Όσο κυλάει το δηλητήριο μέσα μας: Συνέντευξη απεξαρτημένου χρήστη ναρκωτικών

της Αγγελικής Καρδαρά.

Σε συνέχεια του θέματός μας στο pm, με τον τίτλο Βιοαφήγηση τοξικοεξαρτημένου για μία ζωή χωρίς ελπίδες και όνειρα στις 30-6-2019, παρουσιάζουμε σήμερα μία ακόμα συγκλονιστική ιστορία ζωής από το πολύτιμο εγκληματολογικό υλικό του Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, κ. Αντώνη Μαγγανά.

Να σημειωθεί ότι η εργασία υπό τον τίτλο  «Η ΧΡΗΣΗ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ ΟΥΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΗΣ ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗΣ», εκπονήθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Εγκληματολογία» για το ακαδημαϊκό έτος 2018-19, στο μάθημά του Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ. Α. Μαγγανά, με τίτλο «ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΕΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΘΕΝΤΩΝ», από τον κ. Θωμά Πεσλή.  

Ο κ. Πεσλής αναφέρει, μεταξύ άλλων, στην εισαγωγή του: «Στην παρούσα εργασία κρίθηκε σκόπιμο να πραγματοποιηθεί μία συνοπτική εξέταση για το φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης και της διαδικασίας απεξάρτησης. Για τον σκοπό αυτό δεν επιλέχθηκε η βιβλιογραφική ανασκόπηση αλλά κρίθηκε σκοπιμότερο να πραγματοποιηθεί μία συνέντευξη ατόμου, το οποίο ήταν χρόνιος χρήστης ναρκωτικών ουσιών και τελικά κατόρθωσε να απεξαρτηθεί. Συγκεκριμένα επιλέχθηκε αυτού του είδους η προσέγγιση του ζητήματος των ναρκωτικών, καθώς θεωρήθηκε ότι είναι πιο ωφέλιμο να παρουσιασθούν κάποια γεγονότα και κάποιες καταστάσεις που σχετίζονται με την εξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες και την απεξάρτηση από αυτές, από ένα άτομο που βίωσε αυτές τις εμπειρίες το ίδιο και έτσι να καταφέρουμε να προβούμε σε κάποια συμπεράσματα.

Η παρούσα συνέντευξη έχει ακολουθήσει τη γραμμική ανάπτυξη, καθώς ο συνεντευξιαζόμενος ξεκινά χρονολογικά από την παιδική του ηλικία, στη συνέχεια κάνει λόγο για το πώς ξεκίνησε τη χρήση των ναρκωτικών ουσιών και ακολούθως μιλά για το στάδιο της απεξάρτησής του, μέχρι και την τωρινή του κατάσταση. Ο συνεντευξιαζόμενος είναι ένα άτομο, το οποίο γνωρίζω προσωπικά εδώ και πολλά χρόνια, ανήκει στο φιλικό μου περιβάλλον και πολλές φορές μου έχει διηγηθεί ιστορίες και παρόμοια περιστατικά και συμβάντα από την ζωή του. Ο […] είναι 40 ετών, ενώ ήταν χρόνια χρήστης και εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες και κυρίως από την ηρωίνη. Συγκεκριμένα ξεκίνησε να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών στην ηλικία των δεκαπέντε με δεκαέξι ετών, ενώ από τα δεκαεννέα και μετά ξεκίνησε να κάνει συστηματική χρήση ηρωίνης. Έκανε πολλές προσπάθειες να απεξαρτηθεί και το κατόρθωσε τελικά πριν από δέκα χρόνια».

Μέσα από τις περιγραφές του συνεντευξιαζόμενου, διαπιστώνουμε τον εφιαλτικό κόσμο στον οποίο καταλήγει το εξαρτημένο από ουσίες άτομα αλλά και τον Γολγοθά στον οποίο αναγκαστικά μπαίνει και η οικογένεια του εξαρτημένου ατόμου. Αν και ο συνεντευξιαζόμενος εξαρχής αναφέρεται σε πολύ «κακές σχέσεις» με τον πατέρα του, βλέπουμε στην πορεία ότι υπάρχει ένα νοιάξιμο, με τον πατέρα να αναζητά τον γιο στις πιάτσες των ναρκωτικών, να βγαίνει ο ίδιος να αγοράσει τη δόση από τον τρόμο για το τι μπορεί να πάθει ο γιος του, να τον κλειδώνει στο σπίτι και να του δίνει χρήματα για να μη κλέψει για τη δόση. Ασφαλώς, με κανέναν από αυτούς τους τρόπους δεν μπορεί ο γονιός να βοηθήσει το παιδί του, όπως τονίζουν οι ειδικοί επιστήμονες, αλλά τελικά οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν είναι η απουσία ενδιαφέροντος των γονέων που επιτείνει το πρόβλημα, αλλά -θα λέγαμε- η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας, η αδυναμία έκφρασης των συναισθημάτων -και το κυριότερο- η αδυναμία διαχείρισης κρίσεων μέσα στην οικογένεια την περίοδο που αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα αξιοσημείωτα προβλήματα. Όλα αυτά τα στοιχεία προκαλούν, με τη σειρά τους, σοβαρές δυσλειτουργίες στους κόλπους της οικογένειας (έχουμε αναφερθεί αναλυτικά στην έννοια των «δυσλειτουργικών οικογενειών» ) που, ιδίως στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνίας η οποία υφίσταται ισχυρούς κλυδωνισμούς, πρέπει να διερευνηθούν περισσότερο και να αναζητηθούν πιο αποτελεσματικές λύσεις.

Είναι αναγκαία η έγκαιρη παρέμβαση, καθώς ειδικά στην περίοδο της εφηβείας ο νέος θέλει να ξεπεράσει τα όρια, να δοκιμάσει τις προσωπικές του αντοχές, είναι ριψοκίνδυνος, έχει άγνοια κινδύνου και δύναται να οδηγηθεί στα άκρα. Επομένως, σε αυτή την ήδη δύσκολη περίοδο της ζωής, με τις σωματικές αλλαγές και τις έντονες ψυχικές διακυμάνσεις που υφίσταται, εάν οι γονείς αδυνατούν να διαχειριστούν με τρόπο αποτελεσματικό τις εντάσεις και οι καταστάσεις που βιώνονται στο σπίτι εκτροχιάζονται, είναι σκόπιμο οι γονείς να απευθυνθούν σε έναν ειδικό, να ζητήσουν βοήθεια και στήριξη, εγκαίρως, ώστε να μη χάσουν το παιδί τους σε δρόμους αδιέξοδους.

Δυστυχώς, όπως διαπιστώνεται, όταν πια ο νέος οδηγηθεί στα σκοτεινά μονοπάτια των εξαρτήσεων, είναι πολύ πιο δύσκολο να βγει, γιατί «αιχμαλωτίζεται» όχι μόνο το κορμί αλλά κυρίως το μυαλό. Συνεπώς, είναι πολύ σημαντικό να ενισχυθεί η πρόληψη κατά των εξαρτήσεων και βέβαια να δοθεί πολύ μεγάλη έμφαση στην προστασία της ανηλικότητας, γιατί ο «κόσμος των εξαρτήσεων» είναι μία από τις μεγαλύτερες φυλακές της ψυχής, όπως συμπεραίνουμε και από τα λόγια του συνεντευξιαζόμενου: «Μακάρι να μην το ζήσει αυτό κανείς,  γιατί όταν τελειώσει αυτό το συναίσθημα έρχονται άλλα πολύ χειρότερα […]. Δεν έχεις όρεξη να βγεις έξω, να πας μία βόλτα, να δεις τους φίλους σου, να κάνεις το οτιδήποτε άλλο, ακόμα και να βρεις μία κοπέλα ή να κάνεις σεξ. Όχι, όταν μάθεις αυτά τα πράγματα, δεν θες τίποτα άλλο και ειδικά άμα μάθεις την πρέζα. Σε νοιάζει μόνο να πίνεις, να πίνεις και να πίνεις. Μπορείς να έχεις μόνο πρέζα κι ας μην έχεις και φαΐ; Ε, τότε είσαι καλά. Η μόνη σου σκέψη και η μόνη σου έγνοια είναι πότε θα έρθει η ώρα για να πιείς.
Όταν κυλάει μέσα σου το φαρμάκι, δεν θες τίποτα άλλο».

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Καλησπέρα [..]. Θα ήθελα αρχικά να σε ευχαριστήσω που δέχθηκες να μου δώσεις αυτήν τη συνέντευξη, προσφέροντας έτσι την ευκαιρία σε μένα αλλά και σε άλλους συμφοιτητές μου να πληροφορηθούμε για ένα θέμα που απασχολεί έντονα την κοινωνία, την τοξικοεξάρτηση, μέσα από τις εμπειρίες ενός ανθρώπου που το βίωσε όλο αυτό και κατάφερε να απεξαρτηθεί. Εάν σου κάνω κάποια ερώτηση που θα σε φέρει σε δύσκολη θέση ή που δεν θέλεις να μου απαντήσεις, να μου το πεις, όπως επίσης κι αν οποιαδήποτε στιγμή νιώσεις άβολα, να μου το πεις και να μη συνεχίσουμε. Εγώ θα ήθελα, αν μπορείς να σταθείς λίγο στο πώς πέρασες στη χρήση αυτών των ουσιών, το στάδιο δηλαδή αυτό της ζωής σου. Επιπλέον, να μου πεις εάν εσύ θεωρείς ότι ευθύνεται περισσότερο κάτι, κάποιο γεγονός ή περιστατικό ή κάποιο άτομο, που ξεκίνησες τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και τέλος να σταθείς περισσότερο στο στάδιο της απεξάρτησής σου, αν αυτό ήταν κάτι εύκολο, αν δυσκολεύτηκες, αν σε βοήθησε κάτι συγκεκριμένο και γενικά κατά πόσο αυτό είναι εφικτό και εύκολο για έναν χρόνιο χρήστη.

Καλησπέρα Θωμά. Νιώθω τιμή και χαρά που μπορώ να περιγράψω την ιστορία μου. Μην αγχώνεσαι, μπορώ να συζητήσω άνετα για το θέμα αυτό, το ξέρεις, και δεν έχω θέμα να σου απαντήσω σε ό,τι και αν με ρωτήσεις. Το έχω αποδεχτεί τελείως, είναι ένα κομμάτι της ζωής μου που μισώ και απεχθάνομαι, που δεν ξεχνώ όμως. Εγώ όσες φορές διηγούμαι την ιστορία μου θέλω να δείχνω από τη μία τις τρομερές συνέπειες των ναρκωτικών και να αποτρέπω όποιον μπορώ από το να κάνει κάτι παρόμοιο και από την άλλη θέλω να δείχνω πόσο δυνατοί είμαστε και πως άμα θέλουμε πραγματικά μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα, όσο δύσκολα και αν είναι. Και εγώ περισσότερο θέλω να σταθώ στην απεξάρτησή μου και να σου πω τι με βοήθησε και πώς τα κατάφερα. Πάνε περίπου δέκα χρόνια που έχω απεξαρτηθεί και πλέον είμαι λειτουργικός, δουλεύω κανονικά και συζώ με τη γυναίκα που αγαπώ. Σίγουρα η απεξάρτηση δεν είναι κάτι εύκολο, αλλά τα κατάφερα, γι’ αυτό σου είπα ότι είμαστε πολύ δυνατοί κι εάν πραγματικά θέλουμε μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα. Θα ξεκινήσω βέβαια να σου πω κάποια πράγματα για μένα και πώς οδηγήθηκα στα ναρκωτικά και θα φτάσω και στην απεξάρτηση.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα […] και συγκεκριμένα [αναφορά στην περιοχή] με τους δύο μου γονείς [ακριβή αναφορά στην οικογένεια]. Μικρός τον περισσότερο χρόνο τον περνούσα με την μητέρα μου, η οποία δεν δούλευε, ενώ ο πατέρας μου ήταν [αναφορά στο επάγγελμα πατέρα] και συνήθως έλλειπε τα πρωινά από το σπίτι. Τον πατέρα μου θα τον χαρακτήριζα ως ιδιαίτερα καταπιεστικό και αυταρχικό. Είχε το στιλάκι του στρατού, «θα κάνετε ό,τι πω εγώ», συνεχώς αυτό που έκανε ήταν να απαγορεύει και να διατάζει και γενικά αρπαζόταν εύκολα. Η μητέρα μου, από την άλλη, ήταν ένα άβουλο ον, ποτέ δεν έπαιρνε θέση για τίποτα, ό,τι και αν ήταν αυτό. Από μικρός που ήμουν θυμάμαι τον πατέρα μου να μου φωνάζει, να μου απαγορεύει να κάνω πράγματα, να νευριάζει, να με τιμωρεί. Κάποιες φορές με χτύπαγε κιόλας, δεν με έκανε μαύρο στο ξύλο αλλά το χέρι του θα το σήκωνε να μου δώσει καμία. Και εγώ από την άλλη δεν ήμουν ένα ήρεμο παιδί γενικά, ήμουν ζωηρός – εξάλλου παιδί ήμουν. Ήθελα να παίξω, να κάνω πράγματα και δεν είχα κάποιον να ασχοληθεί σοβαρά μαζί μου. Όσο μεγάλωνα, οι τσακωμοί και οι διαφορές με τον πατέρα μου γίνονταν όλο και μεγαλύτεροι. Θυμάμαι καθημερινά να τσακωνόμαστε και να βριζόμαστε και συχνά να με αποκαλεί «άχρηστο», αλλά και όταν δεν με αποκαλούσε αυτό μου έδειχνε ότι νιώθει για μένα με τον τρόπο του. Καλός μαθητής δεν ήμουν, όχι. Δεν ασχολούμουν καθόλου με τα μαθήματά μου και να σου πω την αλήθεια κανείς από τους γονείς μου δεν με έκανε από μικρό να ασχοληθώ με αυτά. Παρ’ όλα αυτά όσο μεγάλωνα, όλο και μου «χτύπαγαν» τους χάλια βαθμούς που είχα.

Στα δεκαπέντε με δεκαέξι μου άρχισα να κάνω την επανάστασή μου. Έφευγα από το σπίτι τα απογεύματα και πολλές φορές γυρνούσα αργά το βράδυ, παρά τους άγριους τσακωμούς με τον πατέρα μου. Η παρέα μου ήταν διάφορα παιδιά της περιοχής στην ηλικία μου, αλλά και μεγαλύτερα. Γυρνούσαμε θυμάμαι [αναφορά σε περιοχή], κάναμε βόλτες με μηχανάκια, καθόμασταν μέχρι αργά στις πλατείες και πίναμε, τσακωνόμασταν με άλλες παρέες και γενικά δεν θα μπορούσα να πω πως ήμασταν τα καλύτερα παιδιά. Όχι, δεν κάναμε χοντρά πράγματα, αλλά γενικά νομίζαμε ότι εμείς είμαστε και άλλος κανείς, ήμασταν αντιδραστικοί, μιλούσαμε άσχημα, δεν δείχναμε σε κανέναν σεβασμό και όποιος αντιδρούσε μπορεί να άρπαζε και μερικές. Όπως είπα, πολλές φορές μαζευόμασταν σε πλατείες και πίναμε μπύρες συνήθως, ενώ όλοι μας σχεδόν είχαμε αρχίσει και καπνίζαμε. Κάποια μέρα από αυτές ένας από την παρέα έβγαλε ένα τσιγάρο… και δεν μιλώ για κανονικό τσιγάρο. Όλοι με τη μαγκιά που είχαμε τότε, θέλαμε να δοκιμάσουμε, όπως και κάναμε. Το θεωρούσαμε μεγάλη μαγκιά τότε βλέπεις και το τσιγάρο και το ποτό, πόσο μάλλον αυτό. Από τότε δύο με τρείς φορές τη βδομάδα όλα τα παιδιά δίναμε κάτι από το χαρτζιλίκι μας στους μεγαλύτερους που είχαν πρόσβαση και μας έφερναν λίγο μαύρο και καπνίζαμε. Εκείνη την περίοδο θυμάμαι σπίτι γινόταν χαμός. Τσακωνόμουν κάθε μέρα πολύ άσχημα με τον πατέρα μου, με απειλούσε ότι δεν θα με άφηνε να μπω στο σπίτι ή και ότι θα με έδιωχνε. Το μόνο που έκανε ήταν συνεχώς να μου φωνάζει. Εμένα όμως δεν με ένοιαζε τίποτα. Είχα την παρέα μου και περνούσα τέλεια και δεν υπολόγιζα τίποτα, ούτε άμα γυρίσω αργά ή λιώμα και σκοτωθώ με τον πατέρα μου, ούτε αν βγω, ενώ μου έχει πει να μην το κάνω, ούτε να ανοίξω έστω και λίγο ένα βιβλίο. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν η παρέα μου.

Μόλις ήρθε η ώρα να πάω στο Λύκειο, αφού δεν ξέρω καν πώς τελείωσα το Γυμνάσιο, ο πατέρας μου μού είπε, αφού δεν τα παίρνω έτσι και αλλιώς, να πάω στο νυχτερινό Λύκειο ή στο ΕΠΑΛ και να πάρω μία ειδικότητα, ενώ παράλληλα να δουλεύω σε μία δουλειά το πρωί και να μη γυρίζω όλη μέρα στους δρόμους. Εγώ φυσικά και δέχτηκα, αφού γενικά το σχολείο δεν με ενδιέφερε καθόλου και όσον αφορά τη δουλειά σκέφτηκα ότι θα έχω και ένα χαρτζιλίκι να είμαι πιο άνετος.

Εκείνη ήταν και η εποχή που έχασα τελείως τον δρόμο μου. Στην αρχή έπιασα δουλειά ως [αναφορά στη δουλειά του]. Ξεκίνησα να πηγαίνω κανονικά στην αρχή για δουλειά το πρωί και το βράδυ σχολείο και ο πατέρας μου ήταν πλέον πιο ήσυχος καθώς νόμιζε ότι πια δεν γύρναγα άσκοπα κάνοντας αλητείες, όπως έλεγε. Έλα όμως που αυτό δεν κράτησε για πολύ. Εγώ, εκμεταλλευόμενος την όλη κατάσταση, μπορούσα να αλωνίζω πλέον ελεύθερος. Στη δουλειά δεν ήμουν τυπικός καθόλου, έπαιρνα το μηχανάκι και χανόμουν, πήγαινα βόλτες, για καφέ και το αφεντικό μου απειλούσε πως θα με διώξει αλλά εμένα δεν μου καιγόταν καρφί. Στο σχολείο δεν πήγαινα σχεδόν καθόλου και όταν πήγαινα αράζαμε απ’ έξω με την παρέα μου. Εκείνη την εποχή ξεκινήσαμε να ξεφεύγουμε, ενώ οι καινούργιες μου παρέες ήταν περισσότερο μέσα στα κόλπα. Πλέον το τσιγαριλίκι ήταν η καθημερινότητά μας, ενώ σιγά σιγά ξεκινήσαμε να δοκιμάζουμε και διάφορα χάπια και τριπάκια, LSD κυρίως, μπούμπλε και διάφορα άλλα. Τα χάπια ήταν διαφορετικά από το χασίς, μας έστελναν τελείως και ήμασταν μόλις παιδιά. Μαζευόμασταν, πηγαίναμε σε πάρτι ή σε διάφορα κλαμπ κυρίως [αναφορά σε περιοχή] και πίναμε αλκοόλ, κάναμε χασίς και παίρναμε χάπια… όλα μαζί.

Τα πράγματα γρήγορα έγιναν χειρότερα. Στη δουλειά σταμάτησα να πηγαίνω, ενώ την τελευταία φορά που πήγα κράτησα τα λεφτά του ταμείου και απλά δεν ξαναπάτησα, ενώ στο σχολείο δεν ξαναπήγα.

Οι γονείς μου με έβλεπαν συνεχώς να γυρίζω κομμάτια στο σπίτι και οι καβγάδες ήταν μεγάλοι. Για τη δουλειά δεν τους είχα πει. Ο πατέρας μου έφευγε νωρίς από το σπίτι και δεν έβλεπε αν σηκωνόμουν να πάω στη δουλειά, που του έλεγα ότι πάω, ενώ στη μάνα μου της έλεγα ότι τα έχω κανονίσει με το αφεντικό και να μην πει τίποτα στον πατέρα μου γιατί θα γίνει χαμός. Όλο αυτό όμως δεν κράτησε για πολύ. Ο πατέρας μου έμαθε από το αφεντικό μου τι είχα κάνει και σπίτι έγινε χαμός. Με χτύπησε, με έβριζε, με ρωτούσε που έχω μπλέξει και γυρίζω κάθε βράδυ μεθυσμένος… και πού να ήξερε ότι δεν ήμουν απλά μεθυσμένος… και φώναζε στη μάνα μου που με καλύπτει. Εκείνο το βράδυ θυμάμαι έφυγα και δεν γύρισα καν σπίτι, πράγμα το οποίο ξεκίνησα να κάνω όταν τσακωνόμασταν άσχημα, πολύ συχνά δηλαδή.

Εκείνη την εποχή πραγματικά δεν με σταματούσε πλέον τίποτα, το μόνο που ήθελα ήταν να βγω να πιώ, να κάνω μαύρο και αν υπάρχει και κανα χάπι. Επειδή ο πατέρας μου δεν μου έδινε συχνά χαρτζιλίκι λόγω της όλης κατάστασης, έκανα και κάποιες περιστασιακές δουλείες, όπως [αναφορά σε δουλειά], αλλά γενικά πουθενά δεν καθόμουν, αφού ήθελα να είμαι ελεύθερος. Κάθε βράδυ πλέον γυρνούσαμε [αναφορά σε περιοχές]. Εκεί βρίσκαμε ό,τι θέλαμε.

Ένα βράδυ από αυτά θυμάμαι να φεύγουμε από [αναφορά σε περιοχή], μαζί με δύο φίλους μου, έχοντας ψωνίσει κάνα δυο τσιγάρα και λίγα χάπια, και θα πηγαίναμε να βρούμε την υπόλοιπη παρέα. Τότε πέρασε μπροστά μας ένα περιπολικό και σταμάτησε και βγήκαν δύο μπάτσοι – έτσι μιλάω εγώ μη με παρεξηγείς. Μας πλησίασαν και μας ρώτησαν πού πάμε και τι κάνουμε. Εμείς όλο μαγκιά αλλά και με φόβο, αφού ξέραμε τι έχουμε πάνω μας, είπαμε ότι πάμε μία βόλτα. Τότε οι μπάτσοι μας πήραν τις ταυτότητές μας και μας έψαξαν. Εγώ έτρεμα, γιατί στην τσέπη του μπουφάν μου είχα αυτά που είχαμε αγοράσει. Όταν έβαλε τα χέρια του ο μπάτσος μέσα, τα βρήκε και μου είπε τι είναι αυτά ρε μαλ…, δίνοντάς μου ένα κατακέφαλο που ακόμα το θυμάμαι. Τότε μας έβαλαν χειροπέδες και μας έβαλαν στο περιπολικό. Όσο ήμασταν στο περιπολικό, μας έλεγαν ότι θα πάμε στο Τμήμα και αύριο στον Εισαγγελέα και πως θα τιμωρηθούμε πολύ αυστηρά γι’ αυτά που είχαμε και εμείς και οι γονείς μας. Θυμάμαι ακόμα πόσο φοβισμένοι ήμασταν όλοι, μας είχε φύγει όλη η μαγκιά που είχαμε ξαφνικά και μυξοκλαίγαμε όλοι, ενώ παρακαλάγαμε τους μπάτσους να μας αφήσουν και λέγαμε ότι δεν θα το ξανακάνουμε. Εγώ μάλιστα αυτό το έλεγα κι από μέσα μου, έλεγα ότι αν ξεμπλέξω από αυτό δεν θα ξανακάνω τέτοια μαλ…, είχα χ… πάνω μου.

Μετά από λίγο ο μπάτσος σταμάτησε κάπου σε μία ερημιά και μας κατέβασε κάτω, ενώ εμείς ήμασταν όλοι τρομοκρατημένοι γιατί δεν ξέραμε τι θα γίνει. Τότε αυτός που με είχε χτυπήσει ρώτησε αν αυτά που είχα πάνω μου ήταν μόνο δικά μου. Εγώ δεν μίλησα, ακόμα και αν αυτά δεν ήταν μόνο δικά μου, δεν μίλησαν όμως και οι άλλοι. Τότε αυτός μας κοίταξε και μας ρώτησε πόσο χρονών είμαστε και εμείς του είπαμε ότι είμαστε από δεκαέξι μέχρι δεκαοχτώ. Αυτός μας είπε ότι σε τέτοια ηλικία θα έπρεπε να κοιτάμε τα μαθήματά μας, να γυμναζόμαστε και να έχουμε καμιά γκόμενα και όχι να κάνουμε αυτές τις μαλ… και άρχισε να μας λέει ότι αν ξεκινήσαμε από τόσο μικροί αυτά αν συνεχίσουμε θα καταστραφούμε.

Στη συνέχεια μας ρώτησε ποιος μας τα πουλάει αυτά. Επέμενε να του πούμε για να τον κανονίσει, όπως έλεγε, τον μαλ… που δίνει τέτοια πράγματα σε μικρά παιδιά, αλλά εμείς του λέγαμε συνεχώς πως δεν τον ξέρουμε και ότι πρώτη φορά αγοράσαμε. Αυτός φυσικά και δεν μας πίστεψε αλλά ξαφνικά μας λέει: «κοιτάξτε να δείτε τι θα γίνει. Θα σας τη χαρίσω και θα σας αφήσω να φύγετε, γιατί είστε μικρά παιδιά και δεν είναι καλό να μπλέξετε με τέτοιες ιστορίες και θέλω να πιστεύω πως από εδώ και πέρα θα σταματήσετε να κάνετε αυτές τις μαλ… και θα ασχοληθείτε με άλλα πράγματα. Πρώτη και τελευταία φορά, άμα σας ξαναβρώ με τέτοια πράγματα δεν θα σας τη χαρίσω ξανά».

Εμείς τότε του είπαμε «ναι, ναι» και αρχίσαμε να δίνουμε το λόγο μας, ενώ αυτός μας είπε « δεν μπορώ να πω ότι σας πιστεύω αλλά αν συνεχίσετε, πιστέψτε με, μία μέρα θα με θυμηθείτε και θα μετανιώσετε που δεν με ακούσατε, αν συνεχίσετε κακό του κεφαλιού σας». Εκείνη την ώρα πήρε αυτά που είχε βρει πάνω μου και τα πέταξε σε έναν υπόνομο, λέγοντας ότι εκεί είναι η θέση τους. Στη συνέχεια μας έβαλε ξανά στο περιπολικό και μας άφησε κοντά στα σπίτια μας, λέγοντάς μας ξανά ότι δεν θα μας την ξαναχαρίσει και να τον ακούσουμε. Εμείς βγήκαμε από το περιπολικό και περπατήσαμε διστακτικά μέχρι να φύγουν, ενώ μόλις έφυγαν κοιταχτήκαμε όλοι μαζί και δεν πιστεύαμε αυτό που είχε γίνει, δεν πιστεύαμε πως την γλυτώσαμε.

Μόλις πέρασε λίγο η ώρα και αφού είχε γυρίσει πάλι η μαγκιά μας, αρχίσαμε να βρίζουμε αυτούς τους μπάτσους, να τους κοροϊδεύουμε και να λέμε συνέχεια τον παλιομ… πέταξε τα πράγματα που είχαμε αγοράσει και είχαμε πληρώσει τόσα λεφτά και ότι τώρα δεν είχαμε τι να κάνουμε. Εγώ ξέχασα ό,τι σκεφτόμουν στο περιπολικό, ότι δηλαδή δεν θα ξαναέκανα κάτι τέτοιο και φυσικά δεν άκουσα αυτόν τον μπάτσο και όπως μας είχε πει τον θυμήθηκα πολλές φορές, πολλές φορές σκέφτηκα ότι τότε θα έπρεπε να είχα σταματήσει και ακόμα το σκέφτομαι και το μετανιώνω.

Ο καιρός περνούσε, λοιπόν, και εμείς μπαίναμε ολοένα και μέσα στα κόλπα, δεν σταματούσαμε πουθενά. Θα ήμουνα 18 περίπου με 19 όταν δοκίμασα πρώτη φορά κοκαΐνη και ηρωίνη. Από τότε ξεκίνησα να κάνω συχνή χρήση ηρωίνης και ένιωθα λες και αυτό το ναρκωτικό είχε φτιαχτεί για μένα. Σιγά σιγά η χρήση έγινε καθημερινή και στη συνέχεια πολλές φορές μέσα στη μέρα. Δεν θα σας πω πολλά πράγματα για την εξάρτησή μου, όχι γιατί δεν θέλω να μιλήσω για αυτή αλλά γιατί θεωρώ πως πάνω κάτω όλοι ξέρουν και πόσο κακό σου κάνουν αυτά τα πράγματα, όλοι έχουν ακούσει ιστορίες και όλοι έχουν δει την κατάντια των ναρκομανών, είναι κάτι γνωστό.

  • Αν μπορείς όμως, πες μας κάποια πράγματα για την εξάρτησή σου και τις εμπειρίες σου το διάστημα αυτό, καθώς πιστεύω ότι είναι διαφορετικό τα όσα ακούει ή βλέπει απλά κάποιος καθημερινά από το να λαμβάνει τις εμπειρίες και τα βιώματα ενός ατόμου που το έζησε όλο αυτό.

Ναι, ναι φυσικά και θα σου πω κάποια πράγματα κι αυτό γιατί θέλω να πω, να δείξω και να τονίσω πόσο άσχημη ήταν η κατάσταση που βίωσα και που πολλοί άλλοι βιώνουν καθημερινά και πόσο κακό σου κάνουν αυτές οι μαλ…. Πιο πολύ όμως θέλω να σταθώ στο κομμάτι της απεξάρτησής μου, στο πόσο δύσκολο ήταν, στο τι με βοήθησε αλλά και στο πόση δύναμη κρύβουμε τελικά μέσα μας και πραγματικά μπορούμε να καταφέρουμε ό,τι θελήσουμε. Όπως σου είπα, λοιπόν, ξεκίνησα από πολύ μικρή ηλικία να κάνω συστηματική χρήση ηρωίνης. Έπαιρνα βέβαια ό,τι σε ναρκωτικό έβρισκα γενικά, αλλά η κύρια χρήση που έκανα ήταν αυτή της ηρωίνης. Στην αρχή την έκανα σνιφαριστή, από τη μύτη, καθώς μου φαινόταν κάπως να τρυπιέμαι, αλλά στη συνέχεια έγινα ο κλασικός πρεζάκιας που τρυπιόμουν παντού, τρυπιόμουν με τον καιρό όπου έβρισκα φλέβα, μέχρι και εκεί που…φαντάζεσαι. Οι γονείς μου άργησαν να το καταλάβουν σχετικά, ήταν εξάλλου στον κόσμο τους και ο πατέρας μου ήξερε μόνο να προκαλεί καβγάδες. Όταν το κατάλαβαν και όταν το έμαθαν έγινε χαμός. Θυμάμαι πιάστηκα στα χέρια με τον πατέρα μου, πλέον σήκωνα και εγώ το χέρι μου και δεν υπολόγιζα τίποτα. Μέρα νύχτα θυμάμαι ξεσηκώναμε τη γειτονιά και όλοι πλέον ήξεραν ότι είμαι ένας πρεζάκιας. Θυμάμαι να γυρνάω λιώμα, να με περιμένει ο πατέρας μου και να πλακωνόμαστε, να φωνάζουμε και να σπάμε όλο το σπίτι, να με βλέπουν οι γείτονες και να με κοιτάνε φοβισμένοι, ξέρεις, όπως κοιτάνε όλοι τους πρεζάκηδες, να κοιμάμαι στα σκαλιά της πολυκατοικίας και να με μαζεύει ο πατέρας μου, να με κλείνει έξω από το σπίτι και εγώ να τα σπάω όλα. Πολλές φορές βέβαια προσπαθούσε να με κλειδώσει μέσα στο σπίτι για να μη βγω και πάρω τη δόση μου. Νόμιζε ότι έτσι θα απεξαρτηθώ. Μάλλον είχε δει πολλές ταινίες. Εγώ το μόνο που σκεφτόμουν πλέον ήταν αυτό, τίποτε άλλο.

Η πρέζα με έστελνε, με ταξίδευε, τα ξέχναγα όλα βλέπεις. Τότε νόμιζα πως είναι η μόνη διέξοδος. Σιγά σιγά ήμουν συνέχεια μαστουρωμένος και ήθελα να νιώθω συνεχώς αυτή την αίσθηση, ένιωθα τέλεια. Όπως σου είπα είχα την αίσθηση ότι αυτό το ναρκωτικό είχε φτιαχτεί αποκλειστικά για μένα, ήταν το ναρκωτικό μου που με έκανε να νιώθω τέλεια […]. Μακάρι να μην το ζήσει αυτό κανείς, γιατί όταν τελειώσει αυτό το συναίσθημα έρχονται άλλα πολύ χειρότερα […]. Δεν έχεις όρεξη να βγεις έξω, να πας μία βόλτα, να δεις τους φίλους σου, να κάνεις το οτιδήποτε άλλο, ακόμα και να βρεις μία κοπέλα ή να κάνεις σεξ. Όχι, όταν μάθεις αυτά τα πράγματα, δεν θες τίποτα άλλο και ειδικά άμα μάθεις την πρέζα. Σε νοιάζει μόνο να πίνεις, να πίνεις και να πίνεις. Μπορείς να έχεις μόνο πρέζα κι ας μην έχεις και φαΐ; Ε, τότε είσαι καλά. Η μόνη σου σκέψη και η μόνη σου έγνοια είναι πότε θα έρθει η ώρα για να πιείς.

Όταν κυλάει μέσα σου το φαρμάκι, δεν θες τίποτα άλλο. Το εννοώ. Πραγματικά δεν μπορείς να το φανταστείς όλο αυτό. Όταν μάθεις το φαρμάκι αυτό θα είναι η μόνη σου κ…. Ένας πρεζάκιας, ό,τι και να του δώσουν εκείνη την ώρα που θέλει τη δόση του, θα προτιμήσει αυτή. Ας του δώσουν την πιο όμορφη γυναίκα, δεν θα την κοιτάξει καν, ας του δώσουν σπίτια, αμάξια, λεφτά, πολλά λεφτά και από την άλλη του δώσουν μία δόση, αυτός θα πάρει τη δόση, γιατί εκείνη την ώρα το μόνο που σκέφτεται είναι να κυλήσει το φαρμάκι μέσα του. Δεν θα σκεφτεί καν ότι με τα περισσότερα λεφτά θα πάρει περισσότερες δόσεις, όχι, τόσο «καμένος» είναι. Θα πάρει τη μία και θα ταξιδέψει ο μαλ… Και σιγά σιγά θα θες παραπάνω, μεγαλύτερες δόσεις και πιο πολλές μέσα στη μέρα, σιγά σιγά δεν θα σου είναι αρκετή.

Τι θες να σου πω; Για τις συνέπειες; Αν δεν πεθάνεις, θα είσαι πρεζάκιας, δεν ξέρω τι είναι χειρότερο, γιατί μία φορά υγεία δεν έχεις και ούτε φυσιολογικός άνθρωπος είσαι. Γίνεσαι ένας μαλ… 20 κιλά που δεν μπορείς καν να περπατήσεις, μόνιμα είσαι μέσα στη βρομιά, γιατί δεν σε νοιάζει καν να ασχοληθείς με τον εαυτό σου, ακόμα και τα μέσα να έχεις. Μπορεί να κολλήσεις τόσες αρρώστιες και να πεθάνεις γενικά ανά πάσα στιγμή από overdose, από σκάρτο πράμα ή από διαφορές με εμπόρους ή άλλους πρεζάκηδες που σε καθαρίζουν για πλάκα. Εξάλλου ένα πρεζάκι είσαι μόνο. Εγώ αρρώστιες δεν κόλλησα πάλι καλά. Πάλι καλά που όσο μαλ… και να ήμουν και όσο και να ‘χα το μυαλό μου μόνο στην πρέζα δεν χρησιμοποιούσα σύριγγες άλλων, δεν το έκανα ποτέ και άλλαζα κιόλας σύριγγες. Μπορείς να πεις ότι ήμουν μυαλωμένος πρεζάκιας (γελάει).

Πήγα όμως και γύρισα τρεις φορές. Τρεις φορές έπεσα σε κωματώδη κατάσταση και πραγματικά γλύτωσα την τελευταία στιγμή, αφού με μετέφεραν στο νοσοκομείο.Τις δύο φορές μάλιστα με μετέφεραν αστυνομικοί που με βρήκαν σχεδόν πεθαμένο στο πεζοδρόμιο, ενώ την τρίτη φορά κλείστηκα στην τουαλέτα ενός τρένου και με πήραν χαμπάρι όταν σταμάτησε στην [αναφορά στην περιοχή] και με πήγαν πάλι στο νοσοκομείο. Στην [αναφορά στην περιοχή] θυμάμαι μάλιστα είχα συγγενείς και πολύ κοντινούς μάλιστα. Παρ’ όλα αυτά δεν ήρθε κανείς να με μαζέψει ή να έρθει απλά στο νοσοκομείο να δει αν πέθανα ή όχι.

Κανείς από τους συγγενείς δεν με ήθελε, νόμιζαν ότι θα τους κάνω κακό, θα τους κλέψω, θα τους κολλήσω αρρώστιες και γενικά όλα αυτά που νομίζει ο κόσμος για τους χρήστες. Μόνο λίγοι συγγενείς με αντιμετώπιζαν με αγάπη, ένιωθα ότι δεν ντρεπόταν για μένα και δεν με φοβούνταν, με έβαζαν σπίτι τους και δεν έκρυβαν κάθε πράγμα, όπως άλλοι, για να μην τα κλέψω, με αγκάλιαζαν και με φιλούσαν και μου είχα σταθεί πολλές φορές που είχα βρεθεί σε απόγνωση και δεν είχα κανέναν να με στηρίξει, ούτε τους δικούς μου τους γονείς. Μία τέτοια οικογένεια ήταν αυτή του [αναφορά σε συγγενικό πρόσωπο], που παρά το γεγονός μάλιστα ότι ζούσαν σε επαρχία, αντιδρούσαν κάθε φορά που πήγαινα εκεί όπως σας είπα και μου άνοιγαν το σπίτι τους, όπως έκαναν και για τους άλλους συγγενείς, δεν με αντιμετώπιζαν διαφορετικά. Αυτός ο [αναφορά σε συγγενικό πρόσωπο], όταν συνέβη αυτό [αναφορά σε μέρος] κι έμαθε τι έγινε ήταν ο μόνος που έτρεξε να με δει. Ήρθε στο νοσοκομείο, ρώτησε τους γιατρούς για την κατάστασή μου, έμεινε μαζί μου και μετά με πήρε και με πήγε στο σπίτι του, στο σπίτι που έμενε με την κοπέλα του που δεν την ήξερα καν. Το έκανε αυτό χωρίς να σκεφτεί τι θα πει αυτή, πώς θα αντιδράσει, να ντραπεί για μένα κ.λπ..

Ένας πρεζάκιας ήμουν. Έμεινα εκεί μία μέρα, με φρόντισε, μου έπαιρνε συνέχεια να φάω και την επόμενη μέρα μου αγόρασε το εισιτήριο της επιστροφής, μιας που εγώ δεν είχα ούτε δέκα λεπτά πάνω μου, μου πήρε πάλι κάτι να φάω και να πιώ και έβγαλε και μου έδωσε πενήντα ευρώ. Το θυμάμαι σαν τώρα […]. Στην αρχή δεν τα δέχτηκα, ήξερα ότι τα βγάζει δύσκολα πέρα, επέμενε όμως να τα πάρω και έτσι έκανα. Άλλωστε δεν είχα στον ήλιο μοίρα. Μου είπε να προσέχω και ότι δεν ήθελε να βρεθώ ξανά σε αυτή τη φάση. Του είπα ότι θα έκανα προσπάθεια τώρα που θα γυρνούσα να ξεκόψω και απλά όταν γύρισα [αναφορά σε περιοχή] το πενηντάρικο που μου είχε δώσει καταλαβαίνεις που το ξόδεψα όλο. Όταν είσαι στην πρέζα χάνεις τους πάντες, κανείς δεν σε θέλει, ούτε και οι πιο στενοί συγγενείς, μπορεί ούτε και οι γονείς σου, δεν έχεις στην ουσία φίλους, δεν έχεις τίποτα. Κανείς δεν θέλει να συναναστραφεί μαζί σου, όλοι σε φοβούνται, νομίζουν ότι ή θα τους κλέψεις ή θα τους κάνεις κακό ή θα τους κολλήσεις τίποτα και η αλήθεια είναι πως δεν έχουν και πάντα άδικο. Οι φίλοι σου είναι μόνο πρεζάκηδες και αυτοί στην ουσία δεν είναι φίλοι. Θέλω να πω κάτι όμως και μπορεί να σου ακουστεί λίγο οξύμωρο. Μέσα από αυτή τη φάση της ζωής μου κατάφερα να δω ποιοι είναι αυτοί που πραγματικά αξίζουν, ποιοι με αγαπάνε πραγματικά και ποιοι νοιάζονται για μένα και ήταν αυτοί που δεν με εγκατέλειψαν ακόμα και όταν ήμουν σε αυτή την κατάσταση.

  • Να σε ρωτήσω κάτι. Ήσουν χρόνια χρήστης, όπως είπες, λεφτά για τη δόση σου που έβρισκες, αφού δεν δούλευες; Ισχύει αυτό που πιστεύει όλος ο κόσμος ότι ένα εξαρτημένο άτομο θα κάνει τα πάντα για να πάρει την δόση του και ότι θα προβεί εύκολα σε κλοπές ή σε άλλες τέτοιες πράξεις;

Αν ισχύει λέει… Εννοείται ότι ισχύει! Όπως σου είπα, ο πρεζάκιας, ο χρήστης, όπως θες πες τον, το μόνο πράγμα που σκέφτεται είναι η δόση του, τρελαίνεται άμα δεν την πάρει και ναι, είναι ικανός να κάνει πραγματικά τα πάντα για να την πάρει. Και όταν λέω τα πάντα, εννοώ τα πάντα. Ναι, και εγώ είχα κάνει μικροκλοπές, το παραδέχομαι, δεν είχα κάνει τραβηγμένα πράγματα βέβαια. Βλέπεις ο πατέρας μου μπορεί να αντιδρούσε όπως αντιδρούσε αλλά συνήθως μου έδινε κάποια λεφτά, προφανώς για να μην μπλέξω αλλού για να πάρω τη δόση μου. Κάποιες φορές βέβαια δεν μου έδινε τίποτα και δεν με άφηνε καν να γυρίσω σπίτι, τότε ναι, έκανα κάποιες μικροκλοπές. Άσε που ό,τι είχα και δεν είχα το είχα πουλήσει, όπως και πολλά πράγματα από το σπίτι. Επίσης, άλλες φορές, όταν έφευγε ο πατέρας μου, φοβέριζα τη μάνα μου και μου έδινε ό,τι λεφτά είχε. Ο πρεζάκιας θα κάνει τα πάντα, να ξέρεις, για να πάρει τη δόση του και θα βρει τον τρόπο, είναι πολυμήχανος. Θυμάμαι άλλοι, που δεν είχαν και τελείως κανέναν, έκλεβαν κάθε μέρα, μέχρι και ληστείες έκαναν, τους είχαν πιάσει και πολλές φορές αλλά σιγά το πράγμα. Ο πρεζάκιας το μόνο που φοβάται όταν τον πιάνουν είναι το πόσο θα κάτσει μέσα και δεν θα μπορεί να πιεί, αυτό τον τρελαίνει. Οι κοπέλες θυμάμαι γινόντουσαν πόρνες και κάποιοι τις εκμεταλλευόταν πραγματικά για ψίχουλα. Το ίδιο να ξέρεις συνέβαινε και με άντρες χρήστες από κάποιους άλλους που είχαν αυτά τα γούστα. Δεν θα σου πω αναλυτικά τι κάνει κάποιος για να πάρει τη δόση του, γιατί θα μιλάμε μέχρι αύριο. Γενικά μπορεί να κάνει οτιδήποτε μπορείς να φανταστείς για να βρει λεφτά και να πάρει τη δόση του.

Ας μιλήσουμε καλύτερα για την απεξάρτηση, ένα πολύ δύσκολο κομμάτι που οι περισσότεροι το θεωρούν ακατόρθωτο, όπως το θεωρούσα και εγώ. Εγώ προσπάθησα πάρα πολλές φορές να απεξαρτηθώ, πήγα σε πολλά προγράμματα, έκανα προσπάθεια μόνος μου, αλλά πάντα μετά από ένα διάστημα ξανακυλούσα. Αυτό είναι και το δυσκολότερο, να μην ξανακυλήσεις. Είσαι πολύ ευάλωτος όταν βγεις από αυτά τα πράγματα, δεν είσαι καλά ούτε σωματικά αλλά ειδικά ψυχικά είσαι διαλυμένος, «τρως φρίκες», πέφτεις σε κατάθλιψη, θες να αυτοκτονήσεις, το μυαλό σου τρελαίνεται και κάνει παιχνίδια και η σκέψη σου πάντα γυρίζει εκεί, στη χρήση. Γενικά είσαι πολύ ευάλωτος, δεν μπορείς να σταθείς στα πόδια σου και να πάρεις τη ζωή στα χέρια σου μετά από αυτό, απογοητεύεσαι εύκολα από το κάθε τι και με την πρώτη δυσκολία θες να βρεις ξανά τη λύση και τη διέξοδο σε αυτό το πράγμα που έχεις μάθει, σε αυτό που μπορεί να σε λυτρώσει παροδικά.

Εμένα, όπως σου είπα, πολλές φορές με κλείδωνε στο σπίτι ο πατέρας μου για να μη βγω και πάρω τη δόση μου και απεξαρτηθώ έτσι. Νόμιζε ότι ήταν τόσο εύκολο. Όταν το έκανε αυτό και με πιάνανε τα στερητικά μου γινόμουν αγρίμι, έσπαγα όλο το σπίτι, ούρλιαζα, τους χτυπούσα, μέχρι που κατάφερνα και έβγαινα και έπαιρνα τη δόση μου. Ο πατέρας μου μπορεί να ήταν ότι ήταν και ναι πιστεύω ότι έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης γι’ αυτή μου την κατάληξη οι γονείς μου, αλλά ήταν πολλές φορές που στενοχωριόμουν γι’ αυτούς και έλεγα πως δεν τους αξίζει όλη αυτή η κατάσταση. Δεν αξίζει σε κανέναν γονιό να βλέπει το παιδί του σε αυτή την κατάσταση και να υπάρχει στο σπίτι γενικά αυτή η κατάσταση. Θυμάμαι τον πατέρα μου πολλές φορές να έχει πάει αυτός να μου πάρει τη δόση μου για να με προστατέψει και να μη βγω έξω στη βρομιά, όπως έλεγε και μπλέξω και αλλού ή κολλήσω τίποτα. Ήταν μαλ… αλλά έπεσε στα σκ… μαζί μου. Άλλες φορές βέβαια αγανακτούσε και με κλείδωνε, όπως είπα και πριν, έξω από το σπίτι. Έχω περάσει και πάρα πολλές μέρες στον δρόμο, χωρίς να έχω γυρίσει καθόλου σπίτι. Τις πρώτες μέρες κανείς δεν με έψαχνε, μετά από κάποιες μέρες όμως ο πατέρας μου έβγαινε σε αυτά τα παλιομέρη που σύχναζα και με αναζητούσε. Σαν πατέρας, όπως είναι λογικό, όπως και να είχα γίνει και όποια και να ήταν η σχέση μας φοβόταν και νοιαζόταν για μένα. Για να συνεχίσω, πολλές φορές κατάφερα να σταματήσω να παίρνω ναρκωτικά, κάποιες φορές μάλιστα και με απλό κλείδωμα στο σπίτι. Κατάφερνα, δηλαδή, και ξεπερνούσα τα στερητικά μου, έλα όμως που δεν ήταν τόσο απλό όλο αυτό και πάντα ξαναέπεφτα. Εκεί είναι όλη η μαγκιά να ξέρεις.

  • Εκείνο το διάστημα, που ήσουν εξαρτημένος δηλαδή, ήθελες να απεξαρτηθείς και δεν μπορούσες ή σου άρεσε η χρήση και δεν ήθελες να βγεις από όλο αυτό; Εξήγησέ το μας λίγο αυτό αν μπορείς.

Θα σου πω… Τον πρώτο καιρό που αρχίζεις και κάνεις συστηματική χρήση και που ξεκινάει η εξάρτηση είσαι σχετικά καλά και αυτό μπορεί να είναι και ένα διάστημα που ξεπερνάει και τον χρόνο πολλές φορές, αναλόγως την εξάρτηση. Και τι θέλω να πω με αυτό. Το πρώτο διάστημα νιώθεις ωραία με τη χρήση και είσαι και σχετικά λειτουργικό άτομο, μπορείς να δουλέψεις για παράδειγμα κάπου, μπορείς να συναναστραφείς με άλλα άτομα και σε κάποιες φορές μάλιστα και ευκολότερα από πριν αρχίσεις να κάνεις χρήση, λίγοι θα το πάρουν χαμπάρι, μπορεί να έχεις μία κοπέλα, να έχεις όρεξη να βγαίνεις για καφέ ποτό ή βόλτα και γενικά μπορείς να κάνεις σχεδόν τα πάντα.

Μετά από κάποιο διάστημα όμως ξεκινά η κατάσταση που σου περιέγραψα παραπάνω, όλα περιστρέφονται αποκλειστικά γύρω από την πρέζα και τίποτα άλλο. Πέρα από αυτό αποξενώνεσαι από όλους, είναι γενικά ότι σου περιέγραψα παραπάνω, μία χάλια κατάσταση. Εσύ, ναι, το αντιλαμβάνεσαι όλο αυτό, ξέρεις ότι είσαι βρόμικος, κοιμάσαι στον δρόμο, ξεβράκωτος πολλές φορές, ξέρεις ότι όλοι σε κοιτάνε περίεργα, πονάς, κρυώνεις, κάνεις εμετούς, κοιμάσαι και ξυπνάς κάπου που δεν ξέρεις πως πήγες, δεν θυμάσαι τίποτα, κάνεις κακά πράγματα και σου κάνουν κακά πράγματα… νομίζεις αρέσει σε κανέναν αυτό; Σιγά σιγά ναι, μπορεί να πεις ή να σκεφτείς ότι όλο αυτό πρέπει να σταματήσει και να αρχίσεις να ζεις και εσύ σαν φυσιολογικός άνθρωπός. Άλλοι μπορεί να οδηγηθούν σε αυτή τη σκέψη και μέσα από κάποιο περιστατικό που τους συνέβη, ότι πήγαν για παράδειγμα να πεθάνουν, ότι τους εγκαταλείπουν όλοι και δεν θέλουν να τους δουν ούτε οι γονείς ή τα αδέρφια τους και πολλά άλλα τέτοια. Ζηλεύεις ανθρώπους που περνάνε απλά από μπροστά σου και κάνουν απλά πράγματα που εσύ δεν μπορείς να κάνεις, που είναι φυσιολογικοί. Το θέμα είναι ότι αυτό δεν το σταματάς τόσο απλά. Θες όμως να το σταματήσεις, ναι…το θες, θες να βγεις από αυτόν τον ξεπεσμό, απλά… δεν μπορείς τόσο εύκολα, όλα πλέον σε αυτό σε γυρίζουν και σωματικά αλλά και ψυχικά. Μπορεί να ξεπεράσεις τα σωματικά, αλλά το μυαλό σου συνέχεια εκεί θα σε οδηγεί, μόνο αυτό θα σκέφτεται. Και να ξέρεις κάτι που δεν θα στο πουν πολλοί. Αυτή η σκέψη δεν περνάει ποτέ, όσα χρόνια και να είσαι απεξαρτημένος… πάντα θα σκέφτεσαι τη χρήση, πάντα θα σκέφτεσαι την πρέζα, πώς χαλάρωνες και πως ένιωθες και πως τα ξέχναγες όλα και ζούσες στον δικό σου κόσμο. Και αυτό θα γίνεται πιο εύκολα όταν βιώνεις μία δύσκολη κατάσταση και εκεί θα φανεί πόσο δυνατός είσαι. Πάντως να ξέρεις, η απεξάρτηση δεν είναι «το έκανα και τέλος, είμαι καθαρός έναν μήνα, δύο, έναν χρόνο και άρα δεν θα ξαναπάρω», η απεξάρτηση είναι μία μάχη καθημερινή που την κάνεις πλέον για όλη σου τη ζωή.

Εγώ προσπάθησα πολλές φορές να απεξαρτηθώ. Πέρα από αυτά που έκανα μόνος μου, όπως σου είπα, πήγα και σε διάφορα προγράμματα […]. Άλλες φορές τα παρατούσα αμέσως και άλλες, λαμβάνοντας και κατάλληλη αγωγή, είχα μείνει αρκετό καιρό εκτός και τελικά ξαναέπεφτα. Πήγα μάλιστα μέχρι και στο εξωτερικό, με έστειλε ο πατέρας μου, επειδή αυτά τα προγράμματα λέγαν πως είναι πιο αποτελεσματικά. [Αναφορά σε χώρα] πήγα συγκεκριμένα σε ένα πρόγραμμα που λέγαν ότι ήταν το καλύτερο και για το οποίο βέβαια έδινες αρκετά χρήματα. Δεν ήμουν αποφασισμένος όμως και τον πρώτο μήνα το έσκασα και άρχισα να γυρίζω στους δρόμους μίας πόλης που δεν ήξερα και που ούτε και τη γλώσσα ήξερα, και παρ’ όλα αυτά βρήκα και πήρα πρέζα. Ε, όπως ήταν λογικό με βρήκαν και με έστειλαν πίσω στην Ελλάδα. Το μεγαλύτερο διάστημα έπειτα που έκατσα εκτός ήταν περίπου ενάμιση χρόνος. Ήμουν ξανά σε ένα πρόγραμμα […] και το προσπαθούσα όταν γνωρίστηκα με μία κοπέλα, η οποία ήταν και αυτή πρώην χρήστρια και κάναμε σχέση.

Στην αρχή όλα ήταν καλά και εγώ δέθηκα αρκετά πάνω της, ήταν το στήριγμά μου, αφού ένιωθα πλέον κενό και με την κοπέλα αυτή άρχισε να έχει νόημα η ζωή μου. Με καταλάβαινε, ένιωθα πως ήξερε τι περνάω και πλέον άρχισα να νιώθω πως ήμουν ένας φυσιολογικός άνθρωπος και πως μπορώ να το σταματήσω όλο αυτό. Θα σου πω κάτι…ο πρεζάκιας, όταν προσπαθεί να απεξαρτηθεί, είναι λες και παλεύει μέσα σε μία τρικυμία, κολυμπάει, κολυμπάει χωρίς να ξέρει τι γίνεται, είναι όλα θολά για αυτόν, κολυμπάει και απλά θέλει να σωθεί. Μπορεί να μην τα καταφέρει και τελικά να πνιγεί και να ξαναπέσει στην πρέζα, μπορεί όμως και να βρει έναν βράχο και να πιαστεί και να καταφέρει, αφού ανεβεί και κρατηθεί από αυτόν, να σωθεί. Χρειάζεται ένα στήριγμα ο πρεζάκιας στην προσπάθειά του αυτή τις περισσότερες φορές. Για να συνεχίσω, λοιπόν… όλα στην αρχή πήγαιναν καλά. Όταν είπα στους γονείς μου ότι έχω μία κοπέλα, χαρήκαν απίστευτα, «άντε ρε παιδί μου, μπράβο», μου έλεγαν, «πάρε τη ζωή στα χέρια σου» και άλλα τέτοια.

Όταν όμως τους είπα ότι ήταν και αυτή πρώην χρήστρια άρχισαν και πάλι τη γκρίνια… «και τι τη θες αυτή;», «να βρεις μία φυσιολογική κοπέλα», «αυτή θα σε ρίξει πάλι σε αυτά», κ.λπ. Δηλαδή τι περίμεναν να βρω; Ποια θα με κοιτούσε εμένα τότε; Και έλεγαν έτσι για την κοπέλα, τον γιο τους δεν τον κοιτούσαν όμως, ούτε σκέφτονταν τι θα πουν οι γονείς της άλλης κοπέλας για μένα. Μη στα πολυλογώ προχώρησα με αυτή την κοπέλα, μείναμε μαζί και αρραβωνιαστήκαμε. Βέβαια οι γονείς μου δημιουργούσαν προβλήματα, αλλά δεν με ένοιαζε. Μέχρι που ξαφνικά η κοπέλα έμεινε έγκυος. Χαρά εμείς, χαρά οι γονείς μου, χαρά και οι δικοί της γονείς. Και όλα πήγαιναν καλά… Έλα όμως που προέκυψε μία επιπλοκή και η κοπέλα απέβαλε. Τότε θυμάμαι όλοι στράφηκαν εναντίον μου, μέχρι και η ίδια η κοπέλα που νόμιζα πως με αγαπούσε, «ε πρεζάκιας δεν ήσουν, είσαι άρρωστος, δεν μπορείς να κάνεις παιδιά, δεν έχεις δυνατό σπέρμα πια» και άλλες τέτοιες ανοησίες. Τόσος κόσμος προσπαθεί καθημερινά να κάνει παιδιά και δεν μπορεί, δεν έφταιγε η χρήση για αυτό. Οι δικοί μου από την άλλη κατηγορούσαν την κοπέλα για τον ίδιο λόγο και πάει λέγοντας. Εγώ όμως δεν μπόρεσα να ανεχτώ τα λόγια και τη συμπεριφορά της κοπέλας που νόμιζα ότι με αγαπούσε και έφυγα. Ε, αυτό ήταν… Μετά από όλο αυτό το μόνο πράγμα που σκέφτηκα ήταν η πρέζα και παρά το γεγονός ότι ήμουν τόσο καιρό έξω ξαναέπεσα. Αυτήν τη φορά ήταν πραγματικός ξεπεσμός θυμάμαι, έπινα δίχως αύριο και δεν με ένοιαζε τίποτα, είχα απογοητευτεί τελείως από τη ζωή και δεν με ένοιαζε μέχρι και να πεθάνω, έλεγα και τι κατάλαβα που ξέκοψα.

Σιγά σιγά συνειδητοποίησα όμως ότι δεν άξιζε όλο αυτό και θυμόμουν πόσο ωραία ένιωθα πριν που είχα μία φυσιολογική ζωή και που μπορούσα να κάνω απλά πράγματα και έκανα ξανά την προσπάθειά μου. Ήμουν πάλι αρκετούς μήνες καθαρός, βρήκα μία δουλειά για λίγες ώρες, έβγαινα για καφέ με κάτι φίλους και με τα ξαδέρφια μου και το πάλευα όσο μπορούσα μέσα στο μυαλό μου να μην ξαναπέσω στα σκ.. και τελικά τα κατάφερα. Θα μου πεις τώρα ο βράχος που μας έλεγες πριν δεν ήρθε; Ναι, ήρθε… Γνώρισα πάλι μία κοπέλα, με την οποία μάλιστα είμαι ακόμα μαζί και από τότε συζούμε και της χρωστάω όλη μου τη ζωή. Η αλήθεια είναι ότι ήμουν πολύ αποφασισμένος, αλλά δεν ξέρω με σιγουριά να σου πω αν θα κατάφερνα να μην ξαναπάρω. Με αυτήν όμως το κατάφερα. Ήξερε για μένα και μου είχε ξεκαθαρίσει τη θέση της πως εάν ξαναπάρω έστω και μία φορά θα έφευγε και το ήξερα πως θα το έκανε.

Άρχισα όμως και εγώ να νιώθω ωραία και δεν με ένοιαζε πια μόνο η πρέζα, είχα έναν άνθρωπο να συνεννοούμαι, να περνάω ωραία και να με αγαπάει. Η κοπέλα αυτή δεν είχε σχέση με τα ναρκωτικά και αυτό μου άρεσε και μένα περισσότερο. Ήταν μία κοπέλα που δεν είχε σχέση με αυτά και παρ’ όλα αυτά με καταλάβαινε και δεν με κατέκρινε, με αποδέχτηκε και με αγαπούσε, πράγμα που δεν είχαν κάνει μέχρι και οι δικοί μου άνθρωποι. Οι γονείς μου ούτε αυτή την κοπέλα την ήθελαν. Αυτήν τη φορά, γιατί αυτή ήταν χωρισμένη με παιδί. Όλα τους πείραζαν. Έμενα και πάλι δεν με ένοιαζε, έφυγα και μείναμε μαζί, όπου από ένα σημείο και πέρα δεν μιλούσα καν με τους γονείς μου, καθώς την είχαν προσβάλλει πολλές φορές και εγώ δεν μπορούσα να το ανεχτώ όλο αυτό. Από τότε είχα χρόνια που δεν μιλούσα με τους γονείς μου, ούτε στις γιορτές στο τηλέφωνο, μέχρι πρόσφατα που με πήρε ο πατέρας μου και μου ζήτησε βοήθεια για ένα πρόβλημα […] που αντιμετώπιζε η μάνα μου και πήγα και τον βρήκα. Αλλά μη φανταστείς τυπικές σχέσεις έχουμε από τότε.

Για να γυρίσω στο θέμα μας όμως, από τότε είμαι καθαρός και τώρα που μιλάμε συμπληρώνω κάπου στα δέκα χρόνια, ενώ έχω τη δουλειά μου και κάνω ό,τι κάνει γενικά ο κάθε άνθρωπος. Πολλές φορές δυσκολεύτηκα βέβαια και ακόμα δυσκολεύομαι και κάποιες φορές, δεν θα στο κρύψω, ότι σκεφτόμουν να ξαναπάρω. Δεν το έκανα όμως, δεν το ήθελα αυτό. Ήξερα ότι η […] θα με εγκαταλείψει, αλλά και πέρα από αυτό δεν το ήθελα κι εγώ για μένα,δεν ήθελα να ξανακαταλήξω έτσι, μου άρεσε η ζωή, πριν δεν ζούσα και μετανιώνω για αυτά τα χρόνια που άφησα και πήγαν χαμένα.

Συνοψίζοντας, τα συναισθήματα που μας δημιουργεί και αυτή η εξιστόρηση μίας πονεμένης «ζωής» (δεν ξέρω, ειλικρινά, πώς αλλιώς να την χαρακτηρίσω, γιατί αυτοί οι άνθρωποι πονάνε στο κορμί και στην ψυχή, ως απόρροια της εξάρτησης) ενός νέου ανθρώπου είναι, αναμφίβολα, πολύ δυνατά. Είναι όμως η πολύ σκληρή πραγματικότητα συνανθρώπων μας που χάνουν με τρόπο βίαιο ελπίδες και όνειρα, όσο το “φαρμάκι” κυλάει μέσα τους.  Παιδιά και έφηβοι που ξεκινούν να παίρνουν ουσίες θεωρώντας ότι η χρήση είναι «μαγκιά», καταλήγουν κουρέλια στους δρόμους, να μην μπορούν καν να σταθούν στα πόδια τους, πόσο μάλλον να κάνουν τα απλά και όμορφα πράγματα της καθημερινότητας, να πιούν έναν καφέ με τους φίλους τους, να έχουν μία σχέση, να είναι παραγωγικοί και δημιουργικοί.

Ωστόσο,  σε αυτές τις τρυφερές και ευαίσθητες ηλικίες στις οποίες κατά κανόνα ξεκινούν τη χρήση, είναι σαφές ότι αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος του προβλήματος και την πολυπλοκότητά του. Επίσης, «το τι θα πει η παρέα» είναι για τους έφηβους πολύ πιο σημαντικό και αυτή είναι μία ακόμα καίρια πτυχή του θέματος που πρέπει να μας απασχολήσει και να την αντιμετωπίσουμε. Είναι επομένως απαραίτητο να υπάρξει μία ολοκληρωμένη προσέγγιση του θέματος, με έμφαση στην πρόληψη, από το Δημοτικό ακόμα, με τέσσερεις βασικούς στόχους: πρώτον, με την κατάλληλη για αυτές τις ηλικίες ενημέρωση, δεύτερον, με projects και άλλες σχετικές δράσεις ώστε να αντιληφθούν τη σοβαρότητα του προβλήματος από πολύ μικρές ηλικίες, τρίτον, με το να δίνονται από την εκπαιδευτική κοινότητα και τους γονείς ισχυρά κίνητρα σε κάθε μαθήτρια και σε κάθε μαθητή να γνωρίσει τις θετικές πλευρές του εαυτού του και να στραφεί νωρίς σε άλλους δρόμους, όπως τον αθλητισμό, την τέχνη και οτιδήποτε δίνει έμπνευση για ζωή και δημιουργική δράση και τέταρτον, με το να εστιάσει η Πολιτεία στο πλαίσιο της αντεγκληματικής της πολιτικής στις δυσλειτουργίες μέσα στις οικογένειες που σχετίζονται άμεσα με την πορεία που ακολουθεί ο έφηβος, την εγκατάλειψη των σχολικών σπουδών, χρήση ουσιών και εμπλοκή με ποινικό νόμο.

Ότι τα ναρκωτικά είναι ένας εφιαλτικός δρόμος, πολλές φορές χωρίς επιστροφή, πρέπει να γίνει αντιληπτό από πολύ νωρίς και οι βιοαφηγήσεις ανθρώπων που βρέθηκαν «εγκλωβισμένοι» στον κόσμο των εξαρτήσεων, όσο σκληρές κι αν είναι, αποτυπώνουν την πραγματικότητα που πρέπει να ειπωθεί στα παιδιά μας.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts