώ ότι η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει τη μορφή και την ένταση της σύγχρονης παραβατικότητας των ανηλίκων, εφόσον έχει επηρεάσει πάρα πολύ τη λειτουργία της οικογένειας και γενικότερα τη λειτουργία του κοινωνικού ιστού. Αρκετές πράξεις εμπεριέχουν πλέον έντονη βία και όταν μπαίνεις στον πυρήνα της οικογένειας συναντάς πολλαπλά προβλήματα: κοινωνικά – οικονομικά- ψυχικά- χρήση ουσιών κ.ά., που δεν ξέρεις από πού να τα πιάσεις… Έχει αλλάξει πολύ η μορφή της οικογένειας. Σε πολλές περιπτώσεις το κοινωνικοοικονομικό προφίλ των οικογενειών είναι πολύ επιβαρυμένο (ανεργία, χρέη, δάνεια κ.λπ.), οι οικογενειακές σχέσεις δυσχεραίνουν λόγω ανεργίας, αφού οι γονείς απορροφώνται στο να αναζητούν απεγνωσμένα εργασία είτε δουλεύουν ατέλειωτες ώρες για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για τη διαβίωσή τους, με αποτέλεσμα να παραμελούν τα γονεϊκά τους καθήκοντα.  Το παιδί μοιραία στρέφεται περισσότερο σε ομάδες συνομηλίκων για να καλυφθεί συναισθηματικά, κάτι που όμως μπορεί να το οδηγήσει στην παραβατικότητα, αν αυτές οι ομάδες είναι ήδη ενταγμένες εκεί. Οι περιπτώσεις που φτάνουν στις Υπηρεσίες μας είναι πολύ πιο σοβαρές από πριν.

Επιπλέον, φαινόμενα που συναντάμε συχνότερα σήμερα σε σύγκριση με το παρελθόν είναι η παρουσία με συνεχώς αυξητικές τάσεις εκδήλωσης ρατσιστικής βίας, η οποία έρχεται ως απόρροια της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης που επικρατεί στη χώρα, καθώς και της ενδοσχολικής βίας, που επίσης φαίνεται σταθερά να αυξάνεται.

Περαιτέρω, η αύξηση των περιστατικών πρόληψης που φτάνουν στις Υπηρεσίες μας από τον Εισαγγελέα και η διαπίστωση περιστατικών με πολυσύνθετα προβλήματα (π.χ. εδραιωμένη χρήση ουσιών ή ενδοοικογενειακή βία), αντικατοπτρίζουν την κοινωνική κρίση που περνά η χώρα μας. Τα τελευταία χρόνια ερχόμαστε σε επαφή με οικογένειες που ζουν εξαθλιωμένα, χωρίς καν ηλεκτρικό ρεύμα, οικογένειες που έχουν φτάσει στην απελπισία και αναρωτιέσαι: πώς να κάνεις συμβουλευτική σε αυτούς τους ανθρώπους; Τι να τους πεις, όταν στερούνται τα απαραίτητα για να ζήσουν;

  • Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας κάποια σημαντική εμπειρία σας από την Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων, όπου γνωρίζω ότι υπηρετείτε τον τελευταίο χρόνο;

Ναι, κυρία Καρδαρά, θα ήθελα να αποτυπώσω μια προσωπική εμπειρία την οποία βιώνω τον τελευταίο χρόνο αποσπασμένη στην Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων Πειραιά (Ε.Π.Α.Π) για την ψυχοκοινωνική στήριξη των ανηλίκων που φιλοξενούνται στη Στέγη Ανηλίκων της Ε.Π.Α.Π. Η απόσπαση επήλθε ως απόρροια της οικονομικής κρίσης που ταλανίζει τη χώρα μας την τελευταία επταετία, με αποτέλεσμα να μη γίνονται προσλήψεις ακόμα και σε τόσο ευαίσθητους τομείς, που αφορούν την παιδική προστασία, οπότε οι ήδη υποστελεχωμένες Υπηρεσίες των Επιμελητών Ανηλίκων αναγκάζονται να καλύψουν άλλα κενά. Αυτή τη φορά κλήθηκα να υποστηρίξω και να ενδυναμώσω παιδιά – θύματα γονεϊκής παραμέλησης/έκθεσης/κακοποίησης, για τη μεγαλύτερη πλειονότητα των οποίων υπήρξε εισαγγελική εντολή απομάκρυνσης από την οικογενειακή τους εστία λόγω κινδύνων που εγκυμονούσαν για την ψυχική και σωματική τους υγεία. Παρά τη συνολική μου εμπειρία των 22 ετών στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, χαρακτηρίζω το συγκεκριμένο πλαίσιο εξαιρετικά απαιτητικό, εφόσον οι καταστάσεις που αντιμετωπίζω είναι τρομερά δύσκολες, αρκεί να αναλογιστεί κανείς τις απίστευτες ανάγκες ουσιαστικής φροντίδας και προστασίας σε κάθε επίπεδο που έχουν τα 25 παιδιά που φιλοξενούνται στη Στέγη και τα οποία προέρχονται από άκρως δυσλειτουργικά και κακοποιητικά οικογενειακά περιβάλλοντα κουβαλώντας στις ψυχές τους εξαιρετικά τραυματικές εμπειρίες από την πρώτη ίσως στιγμή της ζωής τους κι έχουν αναγκαστεί να υιοθετήσουν ποικίλους μηχανισμούς άμυνας, προκειμένου να παλέψουν για την επιβίωσή τους και που μοιραία εκδηλώνονται συχνά με αντιδραστικές ή επιθετικές συμπεριφορές. Η Ε.Π.Α.Π. όσο καλά οργανωμένη κι αν είναι και όσο κι αν οι χώροι της έχουν διαμορφωθεί ειδικά τα τελευταία χρόνια με ιδιαίτερη μέριμνα, ώστε να αποτελεί έναν ζεστό χώρο αναφοράς για τους ανήλικους, καλείται με τον ελάχιστο αριθμό των υπηρετούντων υπαλλήλων να ανταποκριθεί σε ένα σπουδαίο έργο! Να φανταστείτε ότι από επιστημονικό προσωπικό είμαι η μόνη που υπηρετώ στο συγκεκριμένο πλαίσιο με τοποθέτηση (απόσπαση ενός έτους) από το Υπουργείο Δικαιοσύνης (ενώ υπάρχει μια συνεργασία για δύο φορές την εβδομάδα με δύο εξωτερικούς συνεργάτες-ψυχολόγους), καλούμενη να ανταποκριθώ στην κάλυψη των αναγκών των διαβιούντων στη Στέγη ανηλίκων καθώς και άλλων 35 περίπου ανηλίκων που ανήκουν μεν στο δυναμικό της, εφόσον στην Ε.Π.Α.Π. ανήκει η άσκηση της γονικής τους μέριμνας, αλλά βρίσκονται σε μόνιμη φιλοξενία σε κάποιες οικογένειες με τις οποίες διατηρούμε επίσης επαφή και τις υποστηρίζουμε για την αντιμετώπιση όποιων προβλημάτων ανακύπτουν. Θεωρώ σημαντικό να τονίσω ότι ένας τόσο ευαίσθητος χώρος όπως η Ε.Π.Α.Π, λειτουργεί εξαιρετικά υποστελεχωμένος και στηρίζεται αποκλειστικά στην αυταπάρνηση, την αυτοθυσία και το φιλότιμο της διεύθυνσης καθώς και όλων των υπηρετούντων υπαλλήλων, με ιδιαίτερη μνεία στο προσωπικό επίβλεψης, οι οποίοι χωρίς καμία ειδική εκπαίδευση έχουν οριστεί ως υπεύθυνοι για την ασφάλεια και την ομαλή παραμονή και διαβίωση στο πλαίσιο τόσων ταλαιπωρημένων παιδιών με τόσες ξεχωριστές ανάγκες, καθήκοντα που πολλές φορές ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη αντοχή. Αυτό που ιδιαίτερα θέλω να τονίσω είναι ότι εάν η Πολιτεία δεν μεριμνήσει να στελεχώσει μια τέτοια Υπηρεσία με το απαραίτητο προσωπικό, ώστε τα παιδιά αυτά να λάβουν την ουσιαστική φροντίδα, προστασία και ψυχοσυναισθηματική στήριξη που έχουν ανάγκη, τότε πολύ φοβάμαι ότι τα σημερινά θύματα κινδυνεύουν να γίνουν οι αυριανοί θύτες αδίκων πράξεων, αφού οι ρόλοι αυτοί βρίσκονται σε μια διαρκή ανταλλαγή αν δεν ληφθεί η ανάλογη προσοχή και μέριμνα.

  • Έχετε εκπονήσει, κυρία Μαλλούχου, μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη για την οποία μάλιστα έχετε λάβει διεθνή διάκριση. Θα μας αναφέρετε τα κύρια συμπεράσματά σας;

Η μελέτη, στην οποία αναφέρεστε, εκπονήθηκε στο πλαίσιο της διπλωματικής μου εργασίας σε μεταπτυχιακό επίπεδο και σήμερα την επεκτείνω σε επίπεδο διδακτορικής διατριβής. Αφορά τη διερεύνηση και αξιολόγηση του αναμορφωτικού μέτρου της συνδιαλλαγής ανήλικου θύτη και θύματος στο Ποινικό Δίκαιο Ανηλίκων, όπως θεσπίστηκε με τον νόμο 3189/2003, όπου ορίζεται να υλοποιείται από τις Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων στο πλαίσιο της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης και οι Επιμελητές Ανηλίκων αναλαμβάνουν τον ρόλο των διαμεσολαβητών. Διενεργήθηκε στις Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων του νομού Αττικής διερευνώντας τις στάσεις τους για το συγκεκριμένο αναμορφωτικό μέτρο, τον τρόπο εφαρμογής του μέτρου και πώς βιώνουν τον δικό τους ρόλο γενικότερα αλλά και ειδικότερα σε σχέση με την εφαρμογή της συνδιαλλαγής μέσα στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης ανηλίκων.

  • Για ποιες πράξεις επιβάλλεται το συγκεκριμένο μέτρο;

Το συγκεκριμένο μέτρο επιβάλλεται για πράξεις που έχουν προκαλέσει ζημία προς τρίτους και ειδικότερα: κλοπής, σωματικής βλάβης, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, εξύβρισης, απειλής, συκοφαντικής δυσφήμησης, ενδοοικογενειακής βίας και σε εξαιρετικές περιπτώσεις για πράξεις ληστείας, όταν το προφίλ του παιδιού είναι εξαιρετικά καλό, η πράξη φαίνεται ότι διαπράχθηκε συμπωματικά και δεν έχει υπάρξει έντονη χρήση βίας.

Προδικαστικά, συνήθως, διερευνάται από τους Επιμελητές η προοπτική της συνδιαλλαγής επιχειρώντας σχετική προσέγγιση και στα δύο εμπλεκόμενα μέρη χωριστά. Όταν ο δράστης αναλαμβάνει την ευθύνη της πράξης του και είναι πρόθυμος να ζητήσει συγγνώμη και το θύμα δείχνει διατεθειμένο να τη δεχτεί, ο Επιμελητής προτείνει το μέτρο στην έδρα του δικαστηρίου και όταν αυτό επιβληθεί (ενδέχεται και σε πρωθύστερο στάδιο) οι Επιμελητές αναλαμβάνουν τη διεξαγωγή της συνδιαλλαγής. Προετοιμάζουν και τα δύο μέρη να κατανοήσουν τον σκοπό επιβολής του συγκεκριμένου μέτρου και συντονίζουν τη διαδικασία, ώστε να αρθούν οι παρεξηγήσεις, να δοθούν οι αναγκαίες εξηγήσεις και να κατανοήσει ο ένας την πλευρά του άλλου με τελικό σκοπό την επίλυση της σύγκρουσης και την έκφραση συγγνώμης από το δράστη.

Όταν ο ανήλικος δράστης έχει μετανιώσει ειλικρινά, τότε αναλαμβάνοντας την ευθύνη της πράξης του με προθυμία ζητά συγγνώμη και αποδέχεται τις συνέπειες των όσων διέπραξε, βιώνοντας τη συνδιαλλαγή ανακουφιστικά, ως μια διαδικασία στην οποία γίνεται σεβαστός ως πρόσωπο, χωρίς να ταυτίζεται με την πράξη του. Είναι πολύ σημαντικό να νιώθει ότι ακούγεται η άποψή του από το θύμα. Καλείται να φανεί ώριμος και να ζητήσει συγγνώμη, χωρίς όμως να βιώσει την έκφραση συγγνώμης ως ταπείνωση.  Έτσι, η αγωνία να ανταποκριθεί στη διαδικασία και να εξηγήσει τις φορτισμένες συνθήκες κάτω από τις οποίες τέλεσε την άδικη πράξη συνυπάρχει με την προσμονή του να συγχωρεθεί από το θύμα. Ωστόσο, ενδέχεται κάποιες φορές ο ανήλικος δράστης να βλέπει τη διαδικασία ως μια καλή διέξοδο, μια «τρίπλα» θα λέγαμε στην εμπλοκή του με το ποινικό σύστημα και ότι με αυτό τον τρόπο ελαφρύνεται η θέση του και επιλέγει να κάνει αυτό που πρέπει για μια καλύτερη αντιμετώπιση από το δικαστήριο.

Η συνδιαλλαγή επαναφέρει στο ποινικό προσκήνιο τις ανάγκες του θύματος και όταν έχει γίνει σωστά η όλη διαδικασία, το θύμα νιώθει ότι έχει πραγματικά δικαιωθεί και ανακουφίζεται, αφού του δίνεται η ευκαιρία να ακουστεί, βιώνοντας ταυτόχρονα μια αίσθηση ασφάλειας για το ότι ο θύτης δεν θα τον ξαναενοχλήσει, εκλαμβάνοντας τη συνδιαλλαγή ως μια διαδικασία απόδοσης δικαιοσύνης. Ωστόσο, γενικά το μέτρο της συνδιαλλαγής φαντάζει πολύ «νεωτερικό» στο θύμα, το οποίο μπορεί να νιώσει και ματαίωση, αν αντιληφθεί τη συνδιαλλαγή ως μια διεκπεραιωτική διαδικασία που ευνοεί τον δράστη.

  • Πώς συνεπώς θα αξιολογούσατε το μέτρο της συνδιαλλαγής;

Αξιολογώντας το μέτρο της συνδιαλλαγής θα λέγαμε ότι είναι ένα μέτρο πολύ χρήσιμο, αποτελεσματικό και ωφέλιμο, με αμιγώς διαπαιδαγωγικό χαρακτήρα. Πρόκειται για μια κοινωνική διαδικασία, που φέρνει αντιμέτωπο τον ανήλικο με τη συνέπεια της πράξης του και δημιουργεί τις προϋποθέσεις της πραγματικής αποδοχής αυτής. Λεκτικοποιούνται οι στάσεις, οι σκέψεις και τα συναισθήματα, ενώ ο ανήλικος καλείται να ωριμάσει ηθικοσυναισθηματικά ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στη διαδικασία. Αυτή η διαδικασία είναι πολύ πιο κοντά στις ανάγκες των ενδιαφερόμενων μερών και πολύ πιο συμμετοχική από ότι στο τυπικό ποινικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης, αρκεί να εφαρμόζεται με την πρόθυμη συμφωνία και των δύο μερών και σε έγκαιρο χρόνο, χωρίς να πιέζεται ένας ανήλικος που αρνείται την πράξη να παραδεχτεί την ενοχή του και να συνδιαλλαγεί.

Αφού σας παρουσίασα πολύ συνοπτικά την έννοια της συνδιαλλαγής και το πώς αντανακλάται η σημασία της στα δύο εμπλεκόμενα μέρη, θέλω να επισημάνω ότι εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ενώ ο νόμος 3189/2003 έχει ψηφιστεί ήδη σχεδόν εδώ και μία δεκαπενταετία, φαίνεται ότι παρέμενε για χρόνια στην ουσία ανενεργός και ανεφάρμοστος, όσον αφορά την άσκηση των περισσότερων νέων αναμορφωτικών μέτρων, παρά το ότι, τουλάχιστον, ως προς τη διακήρυξή τους τα νέα μέτρα φαίνεται ότι είχαν καταφέρει να κερδίσουν την επιδοκιμασία του νομικού κόσμου και των ειδικών της ψυχικής υγείας.  Εν τούτοις, μια αλλαγή στη σκέψη των δικαστών που εκδικάζουν υποθέσεις ανηλίκων και μια στροφή προς την επιλογή μέτρων επανορθωτικής δικαιοσύνης, αναφαίνεται μόλις τα τελευταία  χρόνια, μετά τις βελτιωτικές διατάξεις του Ν.3860/2010. Μια βασική δυσκολία που προέκυψε από την έρευνα ήταν η έλλειψη σχετικής επιμόρφωσης των δικαστικών αρχών για τα συγκεκριμένα μέτρα καθώς και η έλλειψη εκπαίδευσης των επιμελητών ως διαμεσολαβητών. Αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητα της συγκεκριμένης εκπαίδευσης ο Σύνδεσμος Επιμελητών Δικαστηρίων Ανηλίκων Ελλάδος διοργάνωσε  και υλοποίησε το τελευταίο εξάμηνο σε συνεργασία με το Εργαστήριο Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης & Διαμεσολάβησης του Τμήματος Κοινωνιολογίας της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου και το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης & Αυτοδιοίκησης στοχευμένη και εξειδικευμένη εκπαίδευση όλων των Επιμελητών Ανηλίκων της Ελλάδας στο θέμα της διαμεσολάβησης. Το πρόγραμμα, αποκλειστικά σχεδιασμένο για τις ανάγκες των Επιμελητών, συνάντησε την εξαιρετική αποδοχή όλων των συναδέλφων, εφόσον  ενδυναμωθήκαμε στον επαγγελματικό μας ρόλο μέσα από βιωματικές τεχνικές και διαδικασίες σε θέματα επανορθωτικής – αποκαταστατικής δικαιοσύνης, διαμεσολάβησης, συνδιαλλαγής ανήλικου δράστη και θύματος, διαδικασιών συμφιλίωσης, επίλυσης συγκρούσεων.

  • Ολοκληρώνοντας τη συζήτησή μας, θα μας κάνετε ένα σύντομο σχόλιο για τον ρόλο της αποκαταστατικής δικαιοσύνης;

Ναι, κυρία Καρδαρά. Θα ήθελα να τονίσω ότι η αποκαταστατική δικαιοσύνη μας επιτρέπει να δούμε το εγκληματικό φαινόμενο στη μοναδικότητά του, ως μια δυνατότητα θυμάτων, δραστών και τοπικών κοινοτήτων για τη δόμηση μιας κοινωνίας περισσότερο προνοιακής, εντάσσουσας και δίκαιης, ως μια  επιλογή που αναμφισβήτητα θέτει νέες οπτικές και διαστάσεις όχι μόνο στο πεδίο της αντεγκληματικής πολιτικής αλλά και στην ίδια την έννοια της Δικαιοσύνης.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts