Ποινική καταστολή: Εξελικτική πορεία, σκοποί και λειτουργίες της ποινής

prison-1

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι όλες οι φυλές και οι κοινότητες έχουν οργανωθεί βάσει ενός άγραφου κώδικα συμπεριφοράς, ο οποίος καθορίζει ποιες ενέργειες είναι αποδεκτές και ποιες όχι, άρα πρέπει να τιμωρούνται.(1) Μάλιστα ο χαρακτηριζόμενος και ως «κώδικας ηθικής» είναι συχνά πιο αυστηρός και έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από τους θεσμικά καθιερωμένους νόμους, γιατί απορρέει από το «λαϊκό αίσθημα» περί δικαίου.

Επομένως, η ποινή από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή, είτε στηρίζεται σε άγραφους είτε σε γραπτούς κανόνες, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο όλων των κοινωνιών, απαραίτητο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας τους. Αυτό το γεγονός οδηγεί στην πρώτη σημαντική διαπίστωση, η οποία έγκειται στο ότι η έννοια της «τιμωρίας» δεν μπορεί να προσεγγιστεί ανεξάρτητα από την έννοια της «κοινωνίας», διότι συνδέεται άρρηκτα με αυτήν. Η ποινή είναι, δηλαδή, ένα κατεξοχήν κοινωνικό και κατ’ επέκταση ιστορικό φαινόμενο, δεδομένου ότι πηγάζει από την κοινωνική δομή και υπόκειται στις αρχές της, αποκαλύπτοντας σε ένα δεύτερο επίπεδο την παθολογία της κοινωνικής μας ζωής.(2)

Οι προσεγγίσεις αναφορικά με τις πολύπλευρες διαστάσεις της ποινής είναι ποικίλες, καθώς οι ερευνητές αποδίδουν μεγαλύτερη έμφαση στη μία ή την άλλη όψη της: για άλλους ταυτίζεται με την «κρατική τιμωρία» (μαρξιστικού τύπου προσεγγίσεις), για άλλους εκφράζει, κατά κύριο λόγο, τη «συλλογική ηθική» της οργανωμένης κοινωνίας, ενώ σύμφωνα με αρκετές θεωρίες αποτελεί, πρωτίστως, ένα «σύμβολο» που βοηθάει στη συγκρότηση της κοινωνικής μας ταυτότητας.(3) Η δική μας θέση συνίσταται στο ότι είναι ένας πολύπλοκος θεσμός, εφόσον επηρεάζει άμεσα και έμμεσα όλα τα μέλη της κοινωνίας και όχι μόνο όσους την υφίστανται. Οπότε, δεν αποδεχόμαστε μία μόνο ερμηνεία αλλά προβαίνουμε σε μία σύνθεση των προαναφερθεισών απόψεων. Στόχος μας είναι να αναπτύξουμε έναν ευρύτερο προβληματισμό σχετικά με την ποινή, εστιάζοντας την προσοχή μας στον τρόπο με τον οποίο οι εκάστοτε φορείς εξουσίας καθιερώνουν αποτρόπαιες τιμωρίες για να χειραγωγήσουν τις μάζες και να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένα συμφέροντα και επιδιώξεις, με πρόσχημα το «κοινό καλό».

Το βασικό ερώτημα που τίθεται αφορά τη γένεση και μετεξέλιξη αυτού του θεσμού. Επιχειρώντας μία ετυμολογική ανάλυση, προκειμένου να διεισδύσουμε στις βαθύτερες αιτίες που κατέστησαν επιτακτική την ανάγκη καθιέρωσής της, παρατηρούμε ότι η λέξη «ποινή» καταγράφεται στα λεξικά με δύο σημασίες: με την καθημερινή/κοινή χρήση της και τη νομική. Ειδικότερα, ως όρος της καθομιλουμένης σημαίνει «είδος τιμωρίας που επιβάλλεται για κολάσιμη πράξη». Ως νομικός όρος, αποκτά πιο εξειδικευμένη σημασία. Έχει την έννοια της «τιμωρίας που επιβάλλεται σε κάποιο άτομο, κατόπιν δικαστικής απόφασης και ισοδυναμεί με τη στέρηση της ελευθερίας, περιουσίας ή ζωής του ή την επιβολή προστίμου».(4) Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αρχική σημασία του όρου, η οποία ήταν «εκδίκηση για το διαπραχθέν έγκλημα, μέσω της καταβαλλόμενης τιμής για το αίμα που είχε χυθεί, ώστε να επιτευχθεί η ισορροπία στις σχέσεις των εμπλεκομένων και ο εξαγνισμός του δράστη».(5)

Αναφορικά με την εξελικτική πορεία της ποινής, μολονότι καταγράφονται σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των εγκλημάτων από εποχή σε εποχή και από κοινωνία σε κοινωνία,  η ιστορία της ποινής διέγραψε μία κοινή σχεδόν πορεία, η οποία φέρνει στο φως την οικουμενικότητα και διαχρονικότητα του ποινικού φαινομένου.(6) Σε μία πρώτη φάση είχε τη μορφή της άμετρης αντεκδίκησης μεταξύ των ατόμων και σε ένα τελικό στάδιο απέκτησε δημόσιο χαρακτήρα, επιβαλλόμενο αρχικά από την κοινότητα και κατόπιν από το οργανωμένο κράτος. Ξεκινώντας από τις πρωτόγονες κοινωνίες, πρέπει να σημειωθεί ότι η τιμωρία για την προσβολή των αδικημάτων, τα οποία χωρίζονταν σε «ιδιωτικά» και «δημόσια», ήταν άμεση, δηλαδή τα ίδια τα θιγόμενα άτομα είχαν την «ηθική» υποχρέωση να εκδικηθούν το δράστη.

Μάλιστα, συχνά υπερέβαινε τα όρια και μετατρεπόταν σε σκληρή αντεκδίκηση. Αυτή η ακραία αντιμετώπιση είχε διπλό στόχο: να  προστατέψει το άτομο ή την ομάδα που είχε υποστεί ζημία και να εξευμενίσει τους θεούς ή άλλες «υπερφυσικές» δυνάμεις που είχαν προσβληθεί από τη συμπεριφορά του δράστη.(7) Στη δεύτερη περίπτωση ήταν το μέσο για να τρομοκρατηθούν οι πιστοί και να αποτυπωθεί στο μυαλό και την ψυχή τους η δύναμη της θεότητας, συνεπώς η απόλυτη ισχύς της μίας και μοναδικής εξουσίας.(8) Άλλωστε, στην αρχαιότητα οι προσβολές κατά της θρησκείας υπερέβαιναν τα όρια της «θρησκευτικής υπόθεσης» και θεωρούνταν έσχατη μορφή προδοσίας. Ιδίως σε πόλεις όπως η Αθήνα, η θρησκεία, λόγω της καθοριστικής θέσης που κατείχε στη ζωή των πολιτών, ταυτιζόταν με τον πατριωτισμό και η παραβίαση των αρχών της θεωρείτο «έγκλημα πολιτικό και κοινωνικό».(9)

Όσον αφορά την ιδιαίτερη μορφή που λάμβανε κάθε φορά, η ποινή γνώρισε επίσης εξέχουσας σημασίας αλλαγές, λόγω του ότι διαφοροποιήθηκαν με την πάροδο των ετών οι συνθήκες ζωής και οι κυρίαρχες αντιλήψεις σχετικά με το διττό σχήμα «έγκλημα-τιμωρία». Ειδικότερα, σε όλη σχεδόν την αρχαιότητα κυριάρχησαν οι: θανατική και σωματικές ποινές, προκειμένου να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα που αναζητούσε αντεκδίκηση για την εγκληματική πράξη. Αντίθετα, δεν χρησιμοποιούσαν τη στέρηση της ελευθερίας, γιατί δεν μπορούσε να επιτελέσει επαρκώς αυτόν το σκοπό.(10) Η τιμωρία σαφώς ήταν πολύ σκληρή αλλά έδινε μεγαλύτερη βαρύτητα σε ενέργειες που έβλαπταν το «κοινό καλό». Για παράδειγμα, η κλοπή φαγητού μπορούσε να θεωρηθεί πιο σοβαρό αδίκημα από το φόνο ή το βιασμό, αφού στρεφόταν εναντίον της ολότητας.(11) Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι ακόμα και ανεπτυγμένες και ώριμες σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο πόλεις (π.χ. Αθήνα) χρησιμοποιούσαν την ποινή, κυρίως τη θανατική, ως όπλο για τη διατήρηση και διαιώνιση της αυθεντίας τους.(12)

Βαθμιαία, καθώς η κοινωνία άρχισε να στηρίζει την οικονομική της ανάπτυξη στην αγροτική καλλιέργεια, η ποινή έπαψε να έχει τόσο αυταρχικό χαρακτήρα. Στις αρχές του 7ου αιώνα η χρηματική αποζημίωση αντικατέστησε τις πολύ σκληρές σωματικές και κεφαλικές ποινές, γιατί εν δυνάμει κάθε πολίτης μπορούσε να προσφέρει στο οικονομικό πεδίο. Γι’ αυτό, το άτομο είχε τη δυνατότητα να «εξαγοράσει» το έγκλημά του (μάλιστα, για κάθε έγκλημα είχε καθοριστεί συγκεκριμένη αποζημίωση), πληρώνοντας το επιβαλλόμενο πρόστιμο στο συμπολίτη που είχε βλάψει και, ασφαλώς, στο βασιλιά. Αυτό το γεγονός δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο, γιατί επιβεβαιώνει τον «έντεχνο» τρόπο με τον οποίο οι ασχολούμενοι με τη δικαιοσύνη διακρίνουν τις «ανώτερες» από τις «κατώτερες» τάξεις. Τα μέλη των πρώτων είχαν την οικονομική δυνατότητα που τους εξασφάλιζε την αποφυγή των αποτρόπαιων σωματικών ποινών, οι οποίες εφαρμόζονταν τελικά στους «φτωχούς-περιθωριακούς».

Είναι άξιο επισημάνσεως ότι στους πρώιμους Μέσους Χρόνους η θρησκεία διείσδυσε σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της δύναμης της εκκλησίας, η οποία «επιφορτίστηκε» με το έργο της τιμωρίας, με σκοπό την επιβολή της «ηθικής τάξης». Οπότε, πάλι τίθεται στο προσκήνιο η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από οτιδήποτε και οποιονδήποτε ξεφεύγει από τα όρια της «ηθικής» που κάθε φορά ορίζει μία ομάδα ανθρώπων. Κυρίαρχες τιμωρίες ήταν ο  εγκλεισμός και η απομόνωση σε μοναστήρια. (13) Οι 11ος και 12ος αιώνας θεωρούνται από τους ιστορικούς «αιώνες καμπής», διότι κατά τη διάρκειά τους έλαβε χώρα μία κρίσιμη εξέλιξη: η ευθύνη για την τιμωρία της εγκληματικής συμπεριφοράς πέρασε ολοκληρωτικά στην οργανωμένη κοινωνία, η οποία ανέλαβε τη διασφάλιση του «κοινού καλού».(14) Με τη στερέωση της κεντρικής εξουσίας σε γερά θεμέλια, επικράτησε η αντίληψη ότι μόνο το κράτος οφείλει να έχει την αρμοδιότητα της επιβολής ποινών, μέσω των λειτουργών του, οι οποίοι κρίνουν, αξιολογούν και αποφασίζουν ποιες συμπεριφορές είναι «παράνομες» και πρέπει να τιμωρούνται. Έτσι, το έγκλημα έλαβε οριστικά δημόσιο χαρακτήρα που διατηρείται μέχρι σήμερα. (15)

Εξέχοντα ρόλο στην ιστορία της ποινής διαδραμάτισε, πολύ αργότερα, ο 18ος αιώνας, με τις πρωτοπόρες ιδέες των Διαφωτιστών. Τότε επικράτησε η άποψη ότι η στερητική της ελευθερίας ποινή παρουσιάζει περισσότερα πλεονεκτήματα σε σχέση με τις άλλες ποινές και γι’ αυτό σταδιακά επιβάλλεται ως κύρια δημόσια ποινή. Η καταλυτική διαφοροποίηση στον τρόπο σκέψης, που αποτυπώθηκε και στο ποινικό σύστημα, οφείλεται στις σοβαρές προσπάθειες για περιορισμό των αυθαιρεσιών και της αυστηρότητας του ποινικού νόμου, όπως και για ακριβή και σαφή καθορισμό των αξιόποινων πράξεων και των ποινών τους, οι οποίες έπρεπε να είναι απαλλαγμένες από προκαταλήψεις και να επιβάλλονται σε σύντομο χρονικό διάστημα.(16)

Η μορφή της ποινής δεν ήταν ασφαλώς τυχαία αλλά εξαρτιόταν απόλυτα από τους επιμέρους σκοπούς που επιτελούσε, οι οποίοι διαφοροποιούνταν ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εκάστοτε ιστορικής φάσης. Μεταξύ αυτών των σκοπών, οι σπουδαιότεροι συνίστανται σε τέσσερα σημεία:

i) Πρώτον, την αποτροπή (deterrence) των μελών του κοινωνικού συνόλου από την τέλεση μελλοντικών εγκλημάτων. Αυτό επιτυγχάνεται με το να καθίσταται η ποινή τόσο αυστηρή, ώστε το κόστος της επιβαλλόμενης τιμωρίας να υπερβαίνει το «όφελος» που προκύπτει από το διαπραττόμενο αδίκημα. Το αξιοσημείωτο σε αυτήν τη χρονική περίοδο είναι ότι η τιμωρία έχει το χαρακτήρα «θεάματος», διότι αποβλέπει αποκλειστικά στον εκφοβισμό ολόκληρου του πληθυσμού. (17) Τα ειδεχθή θεάματα που υλοποιήθηκαν φέρνουν στην επιφάνεια, με τον πιο επώδυνο τρόπο, την ανάγκη των εξουσιών για στερέωσή τους μέσω επίδειξης ισχύος.

ii) Δεύτερον, την επανένταξη του δράστη (rehabilitation), η οποία περιλαμβάνει ένα σύνολο μέσων για την αναμόρφωσή του (π.χ. εργασία), ώστε να μην τελέσει νέο έγκλημα. Η διαφορά με τον προηγούμενο σκοπό είναι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση καταβάλλεται προσπάθεια για να αλλάξει η στάση του εγκληματία απέναντι σε ολόκληρη την κοινωνία αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό. Απώτερος στόχος είναι να παραδεχτεί το «λάθος» του, ικανοποιώντας με αυτό τον τρόπο το κοινό αίσθημα.

iii) Τρίτον, την αποδυνάμωση/αχρήστευση (incapacitation) του δράστη, μέσω φυσικής εξόντωσης, στιγματισμού με ακρωτηριασμό και άλλες βάναυσες σωματικές ποινές ή ακόμα θανατικής καταδίκης, προκειμένου να διασφαλιστεί το «κοινό καλό».

iv) Τέταρτον, την αποκατάσταση/επανόρθωση (restoration) του διαπραττομένου εγκλήματος. Αυτή εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αδικημάτων ελάσσονος σημασίας, π.χ. τροχαία χωρίς θύματα, μικρο-κλοπές, πρόκληση μικρο-φθορών κ.λπ., τα οποία μπορεί να «διορθωθούν» από τον ίδιο το δράστη. Για παράδειγμα, το άτομο που έχει προβεί στην καταστροφή της περιουσίας ενός συμπολίτη του μπορεί να αποκαταστήσει την ηθική και υλική βλάβη που προκάλεσε προσφέροντας εργασία. (18)

Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι οι ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικο-πολιτισμικές συνθήκες κάθε εποχής ήταν αυτές που καθόριζαν το περιεχόμενο της ποινής, γιατί η τιμωρία έπρεπε να είναι σύστοιχη με την «κυρίαρχη» ιδεολογία ώστε να νομιμοποιείται η ύπαρξή της. Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο της ανάλυσής μας συνίσταται στις συμβολικές διαστάσεις της ποινής, διότι επιτελεί «εκφραστικές» ή αλλιώς «επικοινωνιακές» λειτουργίες, οι οποίες πηγάζουν από τη δυνατότητα που παρέχει στους πολίτες να εκφράσουν ισχυρά τιμωρητικά συναισθήματα. Η τιμωρία προσφέρει «διέξοδο» σε συναισθήματα μίσους και στην επιθυμία εκδίκησης που το ίδιο το έγκλημα προκαλεί, άρα στην εκτόνωση της οργής για το διαπραττόμενο έγκλημα. Η ποινή, υπό αυτή την έννοια, υπερβαίνει τα όρια της απλής επιβολής κυρώσεων και εκφράζει την αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου. (19)

Η δημόσια καταδίκη, είτε εκδηλώνεται φανερά μέσω του στιγματιστικού συμβολισμού της τιμωρίας είτε είναι αφανής αλλά διακριτή, καθιστά ακόμα πιο επώδυνη την ποινή.(20) Παρά ταύτα, στο πλαίσιο της νεότερης κοινωνίας αρκετοί ερευνητές εμφανίστηκαν πιο αισιόδοξοι όσον αφορά την αντιμετώπιση του διττού σχήματος «έγκλημα-τιμωρία» και πρότειναν μία νέα «κοσμοπολίτικη», όπως την ονόμασαν, θεωρία που αντανακλά τον καινούργιο τρόπο επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης μεταξύ διαφορετικών ανθρώπων. Σύμφωνα με αυτήν, ο «άλλος» όχι μόνο δεν εκλαμβάνεται ως εχθρός που πρέπει να «εξοντωθεί» με τις πιο σκληρές ποινές αλλά η αξία της διαφορετικότητας προβάλλεται και αντιτίθεται σε κάθε προσπάθεια παραβίασης της προσωπικής ελευθερίας.(21)

Η πραγματικότητα όμως διαγράφεται ζοφερή, με την ποινή της φυλάκισης να συνεχίζει να παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου. Ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου η κρατική παρέμβαση έχει επεκταθεί σε όλους σχεδόν τους τομείς δράσης, η ποινή ταυτίζεται απόλυτα με την επιβολή κυρώσεων από το κράτος. Οπότε, δεν είναι τυχαίο ότι με το συγκεκριμένο όρο, είτε χρησιμοποιείται σε ερευνητικό επίπεδο είτε στην καθημερινή μας ζωή, εννοούμε, σχεδόν αποκλειστικά, την «επιβολή από το κράτος δυσάρεστων συνεπειών στον παραβάτη για την εγκληματική δραστηριότητά του».(22) Παράλληλα, η μορφή της ποινής, στη χαρακτηριζόμενη «μετα-μοντέρνα» εποχή (postmodern) της αβεβαιότητας και του κατακερματισμού αξιών και προσωπικοτήτων, αποκτά νέο περιεχόμενο γιατί πηγάζει από το χαρακτηριζόμενο «κοινωνικό έλεγχο» (social control) που ασκείται σε όλα τα άτομα και όχι μόνο στους «επικίνδυνους». Αυτός ο έλεγχος είναι συστηματικός και μεθοδικός, επεκτείνεται σε κάθε τομέα δράσης, εμφανώς αλλά και συγκαλυμμένα, συνειδητά αλλά και ασυνείδητα.(23)

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. R. Rede, What is punishment for and how does it relate to the concept of community?, Cambridge: Cambridge University Press, 1991, σελ. 2.
  1. Ι. Μανωλεδάκης, Ν. Παρασκευόπουλος, Εγχειρίδιο Ποινικού Δικαίου: Γενικό Μέρος, Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας, 1999, σσ. 1-2.
  1. D. Garland, Punishment and Modern Society: A Study in Social Theory, Chicago: Chicago University Press, σελ. 286-287.
  1. Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας, 1998, σελ. 1453, όπου καταγράφονται οι δύο χρήσεις του όρου και η αρχική σημασία του.
  1. Βλ. Μ.Ν. Μπακατσούλας, «Η Συνδιαλλαγή (Αίδεσις) και η Αποτίμησης (Ποινή) εις το Αρχαίον Ελληνικόν Δίκαιον» στο Μνήμη Ν. Χωραφά, Η. Γάφου, Κ. Γαρδίκα, τόμ. 2ος, Αθήνα: Α.Ν. Σάκκουλας, 1986, σσ. 188-190, όπου πραγματοποιείται μία ετυμολογική προσέγγιση της λέξεως «ποινή», με αναφορά σε λεξικογράφους, φιλοσόφους και ποιητές, από την αρχαιότητα, αφού πρώτα ο ίδιος ο γράφων υπογραμμίζει ότι «η λέξις ποινή εσήμαινε την οφειλήν των επιθυμούντων να συνδιαλλαγούν (αίδεσθαι)».
  1. Ν. Κουλούρης, Η Επιτήρηση ως Τιμωρία: Περιορισμός ή Επέκταση του Εγκλεισμού;, διδακτορική διατριβή, Νομική Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης: Κομοτηνή, Ιούνιος 2005, σελ. 51.
  1. Α. Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 1984, σελ. 14. Σημειώνεται ότι στα «ιδιωτικά» αδικήματα περιλαμβάνονται όσα θίγουν τα αγαθά ιδιωτικής φύσεως του ατόμου, με βασικότερα τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την τιμή και την περιουσία του. Στα «δημόσια» περιλαμβάνονται όσα θέτουν σε κίνδυνο την ομάδα και προκαλούν την οργή των θεών ή άλλων «ανώτερων»/ υπερφυσικών δυνάμεων.
  1. R. Rede, What is punishment for and how does it relate to the concept of community?, Cambridge: Cambridge University Press, 1991, σελ. 3.
  1. Ι. Φαρσεδάκης, Η Κοινωνική Αντίδραση στο Έγκλημα και τα Όρια της: Μερικές Ιστορικές, Συγκριτικές, Θεωρητικές και Πρακτικές Επισημάνσεις, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 1991, σσ. 40-41.
  1. Βλ. σχετικά με το θέμα των σκληρών ποινών που χρησιμοποιούνταν εκτενώς σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας και το ρόλο της στερητικής της ελευθερίας ποινής: Κ. Γαρδίκας, Εγκληματολογία: Σωφρονιστική, τόμ. Γ΄, 3η έκδ., Αθήνα-Κομοτηνή: Α.Ν. Σάκκουλας, 2001, σσ. 1-2. Επίσης, βλ. Ν. Κουράκης, Ποινική Καταστολή, 4η έκδ, Αθήνα-Κομοτηνή: Α.Ν. Σάκκουλας, 2005, σελ. 1.
  1. R. Rede, ό.π., σελ. 2. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα στο οποίο αξίζει να αναφερθούμε είναι αυτό της μοιχείας, η οποία καταργήθηκε ως αξιόποινη πράξη στη νεότερη εποχή (μόλις το 1982). Έως εκείνη τη χρονική περίοδο ήταν σοβαρό έγκλημα, γιατί απειλούσε την «ηθική» των πολιτών, η οποία προσπαθούσε να καλύψει εντέχνως τη διαφθορά στις ανθρώπινες σχέσεις. Η προσαρμογή στα καινούργια κοινωνικο-οικονομικο-πολιτισμικά δεδομένα συνέβαλε στη ριζική αλλαγή της σκέψης σχετικά τη μοιχεία, η οποία όμως παραμένει ποινικό αδίκημα και υπόκειται σε αυστηρότατες τιμωρίες σε υπανάπτυκτες χώρες. Βλ. Ι. Φαρσεδάκης, ό.π., σελ. 42.
  1. Ι. Φαρσεδάκης, ό.π., σελ. 42.
  1. T.G. Blomberg, K. Lucken, American Penology: A History of Control, N. Brunswick and London: Aldine Transaction, 2006, σσ. 12-16.
  1. Ν. Κουράκης, ό.π., σελ. 15.
  1. Η. Δασκαλάκης, Μεταχείριση Εγκληματία, Αθήνα-Κομοτηνή: Α.Ν. Σάκκουλας, 1985, σσ. 3-4.
  1. C. Valier, Theories of Crime and Punishment, Harlow: Pearson Education, 2002, σελ. 7.
  1. Σημειώνω ότι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα «θεαματικής» τιμωρίας αποτελεί η καταδίκη, στη Γαλλία στις 2 Μαρτίου του 1757, του πατροκτόνου Damiens, να ομολογήσει δημόσια τα σφάλματά του μπροστά στην κύρια πύλη της Εκκλησίας των Παρισίων, όπου θα τον οδηγούσαν με κάρο, γυμνό και με έναν αναμμένο κέρινο δαυλό στο χέρι, ο οποίος ζύγιζε δύο λίβρες. Επίσης, ήταν επιβεβλημένο να τον οδηγήσουν με το ίδιο κάρο στην Πλατεία της Grève, όπου θα στηνόταν με πυρακτωμένες λαβίδες στους μαστούς, στα χέρια, στους μηρούς και τις κνήμες, κρατώντας μάλιστα στο δεξί χέρι το μαχαίρι με το οποίο είχε τελέσει την ανθρωποκτονία, ώστε το χέρι του να καεί και πάνω στις πληγές να χυθεί λιωμένο μολύβι, καυτό ρετσίνι, βραστό λάδι, κερί και θειάφι. Αποκορύφωμα του εν λόγω «θεάματος» ήταν η απόφαση να διαμελιστεί από τέσσερα άλογα και τελικά να αποτεφρωθεί. Η τελευταία «πράξη του δράματος» διήρκησε πολλή ώρα και χρειάστηκαν έξι άλογα, τα οποία όμως αποδείχθηκε ότι δεν επαρκούσαν για το διαμελισμό του. Γι’ αυτό, αποφάσισαν να του κόψουν τα νεύρα, προκειμένου να δώσουν ένα οριστικό τέλος. Η «αυλαία» έπεσε με την αποτρόπαια θανάτωσή του. Βλ. . Μ. Foucault, Επιτήρηση και Τιμωρία: Η Γέννηση της Φυλακής, μτφ. Κ. Χατζηδήμου, Ι. Ράλλη, Αθήνα: Ράππα, 1989, σελ. 11.
  1. Τα στοιχεία αντλούνται από την ιστοσελίδα www.wikipedia.org όπου παρατίθενται αποσπάσματα από την Encyclopedia Britannica, 11η έκδ. Επίσης, βλ. σχετικά τα ακόλουθα: N. Walker «Reductivism and Deterrence» στο R.A. Duff, D. Garland (επιμ), A Reader on Punishment, Oxford: Oxford University Press, 1994, σσ. 210-217, N. Morris, «‘Dangerousness’ and Incapacitation» στο R.A. Duff, D. Garland (επιμ), A Reader on Punishment, ό.π., σσ. 241-260 και M. Cusson, Σύγχρονη Εγκληματολογία, μτφ. Η. Σαγκουνίδου-Δασκαλάκη, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2002, σελ. 262.
  1. R.A. Duff, Punishment, Communication, and Community, Oxford: Oxford University Press, 2001, σσ. 23-24 και 27.
  1. J. Feinberg, «The Expressive Function of Punishment» στο R. A. Duff, D. Garland (επιμ), A Reader on Punishment, ό.π., σελ. 86.
  1. C. Valier, ό.π., σελ. 189. R. Rede, What is punishment for and how does it relate to the concept of community?, Cambridge: Cambridge University Press, 1991, σελ. 2.
  1. N. Lacey, State Punishment: Political Principles and Community Values, London and N. York: Routledge, 1988, σελ. 7.
  1. W.G. Staples, «Surveillance and Social Control in Postmodern Life» στο T.G. Blomberg, S. Cohen (επιμ), Punishment and Social Control, 2η έκδ., N. York: Aldine de Gruyter, 2003, σσ. 193-194.

(φωτογραφία: StefanieKaufmann)

 

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts