«Οκτώβριος» του Μίλτου Σαχτούρη

της Μαρίας Χρονιάρη. 

Ο Μίλτος Σαχτούρης (1919 – 2005) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ποιητές της Ελλάδας. Τιμήθηκε με τρία κρατικά βραβεία, ενώ τα ποιήματά του μεταφράστηκαν σε Αγγλικά, Γερμανικά, Γαλλικά, Ρωσικά, Ιταλικά, Ολλανδικά, Ισπανικά και Πολωνέζικα.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή («Η Λησμονημένη – 1945) αντιμετωπίστηκε με χλεύη από τους ποιητές της γενιάς του ’30, ενώ η καλύτερη συλλογή του («Με το πρόσωπο στον τοίχο» – 1952) πούλησε μόλις 5 αντίτυπα.

Τη δεκαετία του ’60 άρχισε να αναγνωρίζεται από την κριτική ως πρωτοποριακός ποιητής με μοναδικό προσωπικό ύφος. Η γλώσσα των ποιημάτων του είναι ελλειπτική, λιτή, τραγική, σκυθρωπή και σοβαρή.

Ο Beacon τον αναγνωρίζει ως «συνεπέστερο διερευνητή του εσωτερικού εφιαλτικού κόσμου», καθώς τα ποιήματά του χαρακτηρίζονται από εφιαλτικές εικόνες, σπαράγματα ενός παράλογου κόσμου, μέσα στον οποίο δεσπόζει το αίσθημα του φόβου και της απειλής.

Η ποίηση του Σαχτούρη, παρά τα εμφανή υπερρεαλιστικά στοιχεία, δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί. Μέσα από την εξωτερίκευση και την δραματοποίηση του υποκειμενικού συναισθήματος , αναπαριστά τη διαταραγμένη ισορροπία της ζωής του μεταπολεμικού ανθρώπου, η οποία έχει καταληφθεί από τα αισθήματα του φόβου και της απειλής.

Ο Σαχτούρης έγραψε για τον έρωτα, την υπαρξιακή αγωνία, τον φόβο του θανάτου και την πάλη ανάμεσα στις δυνάμεις του καλού και του κακού. Ποιήματα του διδάσκονται σε σχολεία και πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού. Έτεινε προς τον Αριστερό χώρο, χωρίς όμως να είναι απόλυτα αριστερός, όπως είχε δηλώσει ο ίδιος.

Ο Σαχτούρης πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε ένα μικρό διαμέρισμα της οδού Μηθύμνης στην Κυψέλη, έχοντας ξεπουλήσει όλη την πατρική του περιουσία για να επιβιώσει…

 

Οκτώβριος

Στο ταβάνι σχήματα τριαντάφυλλα

και σχήματα αράχνη

τα φώτα κίτρινα θαμπά σκοτεινά

μεγάλα ψάρια στους πράσινους βαθιούς τοίχους

καρφωμένα

αίμα

τρύπιες κουβέρτες και σπασμένα τζάμια

η βροχή

και ξάφνου μέσα στα χέρια μου τα μαλλιά της

το σώμα της και τ’ ανοιχτό στόμα της

μακριά βαθιά πάνω στο βουνό

 

Το μυαλό μου κουρασμένο

κι ο αγέρας διάφανος σαν κρύσταλλο

ρολόγια πέφτουν ολοένα και

σπάζουν πάνω στο πλακόστρωτο

σήμερα ο αγέρας δυνάμωσε ακόμη

απ’ το παράθυρο βγήκε ένα χέρι

μές  στον καθρέφτη φάνηκε έν’ άλλο χέρι

έδερναν τα μεσάνυχτα

μακριά ακουγόταν ένα βογγητό

 

Όλα όσα βλέπω

τα παράξενα όνειρα μου θυμίζουν εσένα

η νύχτα θυμίζει εσένα

ένα μικρό παιδί που κλαίει μου θυμίζει εσένα

κι ο τάφος μου θυμίζει εσένα

όλες οι φωτογραφίες, όλα τα χρώματα

όλα μου θυμίζουν εσένα

και όλα τα αγαπώ για σένα

 

Μίλτος Σαχτούρης, «Με το πρόσωπο στον τοίχο», 1952 (Κέδρος).

The following two tabs change content below.
Η Μαρία Χρονιάρη γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε τηλεόραση, έκανε σεμινάρια σκηνοθεσίας και εργάστηκε ως οπερατέρ. Το 2011 σκηνοθέτησε την παράσταση της ομάδας IlluminArti «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου», που ανέβηκε στο θέατρο Altera Pars. Αγαπάει τις λέξεις, τη μουσική και τη φωτογραφία. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί τέσσερα βιβλία της ποίησης και μία συλλογή πεζών κειμένων.

Latest posts by Μαρία Χρονιάρη (see all)

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts