Νίκος Κούνδουρος: Ένας σπουδαίος κινηματογραφιστής, ένας τρικυμιώδης άνθρωπος

Κάποιοι σπουδαίοι καλλιτέχνες επιλέγουν να μιλούν μόνο μέσω της τέχνης τους ενώ άλλοι θεωρούν ότι ο δημόσιος λόγος τους είναι εξίσου σημαντικός με τα έργα τους. Στους δεύτερους ανήκε ο Νίκος Κούνδουρος, ο ιδιοφυής σκηνοθέτης της «Μαγικής Πόλης», του «Δράκου» και των «Μικρών Αφροδιτών», που δεν δίστασε να σπαταλήσει μέρος του ταλέντου του σε «μάχες για τα επίκαιρα», αφήνοντάς μας στα 90 χρόνια της ζωής του, μόλις 11 ολοκληρωμένες ταινίες .

Ο Νίκος Κούνδουρος ήταν ένας τρικυμιώδης άνθρωπος. Γεννήθηκε στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης το 1926 σε μεγαλοαστική οικογένεια και σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Κατά τον εμφύλιο πόλεμο, ήταν ενεργό μέλος του ΕΑΜ και εξορίστηκε για 4 χρόνια στην Μακρόνησο. Επιστρέφοντας από την εξορία ξεκίνησε τη σκηνοθεσία με την ταινία «Μαγική Πόλις», εφαρμόζοντας τις αρχές του ιταλικού νεορεαλισμού στον ελληνικό κινηματογράφο.  Ακολούθησε ο «Δράκος» με τον Ντίνο Ηλιόπουλο και το αριστούργημά του «Μικρές Αφροδίτες», πριν αναγκαστεί να φύγει στο εξωτερικό για να μην υποστεί νέες διώξεις από την δικτατορία.

Ο Νίκος Κούνδουρος απολάμβανε την καθολική αναγνώριση των ανθρώπων του σινεμά ως πρωτεργάτης του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Ήταν ο σκηνοθέτης που μαζί με ένα δύο ακόμα, έδειξε ότι μπορούσαμε και στην Ελλάδα να φτιάξουμε διαφορετικά έργα τέχνης από τις ηθογραφίες και τις εύκολες κωμωδίες της εποχής. Δεν εντάχθηκε όμως στο ρεύμα του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Προτίμησε έναν μοναχικό δρόμο, παρουσιάζοντας ταινίες που αντιμετωπίζονταν με σκεπτικισμό, τόσο από το κοινό, όσο και από την κριτική, κάτι που δεν έδειχνε όμως να τον προβληματίζει.

Ουδέποτε ενδιαφέρθηκε επίσης για κάποια μόνιμη κομματική τοποθέτηση. Ήταν ένα συναρπαστικό και απρόβλεπτο πολιτικό όν που τα όρια των κομμάτων απλά δεν του ταίριαζαν.

Όταν είχε πέσει θύμα άγριας επίθεσης ληστών μέσα στο ίδιο του το σπίτι έδειξε να αλλάζει «κοσμοθεωρία».  Είχε πει στον Γιάννη Ζουμπουλάκη (για το Βήμα):

«Το γεγονός με έκανε να δω την πραγματικότητα. Είχα μια ανόητη ευαισθησία και γενναιοδωρία με την είσοδο ή μάλλον την εισβολή των ξένων στην Ελλάδα. Έλεγα ότι της ίδιας γης παιδιά είμαστε, να μπει ο κόσμος στην Ελλάδα, να ευφρανθεί, να νιώσει ασφάλεια, να φάει, να πιει ελληνικό νερό. Ε, από την ώρα του περιστατικού τέρμα όλες αυτές οι εφηβικές μαλακίες. Τέσσερα κτήνη, τέσσερις βάρβαροι που ούρλιαζαν και βρωμούσαν και φορούσαν μάσκες με έκαναν να δω την πραγματικότητα».

– Από εκείνη τη βραδιά τι δεν θα ξεχάσετε
 ποτέ; 

«Εκείνο το “μην τον κρατάς, πνίξ΄ τον, τον πούστη! ” που φώναζε ο μόνος που άκουσα να μιλάει τσάτρα- πάτρα ελληνικά. Εγώ πούστης; Καλά το “πνίξ΄ τον”, το “πούστης” τι το θέλανε; Από εκεί κινήθηκε ένας μηχανισμός από σκέψεις μου, που πέταξε έξω από την Ελλάδα όλους τους μετανάστες. Δεν είναι σωστό όμως και ως κοινωνική συμπεριφορά η Ελλάδα να ανοίγει τις πόρτες της σαν την πουτάνα που ανοίγει τα πόδια της: 1.400.000 ξένοι μέσα στη χώρα; Το 15% της χώρας μετανάστες; Πόσοι Έλληνες μπορούν να απορροφήσουν αυτό το νούμερο; Και όμως, έγινε. Αυτά είναι συνέπειες του κόμπλεξ κατωτερότητας που έχουν οι Ελληνες. Να ΄ναι καλά οι κυβερνήσεις. Οι Γερμανοί θα έπρεπε να έχουν το κόμπλεξ, όχι εμείς».

– Τι το ιδιαίτερο είχε το περιστατικό και σας κάνει να αισθάνεστε έτσι;

«Δεν ήθελαν μόνο να κλέψουν. Ήθελαν να σκοτώσουν. Έναν άλλον κύριο, εδώ παρακάτω τον έπνιξαν με μαξιλάρι. Εγώ μόλις που γλίτωσα. Κρατούσαν το μαξιλάρι στο πρόσωπό μου και ίσα που ανέπνεα λίγο από το πλάι. Είδα μια εκδικητικότητα φυλετική, ταξική, κοινωνική, εθνική, όπως θες πες το. Ήταν μίσος. Γιατί αυτό που ήθελαν να πάρουν το είχαν πάρει. Τους το έδωσα. Πήγα στο χρηματοκιβώτιο και τους έδωσα ό,τι είχα. Μπήκαν σε ένα σπίτι που για εκείνους ήταν το Λούβρο και εγώ τους πήγα στο χρηματοκιβώτιό μου να τους δώσω ό,τι λεφτά είχα. Από την ταραχή μου δεν μπορούσα να θυμηθώ τον αριθμό του κωδικού και έκανα ένα λάθος. Μου κοπάνησαν το κεφάλι στο ατσάλι. Μια και δυο και τρεις φορές. Επί δεκαπέντε ημέρες το πρόσωπό μου ήταν μαύρο από το σκοτωμένο αίμα».

– Έτυχε να συναντηθείτε με αλλοδαπό
 μετά το περιστατικό; Και αν ναι, τι έγινε; 

«Μετά το επεισόδιο βρέθηκα συνεπιβάτης στο αυτοκίνητο ενός φίλου δικηγόρου. Ήρθε ένας Πακιστανός να καθαρίσει τα τζάμια. Του λέει ο φίλος “όχι”. Εγώ, που είχα περάσει αυτά που είχα περάσει, του λέω “δώσ΄ του κάτι του νεαρού, δεν πειράζει”. Του έδωσε λοιπόν ένα κέρμα. Το παίρνει ο Πακιστανός, το κοιτάζει και μας το πετά στα μούτρα. Πήδηξα έξω σαν να ‘μουν 18 χρόνων, τον έπιασα από τον σβέρκο και τον έσυρα με μια κακία, με ένα μίσος, στο αυτοκίνητο και του ΄πα “βρες το”. Από πίσω ο κόσμος έβλεπε την εικόνα ενός λευκού που έσουρνε έναν φουκαρά Πακιστανό σαν να ήταν σκύλος. Η εντύπωση που έδωσα ήταν ότι η λευκή ράτσα ταλαιπωρούσε έναν φουκαρά πακιστανό σκύλο. Και όμως συνέβαινε το ανάποδο. Η παρεξήγηση είναι μέσα στη ζωή μας»…

-Θα πρέπει να είναι πολύ παράξενο για έναν άνθρωπο που έχει δει τόσο πολλά: Εμφύλιο,Κατοχή, εκτελέσεις, εξορία στη Μακρόνησο…

«Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το περιστατικό που έζησα κακιά στιγμή, αλλά έτσι θα το εξευτέλιζα. Δεν ήταν σαν το τραμ που με πάτησε στον δρόμο εξαιτίας μιας αδεξιότητάς μου. Ηταν το γέννημα ενός στάτους πολύ ευρύτερου που κυριαρχεί σε όλη την Ελλάδα. Η ταπείνωση ενός έθνους σε σημείο να μην μπορεί να κυκλοφορήσει κανείς στον δρόμο χωρίς το καρδιοκτύπι μη τυχόν του τύχει το απρόσμενο κακό. Οπως μου είπε ο αστυνομικός διευθυντής που με βρήκε τότε, “η Αθήνα είναι μια ανοχύρωτη πόλη όπου κυριαρχούν ο φόβος, η ανησυχία και το απρόσμενο”. Ο καθένας μπορεί να κάνει το οτιδήποτε και ο καθένας μπορεί να υποστεί το οτιδήποτε. Η Αστυνομία, σύμφωνα με τα λόγια του, μπορεί να κάνει πάρα πολύ λίγα πράγματα και ακόμη λιγότερα να κυνηγήσει, πόσω μάλλον να καταδικάσει. Και έτσι είναι. Κακό τέλος είχε η ηρωική ελληνική φυλή μετά το αλβανικό, μετά τον ανταρτοπόλεμο, μετά το ασικλίκι, μετά τη νίκη της Δεξιάς, μετά το Μακρονήσι. Ολα αυτά τα πράγματα σφράγισαν το κακό μέρος από τη μοίρα του Ρωμιού. Ισως μας προόριζε η μοίρα για μια καλύτερη ζωή. Για ελευθερία».

Σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του Νίκου Κούνδουρου στην Ιωάννα Κλεφτογιάννη το καλοκαίρι του 2016 για το propaganda είχε δηλώσει:

«Ζω την ίδια σύγχυση που ζούμε όλοι. Ένα ερώτημα πλανάται στον αέρα. Ή μάλλον πολλά ερωτήματα. Σήμερα, ποιος είναι ποιος; Ποιος υπερασπίζεται τι; Ποιος λέει ψέματα; Τα ερωτήματα όμως πλανώνται χωρίς απαντήσεις. Ο Τσίπρας είναι αφεντικό ενός μη κράτους. Αλλά κι εγώ ποιος είμαι; …Το φοβερό παιχνίδι της πολιτικής έχει εξοικειώσει έναν λαό ολόκληρο και έχει μετατρέψει τους πρώην ενθουσιώδεις ψηφοφόρους του ΟΧΙ  σε συμβιβασμένους, και ως ένα σημείο σιωπηλούς, πολίτες μιας ιδιόρρυθμης δημοκρατίας… Δυστυχώς, η εξουσία, ή μάλλον οι εξουσίες, κατανεμημένες πλέον σε πρόσωπα και πολυεθνικές, που αποτελούν μια κλειστή κοινωνία εξουσίας, δεν μας αφήνουν περιθώρια συμμετοχής. Εδώ υπάρχει μόνο μια απάντηση, ίσως ανέφικτη. Ο λαός, η δύναμη του λαού δηλαδή, μετριέται πια σε αριθμούς. Στους δρόμους, λοιπόν, λαέ να απαιτήσεις το χαμένο δίκιο σου! Δέκα ή έντεκα εκατομμύρια Έλληνες περιμένουν. Τι περιμένουν; Γιατί περιμένουν; Εγώ δεν ξέρω, εσείς  ξέρετε; Ο Έλληνας έχει αποδείξει μέσα στους αιώνες μια ιστορική δύναμη αντοχής. Αυτό κάτι λέει…»

ΠΗΓΕΣ

Συνέντευξη στον Γιάννη Ζουμπουλάκη για το Βήμα.

Συνέντευξη στην Ιωάννα Κλεφτογιάννη για το popaganda.

The following two tabs change content below.
Θέματα με διάρκεια στον χρόνο, ιστορία, πρόσωπα, τέχνη και πολιτισμός, αφορμές για σκέψη, αναζητήσεις χωρίς πυξίδα. Οι αναρτήσεις του postmodern είναι ελεύθερες προς αντιγραφή, διανομή και προβολή με την αναφορά της πηγής (συντάκτη και ιστότοπου).

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts