Παιδιά μάρτυρες εγκληματικών ενεργειών

της Αγγελικής Καρδαρά. 

«Έγκλημα στο Κορωπί» (Αύγουστος 2016): πρόκειται για μια ακόμα υπόθεση εγκληματολογικού ενδιαφέροντος που συγκλονίζει με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Μια νεαρή γυναίκα, μητέρα δύο παιδιών, σκοτώνει με πέντε μαχαιριές την εν διαστάσει σύζυγο του συντρόφου της, μπροστά στα παιδιά του θύματος, τα οποία επιχειρούν να αποτρέψουν το έγκλημα. Τα μέσα ενημέρωσης ασχολούνται εκτενώς με την υπόθεση και φέρνουν στο φως όλες τις συγκλονιστικές πτυχές της, αποκαλύπτοντας ότι η νεαρή ανθρωποκτόνος είναι εγγονή της χαρακτηριζόμενης από τα media «Τίγρης του Κορωπίου», της γυναίκας που στις 23 Οκτωβρίου του 1963 έκαψε ζωντανό τον σύζυγό της, ο οποίος την υποπτευόταν ότι διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις με άλλον άντρα.

Ο συσχετισμός αυτός που πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στις δύο γυναίκες αναβίωσε τις λομπροζιανές εγκληματολογικές θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες η ροπή προς το έγκλημα είναι κληρονομική. Ο Ιταλός ιατρός και ανθρωπολόγος, Τσεζάρε Λομπρόζο, μίλησε για τον «εκ γενετής εγκληματία» που αποτελεί και το σημαντικότερο έργο του. Ο «εκ γενετής εγκληματίας» ταυτίζεται στη θεωρία του με τον ηθικά παράφρονα, ενώ ο εν δυνάμει εγκληματίας μπορεί να αναγνωριστεί από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του προσώπου και του κρανίου του. Υπό αυτό το πρίσμα, ο «εκ γενετής εγκληματίας» δεν είναι υπεύθυνος για τις εγκληματικές του πράξεις, αφού αυτές οφείλονται στην «κακή κληρονομικότητα», αλλά ούτε θεραπεύεται. Συνεπώς, το μόνο που απομένει είναι η λήψη προληπτικών μέτρων απομόνωσής του.

Να τονίσω ωστόσο ότι σήμερα οι αντιλήψεις του Λομπρόζο αμφισβητούνται, γιατί το θέμα της κληρονομικότητας κλονίζεται και οι εγκληματικές «διαστροφές» αντιμετωπίζονται με νέες ψυχολογικές βάσεις. Η εγκληματογένεση, σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες, αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Το έργο του Λομπρόζο, εν τούτοις, θεμελίωσε την ανάγκη της μελέτης του εγκληματία και όχι μόνο του εγκλήματος που συνιστά ένα σημαντικό στοιχείο για την εγκληματολογική έρευνα και σκέψη.(*1)

Συνεπώς, δεν θα κάνω λόγο για μια «γεννημένη» εγκληματία στην υπόθεση που μας απασχολεί, διότι αυτή η άποψη κρύβει πολλούς κινδύνους. Ενδεχομένως, η δημοσιογραφική έρευνα θα μπορούσε να διερευνήσει εάν και σε ποιο βαθμό τα τραυματικά βιώματα, τα πολύ αρνητικά συναισθήματα και εμπειρίες, ύστερα από τόσο συγκλονιστικά περιστατικά, όπως ένα πολύ βίαιο έγκλημα, δύναται να μεταφερθούν από γενιά σε γενιά και να ασκήσουν επιδράσεις στην ψυχοσύνθεση των νεότερων μελών μιας οικογένειας.

Παράλληλα, η δίκη (Ιούλιος 2017) για το «έγκλημα του Κορωπίου», όπως έχει γίνει γνωστή από τα media η πολύκροτη υπόθεση, έφερε στο φως ένα ακόμα φλέγον ζήτημα, το οποίο αφορά τα παιδιά που γίνονται μάρτυρες εγκληματικών ενεργειών. Ένα πολύ ευαίσθητο θέμα, με πολυσύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις που έκρινα σκόπιμο να αποτελέσει αντικείμενο διερεύνησής μας στο postmodern με στόχο να δώσουμε απαντήσεις σε καίρια ερωτήματα.

Να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι το δικαστήριο επέβαλε στην 27χρονη κατηγορουμένη την ποινή της ισόβιας κάθειρξης για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, συν ένα χρόνο κατά συγχώνευση για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Ειδικότερα, διαβάζουμε για τη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό «Κατά την αγόρευσή της η εισαγγελέας της έδρας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών επισήμανε ότι ήταν αποφασισμένη να σκοτώσει η «φόνισσα του Κορωπίου» το βράδυ εκείνο της 3ης Αυγούστου 2016, όταν έμπαινε στο σπίτι της εν διαστάσει συζύγου του συντρόφου της, ενώ τόνισε ότι «ήταν ένα προσχεδιασμένο έγκλημα» και προσέθεσε πρόκειται για ένα έγκλημα βίαιο που διεπράχθη από μια νεαρή μητέρα.  Η εισαγγελέας ζήτησε την ενοχή της κατηγορουμένης για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Ειδικότερα, η εισαγγελέας της έδρας στην αγόρευση αναφέρθηκε στην χρόνια αντιδικία της κατηγορούμενης με το θύμα. Η παράλληλη σχέση που είχε επιλέξει να διατηρεί ο 41χρονος σύζυγος του θύματος και με τις δυο γυναίκες ήταν ο λόγος που έρχονταν σε αντιπαράθεση. «Η κατηγορουμένη τον γνώρισε σε πολύ μικρή ηλικία, είχε αναπτύξει αισθηματικό δεσμό μαζί του και τη δική της οικογένεια και επιζητούσε διακαώς την κοινωνική αποκατάσταση και την αναγνώριση των παιδιών της» περιέγραψε η εισαγγελέας η οποία εξέφρασε την πεποίθηση ότι αυτό που ώθησε την 27χρονη στο έγκλημα ήταν το γεγονός ότι ο 41χρονος θέλησε να επικοινωνήσει με τα δυο παιδιά που είχε αποκτήσει με τη σύζυγο του η οποία είχε αποφασίσει να προχωρήσει τη ζωή της παίρνοντας διαζύγιο και εξασφαλίζοντας μια καλή διατροφή.  Παράλληλα, η εισαγγελέας κατά την αγόρευσή της, επιχείρησε να αποδομήσει έναν προς έναν όλους τους ισχυρισμούς της 27χρονης κατηγορουμένης που θέλησε να πείσει το δικαστήριο ότι την ώρα που έστρεφε το μαχαίρι σε βάρος του θύματος της βρισκόταν σε άμυνα προσπαθώντας να προστατεύσει το 2χρονο παιδί της που βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό της. Σύμφωνα με την εισαγγελική λειτουργό «άλλα προκύπτουν, όμως από τις  μαρτυρικές καταθέσεις» […] Σε άλλο σημείο της αγόρευσής της η εισαγγελέας τόνισε ότι όλα έχουν γίνει μέσα στο σπίτι, απαντώντας στις αιτιάσεις της κατηγορούμενης ότι το θύμα τη σταμάτησε έξω από το σπίτι της, της επιτέθηκε και της επέφερε εκεί τα πρώτα πλήγματα. Ακόμη, θέλοντας να καταδείξει η εισαγγελέας τις προθέσεις της κατηγορουμένης επισήμανε: «Έγκλημα βίαιο, με σωματική επαφή, με αίμα και την παρουσία τριών παιδιών. Η ίδια έκανε αναφορά στη μητρότητα, όμως αγνόησε την ύπαρξη του ίδιου του παιδιού της».(*2)

Θα σταθώ στον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, ο οποίος είναι αποκαλυπτικός και φέρνει στο φως σημαντικά στοιχεία για την ψυχοσύνθεση του εκάστοτε δράστη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ένα έγκλημα, όπου κυριαρχεί η βιαιότητα, γεγονός που ενδεχομένως πηγάζει από το συσσωρευμένο μίσος της δράστιδος προς το θύμα και τη σφοδρή επιθυμία της να αντιδράσει στη νοσηρή κατάσταση που βίωνε και η ίδια και η εν διαστάσει σύζυγος. Η σωματική επαφή και η παρουσία των παιδιών αποτέλεσαν σίγουρα επιβαρυντικά στοιχεία για την επιβολή της ποινής της ισόβιας κάθειρξης.

Δυστυχώς όμως και σε άλλες υποθέσεις εγκληματολογικού ενδιαφέροντος που έχουν δει τα τελευταία χρόνια το φως της δημοσιότητας, παιδιά έχουν υπάρξει αυτόπτες μάρτυρες, βιώνοντας με αυτό τον τρόπο τη βιαιότητα και το πιο σκληρό πρόσωπο της ζωής σε μια πολύ τρυφερή ηλικία.

Γι’ αυτό απευθύνθηκα στην Ψυχολόγο-Εγκληματολόγο (MSc Συνθετικής Ψυχοθεραπείας & Συμβουλευτικής MSc Εγκληματολογίας)-Υπ. Διδάκτωρ Εγκληματολογίας, Πανεπιστημίου Λευκωσίας, κ. Όλγα Τζουραμάνη προκειμένου να μας αναλύσει το εξαιρετικά σοβαρό αυτό ζήτημα. Η κ. Τζουραμάνη στη συνέντευξη που ακολουθεί αναδεικνύει τα κρίσιμα εκείνα σημεία, στα οποία όλοι μας οφείλουμε να δώσουμε ιδιαίτερη βαρύτητα.

  • Κυρία Τζουραμάνη θα ήθελα να μας καταθέσετε την επιστημονική σας εμπειρία για την κατάσταση που βιώνει ένα παιδί μάρτυρας εγκληματικής ενέργειας κατά του γονιού του.

Καταρχάς να αναφερθεί πως ο θάνατος ενός γονέα είναι ένας από τους κύριους παράγοντες άγχους στη ζωή μας και αν συμβεί κατά την διάρκεια της παιδικής ηλικίας, η απώλεια είναι ακόμη πιο δύσκολη. Βέβαια, η έκταση του τραύματος επιδεινώνεται εάν ο θάνατος είναι συνέπεια μιας δολοφονίας και μπορούμε να φανταστούμε πόσο οδυνηρό είναι όταν ένα παιδί γίνει μάρτυρας της δολοφονίας του γονιού του. Πρόσφατο περιστατικό το έγκλημα στο Κορωπί, στο οποίο τα δύο παιδιά  ηλικίας 11 και 13 ετών ήταν μάρτυρες της δολοφονίας της μητέρας τους. Όσον αφορά την κατάσταση που βιώνει το παιδί, είναι κατανοητό, πως ξαφνικά και χωρίς καμία προειδοποίηση η προετοιμασία, έρχεται αντιμέτωπο με ένα βίαιο τραύμα. Όχι μόνο αυτό που σχετίζεται με την υψηλή απειλή και τις αισθητικές εισροές (εικόνες, ήχους κλπ.), αλλά έρχεται αντιμέτωπο και με πληθώρα απωλειών. Η στιγμιαία απώλεια και των δύο γονέων (στην περίπτωση που ο ένας γονέας, αφαιρεί τη ζωή του άλλου και καταλήγει στη φυλακή), η διάλυση της οικογένειας και η ανασφάλεια που δημιουργείται. Με ποιόν θα ζήσει τώρα; Το παιδί αυτό χάνει το σπίτι, τη γειτονιά του, το σχολείο και τους φίλους του. Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις μεταφέρεται στην κατοικία του ατόμου που έχει πλέον την επιμέλεια. Σημαντικό και το στίγμα που συνεπάγεται μια οικογενειακή τραγωδία. Δυστυχώς, πολύ συχνά το παιδί αποκτά την ετικέτα ότι είναι το παιδί ενός δολοφόνου ή το παιδί που είδε τον θάνατο του γονιού του. Ωστόσο δεν θα μπορούσε να παραληφθεί πως σε ορισμένες περιπτώσεις, καλείται να ξαναζήσει την δολοφονία και να βιώσει ένα πρόσθετο τραύμα εάν του ζητηθεί να καταθέσει στο δικαστήριο. Ακόμα και αν περάσει αρκετός καιρός, το παιδί θα βρίσκεται σε κατάσταση σοκ.

  • Θα μας περιγράψετε ακριβώς τα συναισθήματα που δημιουργούνται στο παιδί τόσο για το γονιό που είναι το θύμα της εγκληματικής ενέργειας, όσο και για το δολοφόνο του γονιού του;

Συχνά, τα παιδιά βιώνουν το πένθος της απώλειας για τον γονιό-θύμα και ταυτόχρονα αισθάνονται έντονα αισθήματα ενοχής, επειδή θεωρούν τους εαυτούς τους υπεύθυνους που δεν κατάφεραν να βοηθήσουν τον γονέα τους και να αποτρέψουν το τραγικό γεγονός. Αυτό παρατηρείται ιδιαίτερα στα αγόρια. Επιπρόσθετα, για το δολοφόνο του γονιού τους, αισθάνονται φόβο, έντονο άγχος, με αποτέλεσμα να έχουν συχνούς εφιάλτες. Ταυτόχρονα, μειώνεται η εμπιστοσύνη στους άλλους και αισθάνονται ανασφάλεια. Στην περίπτωση όμως που ο δολοφόνος είναι ο άλλος γονιός τα πράγματα είναι διαφορετικά. Όπως είναι προφανές, η αγάπη προς τους γονείς, καθιστά ακόμα πιο περίπλοκα τα πράγματα και επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την ψυχολογία του παιδιού. Τα αισθήματα που έχει ένα παιδί για τους γονείς του δεν χάνονται μέσα σε μια στιγμή. Και είναι λογικό το παιδί να έχει μπερδευτεί. Η ασφάλεια από την οποία προκύπτει και η σύνδεση με τους άλλους ανθρώπους είναι ένα από τα βασικά πράγματα που προσφέρει η οικογένεια και οι γονείς στο παιδί. Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, αυτό χάνεται και το παιδί θα ζει από εδώ και πέρα σε μια κατάσταση συνεχούς συναισθηματικού συναγερμού και τεράστιας ανασφάλειας. Άρα μιλάμε για μια μορφή ψυχικής εξουθένωσης. Πολλά παιδιά αναπτύσσουν σημάδια ψυχικής δυσφορίας και μπορούν να επηρεαστούν σε όλα τα επίπεδα της ανάπτυξης: συναισθηματικό, κοινωνικό και γνωστικό. Η γνώση των συμπτωμάτων και των επιπτώσεων στην ανάπτυξη είναι ένα βήμα προς την κατεύθυνση της θεραπείας. Γι’ αυτό, είναι σημαντική και η παροχή βοήθειας στα άτομα που αναλαμβάνουν την επιμέλεια, ώστε να κατανοήσουν τα συμπτώματα της έκθεσης του παιδιού στη βία, καθώς δεν είναι πάντα εύκολο να γίνει η σύνδεση μεταξύ της αλλαγής συμπεριφοράς και του αντίκτυπου των γεγονότων στο παιδί.

  • Ποια είναι τα πιο συχνά συμπτώματα που παρουσιάζονται στα παιδιά;

Τα συμπτώματα που εκδηλώνονται έχουν παρομοιαστεί με εκείνα της διαταραχής του μετατραυματικού στρες (PTSD). Αυτά τα συμπτώματα περιλαμβάνουν επαναλαμβανόμενες ενοχλητικές σκέψεις, εικόνες και ήχους του περιστατικού. Συχνά επίσης συμπτώματα που παρατηρούνται στα παιδιά είναι:

  • Διαταραχές ύπνου: Συχνό ξύπνημα, εφιάλτες, φόβος ύπνου. (Παράδειγμα το έγκλημα στο Κορωπί, ακόμα και σήμερα, τα παιδιά βλέπουν εφιάλτες και ξυπνούν φωνάζοντας «Μη σκοτώνεις τη μαμά μου»).
  • Σωματικά προβλήματα: Πονοκέφαλοι, πόνοι στο στομάχι, πόνοι χωρίς σαφή ιατρική αιτία.
  • Αυξημένη επιθετική συμπεριφορά, εκρήξεις.
  • Αυξημένο επίπεδο δραστηριότητας.
  • Υπερεπαγρύπνηση: Ανησυχίες, φόβοι, υπερβολική αντίδραση σε δυνατούς θορύβους ή ξαφνικές κινήσεις.
  • Απώλεια δεξιοτήτων που αποκτήθηκαν σε μικρότερη ηλικία.
  • Απώλεια ενδιαφέροντος για φίλους, σχολείο ή άλλες δραστηριότητες που το παιδί απολάμβανε στο παρελθόν.

Επιπλέον το παιδί μπορεί να μη δείχνει καθόλου τα συναισθήματα του, να αρνείται να πάει στο σχολείο και να παρουσιάζει πρόβλημα συγκέντρωσης. Τέλος, πολύ σημαντικές είναι και οι αλλαγές στο παιχνίδι: Μπορεί αν παρατηρηθούν επαναλαμβανόμενες πράξεις ή αναδημιουργία βίαιων γεγονότων στο παιχνίδι. Τα παιδιά είναι λιγότερο ικανά να παίξουν αυθόρμητα και δημιουργικά. Αξίζει να σημειωθεί πως σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρήθηκε ότι τα ίδια τα παιδιά ως ενήλικες τείνουν να δημιουργούν κακοποιητικές σχέσεις, τόσο ως θύτες όσο και ως θύματα. Επίσης, η κατάχρηση αλκοόλ και η χρήση ναρκωτικών ουσιών είναι επίσης πιθανή, όπως και η εμπλοκή τους σε εγκληματικές ενέργειες. Συγκριτικά πάντα με τα παιδιά που μεγάλωσαν σε ένα ήρεμο, ειρηνικό και μη βίαιο περιβάλλον. Θα ήθελα, όμως, να επισημάνω πως το ψυχικό σθένος ενός ανθρώπου είναι ασύλληπτο και ο κάθε άνθρωπός, με την κατάλληλη κοινωνική και συναισθηματική υποστήριξη, μπορεί να αντεπεξέλθει σε τέτοιου είδους δύσκολες καταστάσεις.

  • Πώς αντιμετωπίζεται αυτό το ψυχικό τραύμα; Τελικά θεραπεύεται;

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η στενή παρακολούθηση από ειδικούς και η ψυχοθεραπευτική παρέμβαση είναι άκρως απαραίτητη. Συγκεκριμένα είναι σημαντικός ο ρόλος του παιδοψυχολόγου που έχει εκπαιδευτεί στο play therapy (παιγνιοθεραπεία), ένα βασικό κομμάτι της παιδοψυχολογίας, όπου μέσα από το παιχνίδι, το παιδί είναι σε θέση να απελευθερώσει τα συναισθήματα του άγχους, την απογοήτευση, τον φόβο, την επιθετικότητα, την ανασφάλεια και τη σύγχυση. Φέρνοντας αυτά τα συναισθήματα στην επιφάνεια ενθαρρύνει το παιδί να ασχοληθεί μαζί τους, να μάθει να τα ελέγχει και να τα αντιμετωπίζει αποτελεσματικά. Μέσω του παιχνιδιού το παιδί θα αποκτήσει μια αίσθηση ελέγχου σε γεγονότα που φαίνονται ανεξέλεγκτα στην πραγματικότητα. Καθώς τα παιδιά, τις περισσότερες φορές, δεν είναι σε θέση να εκφράσουν προφορικά τι αισθάνονται, το παιχνίδι θα γίνει το κλειδί που θα ξεκλειδώσει τα συναισθήματά τους. Στην ερώτηση αν τελικά το τραύμα θεραπεύεται. Αυτά τα τραύματα δύσκολα θα επουλωθούν σε μια αθώα παιδική ψυχούλα, και είναι δύσκολο να μιλάμε για 100% θεραπεία, καθώς είναι γεγονός ότι καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε βαθιές και δια βίου συνέπειες.

  • Ποιοι είναι οι κυριότεροι στόχοι της θεραπείας σε αυτές τις περιπτώσεις;

Ο πρωταρχικός στόχος της θεραπείας αυτών των παιδιών περιλαμβάνει την ανακούφιση και την διαχείριση των συμπτωμάτων, τη διευκρίνηση γνωστικών ή συναισθηματικών στρεβλώσεων σχετικά με την τραυματική εμπειρία που βίωσαν. Επιπλέον, μέσω της θεραπείας παρέχεται στο παιδί ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον, μέσα από το οποίο μπορεί να επεξεργάζεται τα μελλοντικά προβλήματα που τυχόν θα ανακύψουν ως αποτέλεσμα του τραύματος. Σε επόμενο στάδιο και όταν οι στόχοι αυτοί θα έχουν επιτευχθεί, το παιδί θα είναι σε θέση να επαναλάβει τα κατάλληλα για την ηλικία του, αναπτυξιακά καθήκοντα. Ωστόσο ο ειδικός που θα αναλάβει το παιδί, μπορεί και πρέπει να το υποστηρίξει και στη νομική διαδικασία. Ο στόχος σε αυτή την περίπτωση είναι η ελαχιστοποίηση του περαιτέρω ψυχολογικού τραύματος του παιδιού που μπορεί να προκύψει για παράδειγμα, από την αντιπαράθεση με τον κατηγορούμενο γονέα, τον φόβο που συμπεριλαμβάνει η ευθύνη για την απόφαση της μοίρας του γονέα κλπ.

  • Ποιοι παράγοντες είναι οι πιο καθοριστικοί ως προς την αντιμετώπιση του ψυχικού τραύματος;

Σημαντικός παράγοντας είναι το υποστηρικτικό περιβάλλον και συγκεκριμένα τα άτομα που έχουν πλέον αναλάβει την επιμέλεια και την φροντίδα του παιδιού. Ο ρόλος τους είναι καθοριστικής σημασίας για τη συναισθηματική αλλά και τη σωματική ευεξία του παιδιού. Ακόμα και αν ένα παιδί δεν έχει εμφανή σημάδια ψυχικού τραυματισμού, οι φροντιστές πρέπει να κατανοούν πλήρως τη σημασία και τον αντίκτυπο όσων βίωσαν. Πολύ σημαντικό, ότι το παιδί έχει άμεση και συνεχή ανάγκη για διαβεβαίωση σχετικά με την ασφάλεια του. Επιπλέον πρέπει να αναφερθούμε και στο ευρύτερο περιβάλλον του παιδιού, όπως για παράδειγμα το σχολείο. Περιστατικά με οικογενειακές τραγωδίες γίνονται αμέσως γνωστά και είναι θέμα συζήτησης για αρκετό καιρό. Γι’ αυτό, τόσο οι εκπαιδευτικοί, όσο και οι γονείς των συμμαθητών ενός παιδιού που έχει βιώσει μια τέτοια τραγωδία, πρέπει να είναι αρκετά προσεκτικοί.

  • Σε περίπτωση που δολοφόνος του γονιού είναι ο άλλος γονιός, ποια είναι η αντιμετώπιση από τους ειδικούς και πώς οφείλει να αντιδράσει το άτομο που αναλαμβάνει την επιμέλεια του παιδιού;

Σε περίπτωση που ο δολοφόνος του γονιού είναι ο άλλος γονιός, τόσο από την πλευρά των ειδικών, όσο και του ατόμου που έχει πλέον αναλάβει την επιμέλεια του παιδιού, η στάση που πρέπει να κρατηθεί είναι ουδέτερη. Χρειάζεται πάρα πολύ προσεκτικός και λεπτός χειρισμός τέτοιων περιπτώσεων για να μην δημιουργηθούν επιπλέον ρωγμές στην ψυχολογία του παιδιού. Μην ξεχνάμε πως η δυναμική που υπάρχει ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας είναι άγνωστη στα άτομα που βρίσκονται εκτός. Μπορεί ο ένας γονιός να διέπραξε φόνο, αλλά συνεχίζει να έχει τον ρόλο του γονέα. Να σημειωθεί, πως ακόμα και σε κακοποιητικές σχέσεις μεταξύ γονέα-παιδιού, έχουν καταγραφεί αρκετές περιπτώσεις ισχυρών συναισθηματικών δεσμών μεταξύ των ατόμων, όπου ο γονιός παρενοχλούσε, χτυπούσε, και απειλούσε το παιδί. Μιλάμε για το σύνδρομο της Στοκχόλμης, δηλαδή, μια μορφή τραυματικής συγκόλλησης. Επιπλέον, θα ήθελα να προσθέσω πως το παιδί πολλές φορές θα ζητήσει εξηγήσεις από τους ειδικούς. Για το τι πραγματικά συνέβη, τι θα συμβεί από εδώ και πέρα κλπ. Γι’ αυτό ο ειδικός πρέπει να πει την αλήθεια στο παιδί, στο πλαίσιο φυσικά όσων είναι σε θέση, ηλικιακά και συναισθηματικά να γνωρίζει.

  • Βάσει της εμπειρίας σας, το παιδί επιδιώκει να κρατήσει επαφή με το γονιό που βρίσκεται στη φυλακή για το φόνο του άλλου γονιού ή επιθυμεί να διακόψει την επαφή;

Στην περίπτωση που ο γονιός βρίσκεται στη φυλακή με την κατηγορία της δολοφονίας του άλλου γονιού, τα πράγματα είναι πολύ περίπλοκα. Είναι δύσκολο έως και αδύνατο το παιδί να επιθυμεί η να επιδιώξει την διατήρηση της επαφής. Σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που ο γονιός βρίσκεται στη φυλακή για διάφορα άλλα αδικήματα. Βέβαια μπορεί να υπάρξουν και οι εξαιρέσεις. Όταν τα παιδιά αποχωρίζονται το γονιό τους, η πιο συχνή ανησυχία αφορά το εάν ο γονιός συνεχίζει να τα αγαπάει και τα νοιάζεται. Τα περισσότερα παιδιά χρειάζονται αυτή την επιβεβαίωση. Επίσης αρκετά παιδιά θέλουν να ξέρουν πώς είναι η ζωή του γονιού στη φυλακή. Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, η επικοινωνία του παιδιού με το φυλακισμένο γονέα είναι και η «ανάγκη» για διατήρηση της οικογένειας. Φυσικά παίζουν ρόλο και αρκετοί παράγοντες, όπως για παράδειγμα αν ο γονιός είχε καλή σχέση με το παιδί, η δυναμική της κάθε σχέσης μέσα στην οικογένεια, κλπ. γι’ αυτό δεν μπορούμε να μιλάμε πάντα με 100% βεβαιότητα. Η κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή.

  • Ένα παιδί που έχει βιώσει αυτές τις αποτρόπαιες εικόνες χρειάζεται, κατά την άποψή σας, στήριξη και κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής του;

Ένα παιδί μάρτυρας τέτοιου είδους μορφής βίας αδιαμφισβήτητα υποφέρει τόσο από βραχυπρόθεσμες, όσο και από μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Άρα μιλάμε για συνέπειες που το ακολουθούν και στην ενήλικη ζωή του. Κατά την άποψη μου, ναι, ένα παιδί που βίωσε αυτές τις, όπως πολύ σωστά χαρακτηρίζετε, αποτρόπαιες εικόνες, χρειάζεται στήριξη και στην ενήλικη ζωή του. Βέβαια θα ήθελα να προσθέσω πως η χρονική διάρκεια της ψυχολογικής στήριξης, διαφέρει από άτομο σε άτομο και αναλόγως το τις ανάγκες που παρουσιάζονται σε κάθε περίπτωση. Όπως είπαμε και προηγουμένως, η κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται.

  • Ολοκληρώνοντας, να σας θέσω μια τελευταία ερώτηση. Ποιο ρόλο πιστεύετε ότι οφείλουν τα ΜΜΕ να διαδραματίσουν στην καταπολέμηση του κοινωνικού στίγματος για τα παιδιά που έρχονται αντιμέτωπα με μια τόσο σκληρή πραγματικότητα, με ένα γονιό στη φυλακή για ένα τόσο σοβαρό έγκλημα και τον άλλο γονιό να έχει «φύγει» από τη ζωή;

Αρχικά να αναφερθεί πως η οποιαδήποτε κατάσταση με χρήση βίας έλκει πάντα το κοινό ως θέαμα. Πόσο μάλλον μια τέτοιου είδους τραγωδία. Τα παιδιά σε αυτές τις περιπτώσεις ανήκουν άθελα τους και αυτά στους πρωταγωνιστές του δράματος. Είναι αθώα θύματα τα οποία εμπλέκονται στα γρανάζια του εγκλήματος. Η λανθασμένη επέμβαση των ΜΜΕ και η διαρκής ενασχόληση με το συμβάν οδηγούν τις περισσότερες φορές στο φαινόμενο της «δευτερογενούς θυματοποίησης». Ωστόσο, το έγκλημα που έχει διαπραχθεί αποτελεί πλέον μια ιστορία και όλοι γνωρίζουν πως αυτό το παιδί είναι παιδί φυλακισμένου ή είναι το παιδί που είδε τον γονιό του να δολοφονείται. Πρόκειται για ένα στίγμα που θα το ακολουθήσει σε όλη του τη ζωή και που θα το περιθωριοποιεί από το στενό και το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον. Για την εξάλειψη αυτού του στίγματος, παίζει καθοριστικό ρόλο η ολοκληρωμένη, η ξεκάθαρη και η με σεβασμό προς τα θύματα, ενημέρωση του κόσμου από τα ΜΜΕ. Επιπλέον, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή από την πλευρά των ΜΜΕ στη μεταχείριση των παιδιών καθώς ανήκουν σε ειδικότερη κατηγορία θυμάτων, είναι πολύ ευάλωτα και χρήζουν ειδικής προστασίας. Επιπλέον τα ΜΜΕ διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση των δικαιωμάτων του παιδιού, στην ευαισθητοποίηση της κοινωνίας και στην προώθηση της κουλτούρας για αλλαγή προς το καλύτερο, θέτοντας σαφή όρια «δημοσιογραφικής δεοντολογίας» αναφορικά με τις υποθέσεις εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, ώστε να μη θυματοποιούνται εκ νέου τα θύματα και ειδικά τα παιδιά που αντιμετωπίζουν όλες αυτές τις απώλειες. Άλλωστε αυτό που προέχει είναι η επαρκής κάλυψη των αναγκών τους. Αυτό θα επιτευχθεί μόνο μέσα από τη συνειδητοποίηση και τη βελτίωση της θέσης τους. Το δημοσιογραφικό σώμα μέσω της αφομοίωσης του κώδικα συμπεριφοράς και δεοντολογίας, μπορεί να αλλάξει τη στάση των ΜΜΕ έναντι των θυμάτων. Για να επιτευχθεί αυτό κρίνεται απαραίτητη η επιμόρφωση της νέας γενιάς των δημοσιογράφων με έμφαση στην επιστήμη τόσο της εγκληματολογίας, όσο και της ψυχολογίας.

  • Κυρία Τζουραμάνη, σας ευχαριστώ θερμά για την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη που μου παραχωρήσατε. Πιστεύω ότι μας βοήθησε να ρίξουμε φως σε ένα φλέγον ζήτημα που αφορά τα παιδιά μάρτυρες εγκληματικών ενεργειών. 

Δυστυχώς στις ημέρες μας, το ποσοστό τέτοιων περιστατικών αυξάνεται δραματικά και αποδεικνύεται η επείγουσα ανάγκη για άμεση και εντατική φροντίδα στα θύματα, καθώς και η αύξηση της ευαισθητοποίησης κρίνεται επιτακτική. Όλοι πρέπει να συναισθανθούμε το μέγεθος του δράματος που βιώνουν αυτά τα παιδιά, ώστε ο καθένας από εμάς να προσφέρει μια κατάλληλη μορφή βοήθειας. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Τα στοιχεία για τη λομπροζιανή θεωρία αντλούνται από www2.media.uoa.gr.

2.Τα στοιχεία αντλούνται από το ρεπορτάζ του ΠΡΩΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ με τίτλο Ο εισαγγελέας είχε ζητήσει την ενοχή της κατηγορούμενης Ισόβια στη «φόνισσα του Κορωπίου» στις 17-7-2017.

(Φωτογραφία: Corey Holmes@Flickr) 

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts