Παιδεραστία στην Ελλάδα: Οι περιπτώσεις των καταστημάτων κράτησης Τρίπολης και Γρεβενών

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Μια πρωτότυπη και με μεγάλη επιστημονική χρησιμότητα έρευνα διεξήχθη πρόσφατα από την Κοινωνιολόγο-Εγκληματολόγο Παντείου Πανεπιστημίου, κ.Παυλίνα Μωραΐτη, με τίτλο «Το φαινόμενο της παιδεραστίας στην Ελλάδα. Οι περιπτώσεις των καταστημάτων κράτησης Τρίπολης και Γρεβενών».[1] Η έρευνα έλαβε χώρα στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Εγκληματολογία» του Παντείου Πανεπιστημίου και αποτέλεσε μέρος της διπλωματικής εργασίας της ερευνήτριας, υπό την επίβλεψη του Ομότιμου Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ.Αντώνη Μαγγανά.

Η συγκεκριμένη έρευνα παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί το αντικείμενο της είναι πολύ σοβαρό, ιδιαίτερο, και απασχολεί εντόνως όλες τις κοινωνίες. Σημαντικό, επίσης, να αναφέρουμε ότι όσον αφορά τη χώρα μας δεν έχει προηγηθεί μια παρόμοια ερευνητική προσέγγιση του θέματος, επομένως η συγκεκριμένη έχει πρωτοτυπία και πρέπει να αποτελέσει σημείο αναφοράς για μελλοντικούς ερευνητές. Τέλος, μια παράμετρο που αξίζει να αναδείξουμε είναι η αναγκαιότητα να λαμβάνονται υπ’ όψιν από τους επίσημους φορείς τα ερευνητικά πορίσματα μελετών -που έχουν ασφαλώς διεξαχθεί με μεθοδικότητα και επιστημονική συνέπεια- και διερευνούν τόσο σοβαρά ζητήματα εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, ώστε να προκύπτει ένα ευρύτερο όφελος για τις κοινωνίες και τα μέλη αυτών.

Ακολούθως παρουσιάζονται τα βασικά ερευνητικά πορίσματα, στα οποία κατέληξε η ερευνήτρια κατόπιν της ποιοτικής ανάλυσης των ερωτηματολογίων της:

  • Πρώτον, οι δράστες δεν παραδέχονται εύκολα την εγκληματική τους πράξη, ενώ ορισμένοι αρνούνται εντελώς ότι έχουν διαπράξει το συγκεκριμένο έγκλημα ή χρησιμοποιούν «τεχνικές εξουδετέρωσης» για να ελαφρύνουν αυτό που θεωρούν ότι τους αποδίδεται και για το οποίο έχουν εν τέλει καταδικαστεί.
  • Δεύτερον, οι δράστες στις περισσότερες περιπτώσεις, πριν από τη διάπραξη του εγκλήματος, βρίσκονταν στον οικείο χώρο του παιδιού – θύματος, είτε με συγγενική μορφή, είτε με συμβουλευτική μορφή (δάσκαλος, προπονητής κ.ά.), είτε απλώς με τη μορφή ενός οικογενειακού φίλου. Επομένως το παιδί-θύμα, στις περιπτώσεις που διερευνήθηκαν, δεν ήταν ποτέ εντελώς άγνωστο για τον δράστη και ο ίδιος κατάφερνε να το προσεγγίσει ευκολότερα, καθώς βρισκόταν κοντά του, σε έναν οικείο μάλιστα χώρο του. Όταν ο δράστης θεωρούσε πως οι ευκαιρίες διάπραξης του εγκλήματος ήταν κατάλληλες, τότε προέβαινε στις εγκληματικές του ενέργειες.
  • Τρίτον, στις περισσότερες περιπτώσεις οι δράστες ισχυρίστηκαν πως ανατράφηκαν σε ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον και ότι ουδέποτε έπεσαν οι ίδιοι θύματα σεξουαλικής κακοποίησης: «Πάρα πολύ καλές σχέσεις με τους γονείς, ένα ήσυχο και ήρεμο περιβάλλον χωρίς εντάσεις. Ήρεμη παιδική ζωή, δεν υπήρξε κακοποίηση από το οικογενειακό περιβάλλον, εκτός από το ότι ήμουν αριστερόχειρας κι έτρωγα ξύλο για να γράψω με το δεξί», ήταν κάποιες από τις μαρτυρίες που καταγράφηκαν στη διάρκεια της έρευνας.
  • Τέταρτον, μέσα από τα λεγόμενα των ίδιων των δραστών, δεν έγινε ιδιαίτερα αισθητή στις περισσότερες περιπτώσεις, η έννοια της μετάνοιας
    -όχι από θρησκευτικής απόψεως, όπως εξηγεί η ερευνήτρια, αλλά συνειδησιακά και βάσει της δικής τους ενσυναίσθησης και νοηματοδότησης της πράξης τους.

Το κύριο ερευνητικό πόρισμα αναδεικνύει τον σημαίνοντα ρόλο της πρόληψης και συνοψίζεται στα εξής: «προληπτικά, το κράτος οφείλει να μεριμνήσει για αυτά τα άτομα, ώστε να μπορούν να απευθυνθούν σε ειδικούς προς αποφυγή καταστάσεων με υψηλότερη επικινδυνότητα. Τέτοιου είδους προγράμματα παρέχονται στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία και σε βόρεια ευρωπαϊκά κράτη. Μάλιστα στις ΗΠΑ οι παιδόφιλοι, οι οποίοι κατανοούν ότι βιώνουν μια κατάσταση την οποία δεν την επιλέγουν κι έτσι δεν μπορούν ούτε να την ελέγξουν, έχουν δημιουργήσει ένα site με την ονομασία «Virtuous Pedophiles» μέσα από το οποίο ζητούν βοήθεια».

Από τα βασικά ερευνητικά πορίσματα, κρίνω αναγκαίο να σταθώ στο δεύτερο, το οποίο οφείλουμε να αναδείξουμε και δημοσιογραφικά. Ο δράστης, όπως διαπιστώνουμε και από αντίστοιχες υποθέσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, ΔΕΝ είναι άγνωστος του παιδιού-θύματος. Αντίθετα, είναι ένας άνθρωπος που σχετίζεται με το παιδί -είτε ως συγγενής του, είτε ως φίλος της οικογένειας, είτε ακόμα ως δάσκαλός/εκπαιδευτής/προπονητής. Κινείται σε οικείο ή σε οικείους με το παιδί χώρο/χώρους, κατά συνέπεια μπορεί να το προσεγγίσει πολύ εύκολα και να προχωρήσει στις εγκληματικές του πράξεις, αφού το παιδί λόγω της σχέσης του με τον δράστη, τον εμπιστεύεται ή/και τον φοβάται. Αυτό, λοιπόν, που πρέπει να περάσει ως ηχηρό μήνυμα και από τα ΜΜΕ είναι ότι οι γονείς οφείλουμε να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί όσον αφορά τα άτομα στα οποία εμπιστευόμαστε τα παιδιά μας και κυρίως να είμαστε ουσιαστικά δίπλα στα παιδιά, προκειμένου να αντιληφθούμε έγκαιρα τους προβληματισμούς τους ή οποιανδήποτε αλλαγή στη συμπεριφορά τους.

Θα τόνιζα, επίσης, ότι το πρώτο και το τελευταίο συμπέρασμα καταδεικνύουν κάτι εξίσου σοβαρό: την αδυναμία του δράστη να ελέγξει την κατάστασή του, καθώς νοηματοδοτεί τελείως διαφορετικά από εμάς την εγκληματική του πράξη -δεν την παραδέχεται, την αρνείται ή χρησιμοποιεί «τεχνικές εξουδετέρωσης» για να ελαφρύνει τη βαρύτητα του εγκλήματός του. Επομένως, απαιτείται πολύ μεγάλη προσοχή από τους γονείς, αλλά και όπως ορθώς προτείνει η ερευνήτρια μέριμνα από το κράτος για τη δημιουργία προγραμμάτων που θα παρέχουν βοήθεια σε αυτούς τους ανθρώπους να ελέγξουν την κατάστασή τους.

Παυλίνα Μωραΐτη, Κοινωνιολόγος-Εγκληματολόγος Παντείου Πανεπιστημίου.

 

Συνοψίζοντας, η έρευνα της Παυλίνας Μωραΐτη μας δίνει το έναυσμα για προβληματισμό που αξίζει να αναδειχθεί από τα ΜΜΕ, διότι το θέμα είναι πολύ σοβαρό και δεν πρέπει να μας απασχολεί μόνον όταν έρθει στο φως της δημοσιότητας ένα ανάλογο ειδεχθές έγκλημα.

Ακολουθεί συνέντευξη με την ερευνήτρια…

 

 

  • Κυρία Μωραΐτη, ποιος είναι ο τίτλος της έρευνάς σας, η ερευνητική μέθοδος που εφαρμόσατε, το δείγμα σας και ο χρόνος διάρκειας της; 

Ο τίτλος της έρευνας είναι «Το φαινόμενο της παιδεραστίας στην Ελλάδα. Οι περιπτώσεις των καταστημάτων κράτησης Τρίπολης και Γρεβενών». Η μέθοδος που ακολουθήσαμε είναι οι ημιδομημένες συνεντεύξεις και ύστερα προχωρήσαμε σε  ποιοτική ανάλυση των δεδομένων που συλλέξαμε. Οι περιπτώσεις που μελετήσαμε ήταν 12 από το κατάστημα κράτησης της Τρίπολης και 13 από το κατάστημα κράτησης των Γρεβενών. Τα Υποκείμενα της έρευνας ήταν μόνο οι καταδικασθέντες για το έγκλημα της παιδεραστίας και όχι υπόδικοι. Η διεξαγωγή της  έρευνας ξεκίνησε από τον Φεβρουάριο του 2016 και ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 2017.

  • Για ποια εγκλήματα, βάσει Ποινικού Κώδικα, είχαν καταδικασθεί τελεσίδικα οι συνεντευξιαζόμενοι;

Οι ερωτώμενοι οι οποίοι συμμετείχαν στην έρευνα είχαν καταδικασθεί για πράξεις που ορίζουν οι κάτωθι νόμοι:

337 ΠΚ –Προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας
339 ΠΚ – Αποπλάνηση παιδιών
342 ΠΚ –Κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια
345 ΠΚ –Αιμομιξία
348 ΠΚ-Πορνογραφία ανηλίκων.

Η λέξη παιδεραστία δεν υπάρχει στον Ποινικό Κώδικα, γι’ αυτό το λόγο αναφερόμαστε συγκεκριμένα στα ανωτέρω άρθρα.

  • Γνωρίζετε τον αριθμό των καταδικασθέντων στην Ελλάδα για τα παραπάνω εγκλήματα βάσει ΠΚ και σε ποιες φυλακές βρίσκονται έγκλειστοι;

Οι έγκλειστοι για τα ανωτέρω εγκλήματα το διάστημα που βρισκόμουν εκεί -συμπεριλαμβανομένων και των υπόδικων- ήταν περίπου 100 και στις δύο φυλακές. Οι φυλακές της Τρίπολης και των Γρεβενών, στις οποίες βρίσκονται οι έγκλειστοι, είναι οι μοναδικές στην Ελλάδα στις οποίες κρατούνται σεξουαλικοί εγκληματίες. Συνεπώς, καλύψαμε ένα ικανοποιητικό ποσοστό των εγκληματιών αυτών στην έρευνα, αφενός επειδή δεν κρατούνται σε κάποιο άλλο κατάστημα κράτησης και αφετέρου επειδή επισκεφθήκαμε και τα δύο στα οποία κρατούνται.

  • Ποιο είναι το βασικό ερευνητικό σας πόρισμα, το οποίο κρίνετε αναγκαίο να αναδείξουμε;

Πέρα από άλλα ερευνητικά ευρήματα, όπως το ότι ο εγκληματίας γνωρίζει το παιδί- θύμα πριν από τη διάπραξη του εγκλήματος ή ότι δεν επιβεβαιώνεται πάντα η θεωρία ότι οι δράστες παιδεραστίας έχουν κακοποιηθεί στην παιδική τους ηλικία, επιχειρήσαμε μέσω της έρευνας να αναδείξουμε εναλλακτικές πρακτικές αντεγκληματικής πολιτικής για το συγκεκριμένο έγκλημα. Δεδομένου ότι υπάρχουν υψηλά ποσοστά υποτροπής σύμφωνα με άλλες έρευνες, η ποινή φυλάκισης δεν μοιάζει ικανοποιητική, αλλά σε συνδυασμό με άλλα μέτρα, όπως συνεχή παρακολούθηση μετά την αποφυλάκιση, παράλληλη ψυχολογική υποστήριξη, ενδεχόμενη φαρμακευτική αγωγή, κατάλληλες υποδομές ώστε να μπορούν να απευθυνθούν οι ίδιοι σε ειδικούς, τότε πιθανώς να είχαμε μεγαλύτερη πρόληψη του εγκλήματος και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση.

  • Πώς δομήσατε τις ερωτήσεις σας, ώστε οι συνεντευξιαζόμενοι κρατούμενοι να απαντήσουν σε ερωτήσεις «ευαίσθητου» χαρακτήρα; Σε ποια σημεία δώσατε μεγαλύτερη έμφαση; 

Οι περισσότερες ερωτήσεις ήταν ανοιχτού τύπου, με αποτέλεσμα να δίνεται η δυνατότητα στον ερωτώμενο να απαντήσει με ελεύθερη αφήγηση και να εκφραστεί όπως και αν επιθυμεί. Οι ερωτώμενοι γνώριζαν εξ αρχής το αντικείμενο της έρευνας, για ποιο λόγο βρίσκονται παρόντες και επέλεξαν οι ίδιοι -όσοι ήθελαν- να συμμετέχουν σε αυτήν. Χαρακτηριστικό των καταδικασθέντων αυτού του εγκλήματος είναι ότι θέλουν να μιλήσουν, διότι αισθάνονται αδικημένοι είτε από δικά τους οικογενειακά ή φιλικά πρόσωπα είτε από το σύστημα απονομής ποινικής δικαιοσύνης. Περιγράφοντας την «ιστορία» τους, φτάσαμε λοιπόν και σε πιο λεπτομερείς αναφορές. Συνήθως αναφέρονταν στα γεγονότα για τα οποία έχουν κατηγορηθεί, αλλά δεν έχουν πράξει. Δώσαμε έμφαση σε ερωτήσεις που ώθησαν τους ερωτώμενους να νοηματοδοτήσουν οι ίδιοι την πράξη τους, γεγονός που αποτελεί ένα από τα πολύ ενδιαφέροντα μέρη τη έρευνας.

  • Ποιες ήταν οι δυσκολίες που αντιμετωπίσατε κατά την πραγματοποίηση των συνεντεύξεων και πώς, σε πρακτικό επίπεδο, τις ξεπεράσατε;

Ο ερευνητής οφείλει να είναι όσο πιο αντικειμενικός γίνεται και να μην επηρεάζεται από τις προσωπικές του απόψεις και πεποιθήσεις. Οφείλει να θέτει ερωτήσεις χωρίς αξιακές κρίσεις και να αναλύει τα δεδομένα βάσει των επιστημονικών θεωριών. Ωστόσο, είναι σαφές ότι η έρευνα περιλαμβάνει σε ένα βαθμό και την υποκειμενικότητα του ερευνητή, γεγονός που είναι αδύνατον να αποφευχθεί εντελώς. Γενικότερα, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο ερευνητής είναι πολλές και δεν επαφίενται μόνο στην πραγμάτωση των συνεντεύξεων, αλλά ξεκινούν από πολύ νωρίτερα, όταν ο ερευνητής αποφασίζει να υλοποιήσει μια έρευνα, όπως όταν πρέπει να εγκριθεί η έρευνά του από τους αρμόδιους φορείς, γεγονός που είναι χρονοβόρο ή όπως το κόστος της έρευνας που συνήθως το επωμίζεται ο ίδιος.

  • Ποιος, κατά την άποψή σας, πρέπει να είναι ο ρόλος του Επιβλέποντα Καθηγητή, σε μια έρευνα εγκληματολογικού ενδιαφέροντος; 

Ο ρόλος του Επιβλέποντα Καθηγητή είναι καθοριστικός ακόμα και πριν από τη λήψη της οριστικής απόφασης για την πραγμάτωση της έρευνας. Ειδικότερα, στη δική μου περίπτωση ο κ. Αντώνης Μαγγανάς, Ομότιμος Καθηγητής Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, με ώθησε προς αυτή την κατεύθυνση. Το αντικείμενο της έρευνας είναι ιδιαίτερο και δεν έχει προηγηθεί κάτι παρόμοιο ερευνητικά στην Ελλάδα, γι’ αυτόν το λόγο θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να ξεκινήσω εάν δεν υπήρχε η παρότρυνση από την πλευρά του Καθηγητή μου. Στη συνέχεια, η καθοδήγηση του Καθηγητή κατά τη διεξαγωγή της έρευνας είναι απαραίτητη και οι συμβουλές του πολύ σημαντικές. Ενδεχομένως ο ερευνητής να έρχεσαι αρκετές φορές σε αδιέξοδα και έπειτα από συζήτηση με τον Καθηγητή του να εμφανιστούν μπροστά του πολλά μονοπάτια. Παρόλα αυτά, ο ερευνητής έχει αναμφίβολα μια μοναχική πορεία το διάστημα κατά την υλοποίηση της έρευνας, η οποία μπορεί να είναι επίπονη, αλλά είναι και απαραίτητη ώστε ο ερευνητής να έρθει αντιμέτωπος με το αντικείμενο της έρευνας, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό.

  • Τι αποκομίσατε από την ερευνητική σας εμπειρία και ποια η δική σας προτροπή/καθοδήγηση στους ερευνητές που διεξάγουν έρευνες εγκληματολογικού ενδιαφέροντος; 

Η εμπειρία της έρευνας δεν συγκρίνεται με οποιαδήποτε άλλη εμπειρία. Έρχεσαι σε επαφή με το αντικείμενο της έρευνας, μαθαίνεις να διαχειρίζεσαι δύσκολες καταστάσεις, από την άλλη όμως φτάνεις πιο κοντά στον προσωπικό σου στόχο και αισθάνεσαι πληρότητα. Δεν υπάρχει κάποιου είδους συνταγή που μπορεί να ακολουθήσει κάποιος. Οι αρετές όμως της υπομονής, της επιμονής και της πίστης σε ό, τι έχουμε αναλάβει είναι απαραίτητες για να το φέρουμε εις πέρας. Επίσης, επιβάλλεται συχνή επικοινωνία με τον Επιβλέποντα Καθηγητή, καθώς και μεθοδικές αλλά όχι βιαστικές κινήσεις.

  • Συνεχίζετε την έρευνά σας ή θα προχωρήσετε στη διεξαγωγή επαναληπτικής έρευνας στο μέλλον;

Προς το παρόν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στον ορίζοντα. Έχουν γίνει κάποιες συζητήσεις, αλλά δεν μπορώ ακόμα να αναφερθώ σε αυτές. Δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να διεξαχθεί επαναληπτική έρευνα στο μέλλον. Με αφορμή την ερώτηση αυτή, να τονίσω ότι ο ερευνητής μετά την έρευνα χρειάζεται κάποιο διάστημα – για τον καθένα είναι διαφορετικό- να ηρεμήσει ψυχικά, να αποφορτιστεί, να μαζέψει τις σκέψεις του και να απαντήσει σε ερωτήματα που του δημιουργήθηκαν στην πορεία της διεξαγωγής τη έρευνας. Προσωπικά, είχα πολύ μεγάλη ανάγκη το διάστημα της ξεκούρασης και της αποσυμπίεσης, δεδομένης της φύσης της έρευνας που είχα αναλάβει.

  • Κυρία Μωραΐτη , σας ευχαριστώ θερμά! Σας εύχομαι πάντα επιτυχίες!

 Σας ευχαριστώ και εγώ θερμά και εύχομαι καλή συνέχεια σε ό, τι κάνετε.

[1] Στο 5ο τεύχος του ηλεκτρονικού εγκληματολογικού περιοδικού Crime Times μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο της Π. Μωραΐτη, με τίτλο Το φαινόμενο της παιδεραστίας στην Ελλάδα, όπου παρουσιάζει την έρευνά της http://www.crimetimes.gr/to-fainomeno-ths-paiderastias-sthn-ellada/

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts