Παιδεία ώρα μηδέν: Μήπως να σκεφτούμε τη βιωματική εκπαίδευση;

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Κλεισμένα σε μια σχολική τάξη, 6 με 7 ώρες την ημέρα, έως περίπου την ενηλικίωσή τους, τα παιδιά μας «μαζεύουν» όγκο πληροφοριών, τον οποίο παλεύουν στο σπίτι -με τη βοήθεια ιδιαιτέρων ή ομαδικών μαθημάτων- να απομνημονεύσουν για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ώστε να φτάσουν στην τρίτη τάξη του λυκείου και να δώσουν εισαγωγικές εξετάσεις. Στόχος τους η εισαγωγή τους σε κάποια Πανεπιστημιακή Σχολή, συχνά «τυχαίας» επιλογής, ανεξαρτήτως ικανοτήτων και ενδιαφερόντων. Παραδόξως εκεί σταματά το άγχος των γονέων και των ίδιων των παιδιών, καθώς μέρος της απαξίωσης του Πανεπιστημίου είναι και το γεγονός ότι πολλοί φοιτητές εγκαταλείπουν τις σπουδές τους ή μετατρέπονται σε «αιώνιους» φοιτητές.

Η μαγεία της διδασκαλίας, η χαρά της επικοινωνίας, το χαμόγελο των μαθητών, χάνονται σε μια τάξη που «σκοτώνει» τη δημιουργικότητα και που βασίζεται κατ’ αποκλειστικότητα στην πληροφορία και όχι στην ουσιαστική γνώση.

Όπως εδώ και χρόνια υποστηρίζω, ένας πραγματικά εμπνευσμένος Υπουργός Παιδείας πρέπει να κάνει το πρώτο και σημαντικό βήμα. Να τολμήσει να προχωρήσει σε ριζικές και καινοτόμες αλλαγές όσον αφορά το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Οι αλλαγές όμως, για να είναι ουσιαστικές, πρέπει να ξεκινούν από τη βάση, από τον τρόπο που είναι οργανωμένο και δομημένο το ελληνικό σχολείο, από το νηπιαγωγείο ακόμα και όχι να ξεκινά τις αλλαγές από τις τελευταίες τάξεις του Λυκείου, όπως γίνεται όλα αυτά τα χρόνια.

Σε μια κοινωνία που μαστίζεται από οξύτατη οικονομική και αξιακή κρίση, η ανάδειξη της παιδείας ως βασικής προτεραιότητας του κράτους θα δώσει αναμφισβήτητα πνοή στη χώρα και ελπίδα στα παιδιά μας ότι μπορούν να φτιάξουν ένα καλύτερο αύριο. Το Υπουργείο Παιδείας οφείλει να δείξει έναν άλλο δρόμο στις νέες γενιές: να αναζητήσει καινοτόμες και πρωτοποριακές για τα ελληνικά δεδομένα μεθόδους εκπαίδευσης και να τολμήσει να τις εφαρμόσει. Είναι πολύ σημαντικό να αντλήσει στοιχεία από τη διεθνή εμπειρία και να εντάξει στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, προσαρμόζοντάς τα ασφαλώς στα δικά μας δεδομένα.

Για παράδειγμα διάβαζα πριν  από μερικούς μήνες σχετικά με μια ενδιαφέρουσα δράση στα μαθηματικά που εφαρμόζεται στο εξωτερικό: οι μαθητές με τους εκπαιδευτικούς οργανώνουν εκπαιδευτική εκδρομή σε εμπορικό κέντρο και τα παιδιά οφείλουν να κάνουν συγκεκριμένες μαθηματικές πράξεις ώστε να αξιολογηθούν από το δάσκαλό τους. Προτείνω μια παρόμοια δράση στο ελληνικό σχολείο: δημιουργία μιας τύπου αγοράς στην τάξη, όπου τα παιδιά θα αγοράζουν και θα πουλάνε προϊόντα (που μάλιστα μπορεί να έχουν φτιάξει τα ίδια στο πλαίσιο άλλων μαθημάτων προκειμένου να υπάρξει σύνδεση των δράσεων με όλα τα διδασκόμενα μαθήματα), με εικονικά χρήματα.

Ως προς τα νέα ελληνικά, μια εύκολα υλοποιήσιμη πρόταση είναι να χωρίζονται τα παιδιά σε ομάδες και η κάθε ομάδα να ετοιμάζει ένα κείμενο βάσει της θεματικής που έχει δουλευτεί στην τάξη. Με αυτό τον τρόπο θα καλλιεργηθεί το ομαδικό πνεύμα, τα παιδιά θα μάθουν να συνεργάζονται (όπως θα κληθούν να κάνουν ως ενήλικοι πολίτες στο χώρο εργασίας τους) και θα τους δοθεί η δυνατότητα να αναπτύξουν περισσότερο την κριτική τους σκέψη και το λόγο -γραπτό και προφορικό-. Επίσης, ο εκπαιδευτικός θα έχει την πολύτιμη ευκαιρία να θέσει σε προβληματισμό σοβαρά ζητήματα που αφορούν τα παιδιά και τους εφήβους, όπως για παράδειγμα η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που απασχολεί πολύ έντονα σήμερα.

Στο μάθημα της Ιστορίας, αντί να παπαγαλίζουν, μπορούν να σχεδιάζουν σε χαρτόνια όσα τους έκαναν εντύπωση από κάθε διδακτική ενότητα, ώστε και μέσα από τις εικόνες να αποτυπωθούν στο μυαλό τους οι έννοιες και να αναλάβουν να οργανώσουν ως το τέλος της σχολικής χρονιάς ένα «ιστορικό ημερολόγιο» με τα πιο σπουδαία ιστορικά γεγονότα, προκειμένου να μπορούν να ανακαλέσουν στη μνήμη τους κρίσιμα για την ιστορία συμβάντα και τις αντίστοιχες χρονολογίες τους.

Στο μάθημα της Γεωγραφίας θυμάμαι ένα εξαιρετικό project που κάναμε στο Δημοτικό, με την παρουσίαση σε ομάδες της κάθε χώρας που εξετάζαμε, όπου ξεκινούσαμε με τη γεωγραφία της χώρας, συνεχίζαμε με την ιστορία και τον πολιτισμό της και φτάναμε στην παράδοσή της και τα φαγητά της.

Ένα άλλο μείζον ζήτημα που προβληματίζει είναι η μελέτη στο σπίτι. Πιστεύω ότι το παιδί πρέπει να μελετά στο σπίτι για να αφομοιώσει καλύτερα όλα όσα έμαθε στο σχολείο, αλλά ο όγκος δουλειάς να μην είναι υπερβολικός, ώστε να μπορεί το παιδί να δώσει έμφαση στην ουσία. Οι πάρα πολλές ασκήσεις για το σπίτι δεν βοηθούν το παιδί να αφομοιώσει την ουσία, επομένως είναι άνευ περιεχομένου. Σε ένα πιο προχωρημένο στάδιο, θα πρότεινα να δίνονται στους μαθητές πηγές και ενδεικτική βιβλιογραφία, τις οποίες βέβαια να μπορεί να βρει εύκολα στη βιβλιοθήκη του σχολείου του και στο διαδίκτυο. Με αυτό τον τρόπο το παιδί θα μπει στη διαδικασία αναζήτησης της πληροφορίας και της κριτικής προσέγγισής της, καθώς θα καταστεί ικανό να επιλέγει και να συνθέτει τα στοιχεία που κρίνει πιο σημαντικά από την πληθώρα πληροφοριών.

Συνεπώς, πολλά και απλά στην εφαρμογή τους παραδείγματα μπορούμε να προτείνουμε. Πρωταρχικός στόχος να ξεφύγουμε από τη στείρα απομνημόνευση, με πολλές ώρες μελέτης στο σπίτι που είναι πραγματικά ανούσια και χωρίς κανένα αντίκρισμα -στην αγορά εργασίας, ή στο εξωτερικό- και να διδάξουμε στους μαθητές τρόπους με τους οποίους να δημιουργούν, να συνεργάζονται αρμονικά, να σκέπτονται κριτικά και να εφαρμόζουν στην καθημερινότητά τους όσα μαθαίνουν στο σχολείο.

Το σχολείο δεν είναι φυλακή! Γιατί, συνεπώς, να βιώνεται σαν φυλακή; Γιατί τα παιδιά να κλείνονται σε μια τάξη και ύστερα σε ένα δωμάτιο και να παπαγαλίζουν δυσνόητες έννοιες που σε μικρό χρονικό διάστημα θα έχουν ξεχάσει;

Ο εκπαιδευτικός οφείλει από τη μία να καλλιεργήσει το ομαδικό πνεύμα της τάξης/team spirit και από την άλλη να αντιληφθεί την ιδιαίτερη κλίση που μπορεί να έχει ένας μαθητής (στα μαθηματικά, στην έκθεση, τη ζωγραφική, τον αθλητισμό) και να προτρέψει το παιδί να ενισχύσει την κλίση του, η οποία μελλοντικά μπορεί να το βοηθήσει σημαντικά και στην εργασία του. Έτσι, το κάθε παιδί θα αισθανθεί μοναδικό και θα έχει έναν επιπρόσθετο λόγο να αγαπήσει το σχολείο και τη μαθησιακή διαδικασία, ενώ το εκπαιδευτικό σύστημα θα «αγκαλιάσει» τόσο την εξατομικευμένη όσο και την ομαδική εκπαίδευση.

Τέλος, θα ήθελα να τονίσω το ρόλο της τεχνικής εκπαίδευσης, στην οποίο δεν έχει δοθεί έμφαση στην Ελλάδα, με συνέπεια να «κατασκευάζει» η χώρα μας πλήθος επιστημόνων, οι οποίοι δεν μπορούν να ενταχθούν στην αγορά εργασίας. Εξίσου σημαντικό να αναφερθεί ότι πολλοί νέοι που αποφασίζουν να ακολουθήσουν έναν συγκεκριμένο επιστημονικό κλάδο, το κάνουν αναγκαστικά, ακολουθώντας τις επιταγές μιας κοινωνίας που μας θέλει όλους επιστήμονες, ενώ θα μπορούσαν να ήταν πολύ επιτυχημένοι επαγγελματίες και πολύ πιο ευτυχισμένοι με την πορεία ζωής τους. Εδώ όμως απαιτείται να γίνει σοβαρή δουλειά από το κράτος, ώστε η τεχνική παιδεία να ενισχυθεί σημαντικά.

Πριν μερικούς μήνες έπεσε στα χέρια μου το άρθρο του Καθηγητή Παθολογίας, Έρευνας, Πολιτικής Υγείας και Στατιστικής Πανεπιστημίου Stanford, κ. Ιωάννη Ιωαννίδη, και πραγματικά αισθάνθηκα την ανάγκη να τοποθετηθώ για το πολύ σοβαρό αυτό ζήτημα που αναδεικνύει ο Καθηγητής. Παραθέτω μερικά μόνο αποσπάσματα, από το άρθρο με τίτλο 2017: Πρώτοι σε πτυχία, πάτοι σε παιδεία; (*)

«Η επίδοση των Ελλήνων μαθητών φλερτάρει τον παγκόσμιο πάτο στην πρόσφατη εκτίμηση PISA και στα τρία εκτιμώμενα αντικείμενα (κατανόηση κειμένου, θετικές επιστήμες, μαθηματικά) […] Καμία από τις 600 πλέον αναφερόμενες επιστημονικές δημοσιεύσεις του 2015-2016 δεν είχε διεύθυνση κύριου συγγραφέα από ελληνικό ίδρυμα. Ένα θετικό νέο: οι δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη ανέβηκαν στο 0,96% του ΑΕΠ. Ξεπεράσαμε την επί δεκαετίες συνοδοιπόρο Ουγκάντα, πλησιάζουμε Λιθουανία, Τουρκία και Μεξικό […]. Όσο η σωρηδόν παραγωγή πτυχίων συνεχίζεται, το αντίκρισμά τους γίνεται περισσότερο αβέβαιο. Σε κάποια αντικείμενα υπάρχει μαζική μετανάστευση πτυχιούχων, όπως στην ιατρική, όπου η χώρα έχει περισσότερους ιατρούς ανά πληθυσμό παγκοσμίως (7 ανά 1000 κατοίκους) μαζί με την Κούβα […]. Ο αριθμός πτυχιούχων νομικής είναι επίσης ρεκόρ. Και μόνο η Θεσσαλονίκη διαθέτει περισσότερους δικηγόρους από ότι ολόκληρη η Σουηδία με 10 εκατομμύρια πληθυσμό».

Βασιζόμενη στα παραπάνω σημαντικά στοιχεία που παρατίθενται, θα ήθελα να προσθέσω ότι ένα στείρο εκπαιδευτικό σύστημα που δεν προσανατολίζεται ούτε στην ουσιαστική γνώση, ούτε στην καλλιέργεια κριτικής σκέψης, ούτε όμως έχει στόχο την αγορά εργασίας, δύναται να οδηγήσει και σε φαινόμενα νεανικής παραβατικότητας. Για να γίνω πιο συγκεκριμένη, ο νέος που δεν έχει ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον και βλέπει ότι το σχολείο δεν του δίνει άλλες διεξόδους στα προβλήματά του και ενδεχομένως στα συναισθηματικά του κενά, δύναται να υιοθετήσει ακραίες συμπεριφορές.

Ο εκπαιδευτικός που δεν αφουγκράζεται τις βαθύτερες ανάγκες του κάθε παιδιού και αδιαφορεί, οδηγεί έστω και με έμμεσο τρόπο το νέο που έχει ανάγκη τη στήριξή του έξω από το σχολείο. Η εγκληματολογική έρευνα όμως δείχνει ότι το σχολείο και οι εκπαιδευτικοί πρέπει να είναι αρωγοί και να παίζουν θετικό ρόλο ως προς τη στήριξη παιδιών που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Στο σημείο αυτό, μάλιστα, θα μπορούσε το κράτος να προνοήσει ώστε ακόμα και αν δεν μπορεί να στελεχώσει όλα τα σχολεία με εξειδικευμένο προσωπικό, να επισκέπτονται τα σχολεία κάθε μήνα -σε εθελοντική βάση- επιστήμονες (ψυχολόγοι/εγκληματολόγοι κλπ.) και να στηρίζουν μαθητές που έχουν ανάγκη, προκειμένου να παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές στους εκπαιδευτικούς για το πώς θα αντιμετωπίζουν ακραίες συμπεριφορές που υιοθετούνται από ορισμένους μαθητές στα σχολεία.

Αυτό που θα ήθελα να επισημάνω κλείνοντας είναι ότι, όταν το σχολείο βιώνεται σαν φυλακή, όταν το εκπαιδευτικό σύστημα εξακολουθεί να είναι αναχρονιστικό και να μη λαμβάνει καθόλου υπ’ όψιν της το διεθνές παράδειγμα (όχι ασφαλώς να το αντιγράψει -αυτό είναι αδύνατο- αλλά να αντλήσει κάποια στοιχεία από αυτό), όταν οι αλλαγές που γίνονται τόσα χρόνια αφορούν μόνο ή πρωτίστως τις πανελλαδικές εξετάσεις (δηλαδή ξεκινάμε από το τέλος για να φτάσουμε στην αρχή), όταν προτρέπουμε τα παιδιά μας να γίνουν «επιστήμονες» ακόμα κι αν βλέπουμε ότι αυτό που θα τα κάνει ευτυχισμένα είναι κάτι άλλο, η ανεργία θα εξακολουθεί να βρίσκεται στα ύψη, τα παιδιά μας θα φεύγουν με αβέβαιο μέλλον στο εξωτερικό, όπου και εκεί τα πράγματα δυσκολεύουν, ενώ κάποιοι γονείς ενεργώντας εκτός νόμου θα συνεχίζουν να επιλέγουν για τα παιδιά τους εναλλακτικές μορφές εκπαίδευσης -ένα πολύ σοβαρό θέμα που αναλύθηκε σε προηγούμενο άρθρο στο postmodern.

Συνοψίζοντας προτροπή μου προς γονείς και εκπαιδευτικούς και ασφαλώς αρμόδιους φορείς είναι να καταστεί πρωταρχικός μας στόχος η βιωματική εκπαίδευση, με έμφαση στις δεξιότητες του κάθε παιδιού, αναβάθμιση της τεχνικής εκπαίδευσης και διεύρυνση των γνωστικών οριζόντων των μαθητών, με καλλιέργεια της κριτικής τους σκέψης, της συνεργασίας μεταξύ μαθητών και της αρμονικής συνύπαρξης μαθητικής-εκπαιδευτικής κοινότητας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1.Μπορείτε να διαβάσετε όλο το άρθρο του Καθηγητή Παθολογίας, Έρευνας, Πολιτικής Υγείας και Στατιστικής Πανεπιστημίου Stanford, κ. Ιωάννη Ιωαννίδη που δημοσιεύτηκε την 1/1/2017 στο huffingtonpost.gr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts