Προσωποκεντρική εκπαίδευση για την ανάδειξη των θετικών στοιχείων κάθε παιδιού

της Αγγελικής Καρδαρά.

Πριν από μερικές εβδομάδες παρουσιάσαμε στο pm το θέμα με τίτλο Διαταραχές λόγου και ομιλίας σε παιδιά και έφηβους.

Η πολύ σημαντική επισήμανση  του συνεντευξιαζόμενού μου, κ. Σταμάτη Κόρδα, λογοθεραπευτή και μέλους του διοικητικού συμβουλίου του Πανελληνίου Συλλόγου Λογοπεδικών (Π.Σ.Λ.), στη διάρκεια της συζήτησής μας, ότι αρκετοί γονείς εστιάζουν σε τόσο μεγάλο βαθμό στα αρνητικά σημεία και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα παιδιά τους, ώστε όταν ερωτηθούν για τα θετικά στοιχεία των παιδιών δεν γνωρίζουν καν ποια είναι αυτά και πώς μπορούν να τα βοηθήσουν να τα αξιοποιήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, με προβλημάτισε εντόνως και με το παρόν άρθρο κρίνω σκόπιμο να αναλύσουμε περαιτέρω την καίρια αυτή πτυχή του θέματος.    

Θα ξεκινήσω τονίζοντας ότι είναι μεγάλη «παγίδα» τόσο για τους γονείς όσο και για τους εκπαιδευτικούς που έχουν καθημερινή αλληλεπίδραση με τα παιδιά να αδυνατούν να εντοπίσουν -και σε δεύτερο επίπεδο να αναδείξουν- τα θετικά στοιχεία που κάθε παιδί έχει και να επικεντρώνονται μόνο στα αρνητικά του σημεία, γιατί με αυτό τον τρόπο οδηγούν σταδιακά τον ανήλικο στο να υιοθετήσει έναν «αρνητικό» ρόλο στο σχολείο και ευρύτερα στην κοινωνία και να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση. Είναι όμως όχι απλώς σκόπιμο, αλλά θα μου επιτρέψετε να πω αναγκαίο, γονείς και εκπαιδευτικοί να πιστέψουν σε κάθε παιδί και να του δώσουν την απαιτούμενη ώθηση προκειμένου να αξιοποιήσει τις δυνατότητες του. Καλλιεργώντας ένα θετικό κλίμα, ενίσχυσης και ενθάρρυνσης, τόσο στο σπίτι όσο και στο σχολείο,  ο έφηβος θα μπορέσει να γνωρίσει καλύτερα τον ίδιο του τον εαυτό και να ανακαλύψει τις κλίσεις,  τις δεξιότητες και τα ταλέντα του.  Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι κάθε άτομο έχει αρνητικά και θετικά σημεία, επομένως δίνοντας έμφαση και δουλεύοντας περισσότερο τα θετικά, μπορεί σταδιακά να διαμορφώσει μία δυνατή  προσωπικότητα και να χαράξει την πορεία του  κάνοντας επιλογές -σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο – που τον εκφράζουν και ικανοποιούν τις βαθύτερες ανάγκες του. 


Η μεγάλη δυσκολία όμως του όλου εγχειρήματος που σχετίζεται με την ενίσχυση και ανάδειξη των θετικών στοιχείων των μαθητών πηγάζει από την έλλειψη ουσιαστικού ενδιαφέροντος που δυστυχώς είναι ένα “σύμπτωμα” μίας κοινωνίας που τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Σε μία σχολική τάξη που “τρέχει” να καλύψει την ύλη των εξετάσεων,  ποιος Καθηγητής θα βρει τον απαιτούμενο χρόνο να δώσει σημασία σε εκείνο το παιδί που ζωγραφίζει καταπληκτικά σχέδια ή που σκαρώνει υπέροχους στίχους; Σε μία οικογένεια που τρέχει να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες,  πότε να προλάβουν οι γονείς να ανακαλύψουν το ταλέντο του παιδιού τους στη μουσική και στο θέατρο;  Ασφαλώς -και ευτυχώς- πάντοτε υπήρχαν και θα υπάρχουν σπουδαίοι δάσκαλοι που παρά την πίεση χρόνου και τα εντατικά προγράμματα των εξετάσεων καταφέρνουν να δουν,  εξατομικευμένα,  το κάθε παιδί και να δώσουν φτερά στους μαθητές τους προκειμένου να κυνηγήσουν τα όνειρά τους.  Παράλληλα,  υπάρχουν και διορατικοί γονείς που ενδιαφέρονται ουσιαστικά και ζητούν έγκαιρα την κατάλληλη καθοδήγηση ώστε να στηρίξουν το παιδί τους και να το βοηθήσουν να ανακαλύψει τον δικό του δρόμο, όποιος κι αν είναι αυτός. 

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στην άλλη όψη του νομίσματος που είναι δυσάρεστη, καθώς αφορά παιδιά που «χάθηκαν» σε δρόμους αδιεξόδους χωρίς όνειρα και στόχους,  μεγαλώνοντας σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που δεν τα στήριξε, ούτε μπόρεσε να τους δώσει τα κατάλληλα ερεθίσματα και τα κίνητρα για να προχωρήσουν.  Εάν, σε αυτές τις περιπτώσεις,  το σχολικό περιβάλλον δεν είναι υποστηρικτικό,  τότε η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δυσχερής, με αποτέλεσμα ακόμα και παιδιά με πολλές δεξιότητες να καταλήγουν να αισθάνονται μειονεκτικά και να κάνουν πίσω στα μεγάλα όνειρά τους, θεωρώντας ότι δεν θα τα καταφέρουν και ότι οι προσπάθειές τους δεν θα ανταμειφθούν ποτέ.  

Συμπερασματικά,  μέσω της εκπαιδευτικής πολιτικής είναι αναγκαίο να δοθεί έμφαση στα κίνητρα και στην ενίσχυση του μαθητικού πληθυσμού, στην ουσιαστική στήριξη και καθοδήγησή τους -τόσο των μαθητών που έχουν όνειρο ζωής να γίνουν λαμπροί επιστήμονες, όσο και των μαθητών που προσανατολίζονται στην τεχνική εκπαίδευση, αλλά και εκείνων των παιδιών που ακόμα δεν έχουν βρει τον στόχο τους και αναζητούν εναγωνίως τον δρόμο που τους εκφράζει περισσότερο. 

Επομένως, είναι σημαντικό να γίνει πιο προσωποκεντρική η εκπαίδευση και να αναζητήσει τα θετικά στοιχεία κάθε μαθητή, καλλιεργώντας ταυτόχρονα ένα δημιουργικό και εποικοδομητικό ομαδικό πνεύμα. Εδώ,  θα έλεγα, ότι ο ρόλος ενός ολοκληρωμένου σχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού είναι απολύτως αναγκαίος στο σύγχρονο ελληνικό σχολείο. Εξίσου σημαντικό βήμα να υπάρξει αγαστή συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών, ειδικών του επαγγελματικού προσανατολισμού και γονέων, ώστε να δίνεται έμφαση στις ανάγκες,  τις δεξιότητες,  τις ιδιαιτερότητες και τα “θέλω” κάθε μαθήτριας και κάθε μαθητή, αλλά και να έχει το κάθε παιδί τον χρόνο και τον χώρο του στο σχολικό περιβάλλον  προκειμένου να συζητήσει τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του. Μέσα από όλη αυτήν τη διαδικασία το παιδί θα μπορέσει,  τελικά,  να ανακαλύψει πολλές και διαφορετικές πλευρές του εαυτού του και σταδιακά να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα που το απασχολούν ή ακόμα και το βασανίζουν.  

Συνοψίζοντας,  είναι πραγματικά «δώρο ζωής» το να μπορέσει κάθε νέος άνθρωπος που κάνει τα πρώτα του βήματα στην ενήλικη ζωή να ανακαλύψει εκείνο το μονοπάτι που θα τον κάνει -προσωπικά και επαγγελματικά- ευτυχισμένο.  Η σωστή επιλογή όμως δεν είναι πάντα εύκολη.  Τις περισσότερες φορές θα έλεγα ότι είναι εξαιρετικά δύσκολη.  Γι’ αυτό αξίζει να δώσουμε έμφαση στην ανάδειξη των θετικών στοιχείων κάθε παιδιού, μέσω μίας προσωποκεντρικής εκπαίδευσης.  

Φωτογραφία ανάρτησης: Jonathan Lidbeck @flickr (λεπτομέρεια).

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts