Προστασία του πολίτη και «Kουλτούρα των όπλων»

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Η προστασία του πολίτη οφείλει να είναι προτεραιότητα του κράτους. Τις τελευταίες δεκαετίες το έγκλημα έχει αποκτήσει πιο σκληρές διαστάσεις και γι’ αυτό η επιστημονική κοινότητα αναφέρεται εμφατικά σε σοβαρές ποιοτικές αλλαγές στο εγκληματικό φαινόμενο. Από την άλλη πλευρά η απεικόνιση από τα ΜΜΕ του εγκληματικού φαινομένου καλλιεργεί ακόμα μεγαλύτερο φόβο στους πολίτες. Οι υποθέσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας τους τελευταίους μήνες με αδίστακτους διαρρήκτες να εισβάλουν στις οικίες και να φτάνουν στο σημείο να ασκήσουν βία ή ακόμα και να πυροβολήσουν τους ιδιοκτήτες, είναι σίγουρα ένα στοιχείο που προβληματίζει όλους έντονα.

Ο Καθηγητής Εγκληματολογίας, κ. Γιάννης Πανούσης, ήδη από το έτος 2011 είχε μιλήσει για «άμετρη, άσκοπη και σαδιστική βία». Ειδικότερα, στο πλαίσιο ημερίδας με θέμα «Σύγχρονη κρίση και εγκληματικότητα, τάσεις και προοπτικές, προβληματισμοί και προτάσεις», που είχε διοργανώσει το έτος 2011 ο Ροταριανός Όμιλος Βόλου «ΑΡΓΩ», στο αμφιθέατρο του ΤΕΕ Μαγνησίας, ο Καθηγητής Εγκληματολογίας, κ. Γιάννης Πανούσης, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Το πρόβλημα της εγκληματικότητας στη χώρα μας δεν είναι ποσοτικό, αλλά ποιοτικό. Έχουμε πλέον άμετρη, άσκοπη και σαδιστική βία και αυτό μεταφράζεται ως πρόβλημα απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής. Αυτό είναι που πρέπει να δούμε και να αναλύσουμε τους λόγους της άμετρης βίας. Να μάθουμε γιατί κάποιος σκότωσε για να ληστέψει, γιατί έριξε 27 σφαίρες αντί για μια. Παλιά ο διαρρήκτης δεν έφερε ποτέ πάνω του σουγιά, φοβούμενος μην τον συλλάβουν και τον βρουν πάνω του. Αυτή τη στιγμή όλοι έχουν όπλο, όλοι το χρησιμοποιούν και σε λίγο θα το χρησιμοποιούν και τα εν δυνάμει θύματα. Αυτό είναι αξιακό ζήτημα και όχι αναγκαστικά αστυνομικό ή εγκληματικό θέμα. Έχουν εκπέσει πλέον κάποια πράγματα και αξίες. Αυτό το φαινόμενο της έκπτωσης αξιών είναι εισαγόμενο και πρέπει να το δούμε έτσι. Δεν το θέτω ως θέμα ρατσισμού, αλλά η Ελλάδα είναι μια χώρα που δεν είναι σε εμπόλεμη κατάσταση, που δεν έχει μεγάλες κοινωνικές αναστατώσεις, οπότε δεν εξηγείται ούτε συγχωρείται, ούτε συμψηφίζεται». Ένα δεύτερο στοιχείο που προβληματίζει τους ειδικούς είναι η «σκοτεινή εγκληματικότητα», δηλαδή τα εγκλήματα που από φόβο ή για άλλες αιτίες δεν καταγγέλλονται στις αρχές, με αποτέλεσμα να παραμένουν αφανή[1].

Είναι σαφές ότι όταν παρουσιάζουμε στα ΜΜΕ τόσο σοβαρά ζητήματα, οφείλουμε να μιλήσουμε με υπευθυνότητα. Δυστυχώς, όμως, όταν ο δημόσιος διάλογος «εκτροχιάζεται» και ο ηθικός πανικός που καλλιεργείται από τα ΜΜΕ κυριαρχήσουν, εύκολα επιβάλλονται ακραίες φωνές. Στην παρούσα περίσταση το σημείο που με προβληματίζει περισσότερο είναι να προβάλλεται στα μέσα ως «παράλογο» το να απαιτούμε από την οργανωμένη Πολιτεία επιπρόσθετα μέτρα πρόληψης και καταστολής για τη διασφάλιση της προστασίας του πολίτη -γιατί πλέον έχει χαθεί η εμπιστοσύνη- και να θεωρείται «λογική» η παρότρυνση από χρήστες των social media, ακόμα και από άτομα των οποίων ο λόγος έχει βαρύτητα, να εκπαιδεύονται οι πολίτες στα όπλα!

Αυτό σημαίνει, με απλά λόγια, ότι ο πολίτης παροτρύνεται να αντιμετωπίσει με όπλα κακοποιούς που έχουν εκτίσει πιθανότατα πολύχρονες ποινές στα καταστήματα κράτησης και έχουν «εκπαιδευτεί» για χρόνια στο έγκλημα. Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτές οι παροτρύνσεις χαίρουν θερμής αποδοχής από αρκετούς συμπολίτες μας. Με μεγάλη έκπληξη βλέπω όλο αυτό το χρονικό διάστημα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να ανεβαίνουν φωτογραφίες με ενοίκους που υποτίθεται ότι με ένα όπλο εξουδετερώνουν τον διαρρήκτη. Η ζωή όμως δεν είναι κινηματογράφος! Σε καμία από αυτές τις εικόνες δεν αποτυπώνεται η πραγματικότητα: το ότι συνήθως οι κακοποιοί δρουν σε ομάδα, εξελίσσουν διαρκώς το modus operandi τους και είναι έτοιμοι να σκοτώσουν εάν το κρίνουν αναγκαίο. Επομένως, το πιο σημαντικό είναι να μη φτάσουμε σε αυτήν τη δυσχερή θέση, γιατί μετά τα περιθώρια αντίδρασης περιορίζονται. Επίσης, πιστεύω ότι σε μια τέτοια έκτακτη περίσταση τα μέσα της τεχνολογίας και όχι ένα όπλο θα μπορούσαν να μας παρέχουν πιο αποτελεσματική προστασία.

Λόγω του ότι ανάλογες παροτρύνσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συχνά, καλλιεργούν γόνιμο έδαφος για έκρυθμες καταστάσεις, θα ήθελα να προχωρήσω στις εξής επισημάνσεις:

  • Ένα όπλο στο σπίτι δεν σημαίνει αυτομάτως προστασία. Αντίθετα, ένα όπλο στο σπίτι ενέχει αυξημένους κινδύνους τραυματισμών από ατυχήματα, ειδικά όταν ζουν στην οικία ανήλικα άτομα που μπορεί να πάρουν στα χέρια τους τα όπλα από περιέργεια ή για να «παίξουν», όπως άλλωστε έχουν καταγραφεί ανάλογα περιστατικά και στη χώρα μας, με θανάσιμους τραυματισμούς.
  • Δεύτερον, ο αδίστακτος διαρρήκτης είναι έτοιμος να επιτεθεί και, όπως έχουμε δει, να αφαιρέσει ανθρώπινες ζωές. Λειτουργεί σαν αρπακτικό, με πλήρη απαξίωση για τις ανθρώπινες ζωές. Είναι βέβαιο ότι θα «απαντήσει» και ο ίδιος με σκληρότητα, εκτός εάν είναι «ερασιτέχνης». Άρα, παίζουμε με τον νόμο των πιθανοτήτων…
  • Τρίτον, οι πολίτες δεν είμαστε γκάγκστερ. Το κράτος οφείλει να παρέχει προστασία στον πολίτη και όχι ο πολίτης να πάρει τα όπλα και να αρχίσει να πυροβολεί, ιδίως όταν η ανταλλαγή πυροβολισμών λαμβάνει χώρα ενώπιον και άλλων μελών της οικογένειας, που μπορεί να τραυματιστούν σοβαρά.
  • Εάν αρχίσει και καλλιεργείται η «κουλτούρα των όπλων», το φαινόμενο θα λάβει επικίνδυνες διαστάσεις, κατά την κρίση μου. Κάθε παρανοϊκός θα έχει την «ευκαιρία» για μαζικές εκτελέσεις σε δημόσιους χώρους και το χειρότερο σε σχολεία και πανεπιστήμια, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ.Τουλάχιστον, στη χώρα μας όσον αφορά τα σχολεία και τις Πανεπιστημιακές Σχολές, μέχρι στιγμής, νιώθουμε ασφαλείς και εύχομαι αυτό ποτέ να μην αλλάξει, γιατί είναι μια πολύ σημαντική «κατάκτηση» που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει.
  • Έχοντας βιώσει τη δραματική εμπειρία της απειλής με όπλο, στα 18 μου χρόνια, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι δεν θα πυροβολούσα, γιατί το να χρησιμοποιήσεις ένα όπλο και να αφαιρέσεις μια ζωή δεν έχει καμία σχέση με το «θάρρος» αλλά με την προσωπικότητά σου και γενικότερα με τις αξίες με τις οποίες πορεύεσαι στη ζωή. Σε καμία περίπτωση δεν θα σκότωνα, γιατί αυτή η εμπειρία θα με «στοίχειωνε» για πάντα. Άλλωστε αυτοί οι άνθρωποι εμφανίζουν εκείνες τις στιγμές τόση αγριότητα και σκληρότητα -σαν άγρια θηρία- ώστε τα περιθώρια αντίδρασης είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Στη δική μου περίπτωση θυματοποίησης προτίμησα να δώσω λίγα χρήματα που είχα επάνω μου ώστε να φύγουν ευτυχώς χωρίς να μας πειράξουν και πλέον να μεριμνώ για μέτρα πρόληψης που δεν έλαβα τότε και θα μπορούσα σίγουρα να είχα λάβει. Πιστεύω και πάντα τονίζω την έννοια της «πρόληψης» στο πλαίσιο της αντεγκληματικής πολιτικής.

Συνοψίζοντας, ας μην περνάμε επιπόλαια μηνύματα. Μιλάμε για κακοποιούς και ένα όπλο δεν θα τους εξουδετερώσει, εκτός ίσως εάν το θύμα έχει ειδική, επαγγελματική εκπαίδευση και είναι η δουλειά του να αντιμετωπίζει κακοποιούς. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πρέπει να μείνουμε απαθείς σε μια κατάσταση που εξελίσσεται και αφορά το πιο πολύτιμο αγαθό -τη ζωή μας. Οφείλουμε να έχουμε επαγρύπνηση και σε ατομικό επίπεδο να λάβουμε τα αναγκαία μέτρα πρόληψης. Σε επίπεδο οργανωμένης Πολιτείας, θεωρώ, ότι υπάρχουν σημαντικά βήματα που πρέπει να ληφθούν, ώστε να ενισχυθεί η έννοια της «ασφάλειας» και της «προστασίας του πολίτη» και ταυτόχρονα να τονωθεί η εμπιστοσύνη μας που έχει χαθεί. Σημαντικά βήματα, για παράδειγμα: να οργανωθούν από την Πολιτεία εκστρατείες στα ΜΜΕ όπου ο πολίτης θα ενημερώνεται με μεγαλύτερη εγκυρότητα, ακρίβεια και σαφήνεια, για τα μέτρα πρόληψης, στα σπίτια μας, στον δρόμο, στα μέσα μεταφοράς. Επίσης, να προβληθούν στα ΜΜΕ συνεντεύξεις με άτομα που έχουν θυματοποιηθεί ώστε να γνωρίζουμε τι πρέπει να προσέξουμε περισσότερο σε μια ενδεχόμενη περίπτωση που θα αντιμετωπίσουμε. Εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας να αυξηθούν οι αστυνομικές περιπολίες και γενικότερα να αισθανθούμε -μέσα από συγκεκριμένα μέτρα- ότι δίνεται από το κράτος έμφαση στην προστασία του πολίτη.  Με κατακερματισμένη εμπιστοσύνη και ζώντας με τον φόβο, ο πολίτης είναι έτοιμος να φτάσει σε ακραίες καταστάσεις. Συνεπώς, η επιστημονική κοινότητα οφείλει να πάρει θέση στον δημόσιο διάλογο και να ληφθούν υπ’ όψιν τα νέα δεδομένα που δημιουργούνται στην κοινωνία μας. Με υπερβολές όμως και ακραίες αντιδράσεις -από οπουδήποτε κι αν προέρχονται αυτές και όποιους σκοπούς κι αν εξυπηρετούν- η κατάσταση δεν θα βελτιωθεί, ίσως επιδεινωθεί.

[1] Βλ. σχετικά http://www.postmodern.gr/to-egklima-tis-anthropoktonias-o-thymos-i-kakia-stigmi-ke-i-sadistiki-via/

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts