Σχολικός εκφοβισμός: O καθοριστικός ρόλος των εκπαιδευτικών στην αντιμετώπιση του φαινομένου

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Στο πλαίσιο των δράσεων που οργανώνουμε για το παιδί και την προστασία της ανηλικότητας, έκρινα ότι θα έχει μεγάλη χρησιμότητα να καταγράψουμε τις απόψεις, τις σκέψεις καθώς και συγκεκριμένες προτάσεις για την πρόληψη και αντιμετώπιση εντάσεων, συγκρούσεων και επιθετικών συμπεριφορών μεταξύ ανήλικων μαθητών, από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς που αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητά τους όλα αυτά τα ζητήματα. Η θεωρία πρέπει να συνδυάζεται με την πράξη και να εξετάσουμε πώς μπορούμε να συμβάλλουμε στην επίλυση των συγκεκριμένων θεμάτων, έμπρακτα, στο πλαίσιο του σχολικού περιβάλλοντος. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο επιθυμώ μελλοντικά να οργανώσουμε στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος μια εποικοδομητική συζήτηση με εκπαιδευτικούς και γονείς.

Με μεγάλο ενδιαφέρον, επομένως, κατέγραψα τις σκέψεις και τις προτάσεις της εκπαιδευτικού, κ. Μακρίνας Ψαράκη, η οποία καταφέρνει να κάνει μια μεγάλη «αγκαλιά» τις τάξεις στις οποίες διδάσκει, εφαρμόζοντας δημιουργικές μεθόδους διδασκαλίας, όπως τη συγγραφή από τα ίδια τα παιδιά ενός παραμυθιού (Βλ. σχετικά το θέμα που είχαμε ετοιμάσει στο pm τον Ιούνιο του 2017 με τίτλο Το παραμύθι ως μέσο διδασκαλίας στο ελληνικό σχολείο http://www.postmodern.gr/to-paramythi-os-meso-didaskalias-sto-elliniko-scholio/), βοηθάει το κάθε παιδί να πιστέψει στον εαυτό του και να αναπτύξει τις δεξιότητες του και δημιουργεί ένα πολύ ευχάριστο κλίμα συνεργασίας στην τάξη.

Μακρίνα Ψαράκη, εκπαιδευτικός.

Ο τρόπος διδασκαλίας και προσέγγισης της μαθητικής κοινότητας από την κ. Ψαράκη έχει ενισχύσει την πεποίθησή μου ότι ο εκπαιδευτικός έχει τη δύναμη να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο ως προς την καλλιέργεια ενός θετικού κλίματος στην τάξη και ότι εάν ο εκπαιδευτικός δώσει σε κάθε παιδί χώρο και χρόνο, το προσεγγίσει με αγάπη και ουσιαστικό ενδιαφέρον, δει σε κάθε παιδί τα θετικά στοιχεία του και το βοηθήσει να αναπτύξει τις κλίσεις του και σταδιακά να διαμορφώσει μια δυνατή προσωπικότητα, τότε ο κάθε μαθητής θα αισθανθεί μεγαλύτερη ασφάλεια και θα αντλήσει ικανοποίηση από το σχολικό περιβάλλον, τα μαθήματα και τις σχολικές δραστηριότητες. Ταυτόχρονα, θα καλλιεργηθεί ένα δημιουργικό κλίμα συνεργασίας, εκτίμησης και σεβασμού που είναι αναγκαίο να υπάρξει, καθώς η έλλειψη αυτών των στοιχείων (συνεργασίας, εκτίμησης, σεβασμού) οδηγεί σε κλιμάκωση των εντάσεων.

Αναμφίβολα, κάθε περίπτωση έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά, αλλά η αγάπη και το ειλικρινές ενδιαφέρον είναι ό,τι πιο σημαντικό. Επίσης, όταν μια κατάσταση δεν μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά από την εκπαιδευτική κοινότητα, γιατί πιθανότατα χρήζει μίας εξειδικευμένης προσέγγισης, πρέπει έγκαιρα να ζητείται από τον εκπαιδευτικό η καθοδήγηση της διεύθυνσης του σχολείου και -όπου κρίνεται απαραίτητο- της επιστημονικής κοινότητας που με τη γνώση και την εμπειρία της μπορεί να συμβάλλει στην αποτελεσματική αντιμετώπιση τόσο σοβαρών θεμάτων.

Κρατώ τις πολύτιμες επισημάνσεις της κυρίας Ψαράκη, στις οποίες πιστεύω ότι αξίζει να δώσετε προσοχή, και δεσμεύομαι ότι θα συνεχίσουμε τις δράσεις μας για το παιδί και την προστασία της ανηλικότητας.

«Την ώρα που θα εξελιχθεί μία διαμάχη πρέπει να προσεγγίσουμε ήρεμα τα παιδιά, παραμένοντας ουδέτεροι. Αρχικά, να σταματήσουμε οποιαδήποτε βίαιη ενέργεια -είτε σωματική είτε λεκτική- και να κατέβουμε στο επίπεδο τους, ούτως ώστε να έχουμε μία πιο άμεση και ισότιμη επικοινωνία. Ο τόνος της φωνής και οι κινήσεις μας θα πρέπει να ηρεμούν τα παιδιά και να τους δείχνουν ότι είμαστε εκεί για να τα βοηθήσουμε και όχι για να τα επιπλήξουμε. Αναγνωρίζοντας τα συναισθήματα και των δύο πλευρών, τα παιδιά μπορούν να αποβάλλουν όποιες ενοχές έχουν, οι οποίες συνήθως οδηγούν σε μία αμυντική και αρνητική στάση, κάτι που σίγουρα δεν βοηθάει στην επίλυση της διαφωνίας π.χ. «Ξέρω ότι είσαι πολύ θυμωμένος», «σίγουρα σε στεναχώρησε αυτό που άκουσες». Στη συνέχεια, μαθαίνουμε τι έχει συμβεί ακούγοντας και τις δύο πλευρές και επαναδιατυπώνουμε το πρόβλημα, ώστε να είμαστε σίγουροι και εμείς αλλά και τα παιδιά ότι έχουμε κατανοήσει τι έχει συμβεί. Έπειτα, ζητάμε από τα παιδιά να σκεφτούν κάποια λύση και εάν δυσκολεύονται μπορούμε να ζητήσουμε και τη βοήθεια των υπόλοιπων συμμαθητών τους. Αν δεν βρεθεί κάποια ικανοποιητική λύση, μπορεί να προτείνουμε εμείς. Για να γίνουν όλα αυτά, ο εκπαιδευτικός χρειάζεται να κατανοεί και να σέβεται κάθε παιδί ξεχωριστά, δίνοντας του χρόνο και βοηθώντας το με υπομονή και επιμονή», επισημαίνει μεταξύ άλλων στη συνέντευξη που ακολουθεί.

Η κ. Ψαράκη φοίτησε στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία. Εργάζεται ως νηπιαγωγός στην ιδιωτική εκπαίδευση. Αυτήν την περίοδο παρακολουθεί το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών: «Στρατηγικές Διαχείρισης Κρίσεων και Φυσικών Καταστροφών» με ειδίκευση στα σχολικά συγκροτήματα.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Κυρία Ψαράκη,  στις τρυφερές ηλικίες των παιδιών του προνηπίου και του νηπίου παρατηρείτε εντάσεις μεταξύ τους;  Πώς ξεκινάνε, ποια ζητήματα κυρίως αφορούν και πώς κλιμακώνονται;  

 Τα παιδιά θα έρθουν αντιμέτωπα από την προσχολική ηλικία με εντάσεις στο σχολείο, αλλά και στο σπίτι. Με τον σωστό, όμως, χειρισμό του γονέα και του εκπαιδευτικού μπορούν να λειτουργήσουν μόνο προς όφελος των παιδιών, τα οποία με αυτόν τον τρόπο αρχίζουν και αναπτύσσουν τις απαραίτητες κοινωνικές δεξιότητες για το μέλλον. Κάθε σύγκρουση που έχει ένα παιδί είναι μια ευκαιρία να μάθει να σέβεται τον άλλο, να κατανοήσει την αντίθετη πλευρά και να εκπαιδευτεί ώστε να επικοινωνεί σωστά.

Οι αιτίες που συνήθως προκαλούν ένταση μέσα στην τάξη μπορεί να είναι κάτι πολύ απλό, όπως η διεκδίκηση κάποιου αντικειμένου ή χώρου και γενικότερα ο λανθασμένος τρόπος έκφρασης. Τα παιδιά σε αυτήν την ηλικία εκφράζονται πιο εύκολα με μη λεκτικό τρόπο, γι’ αυτό χρειάζεται χρόνος και εξάσκηση ώστε να μάθουν να εκφράζονται λεκτικά. Η εξέλιξη μία τέτοιας κατάστασης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη σωστή διαπαιδαγώγηση και τον σωστό χειρισμό του εκπαιδευτικού αλλά και τη συνεργασία με την οικογένεια. Σκοπός, βέβαια, είναι τα παιδιά να μάθουν να επιλύουν μόνα τους τέτοιες καταστάσεις, χωρίς την παρέμβαση κάποιου ενηλίκου.

  • Ποια είναι τα χαρακτηριστικά των παιδιών που εμπλέκονται περισσότερο σε καβγάδες και ποιες οι κυρίες διαφοροποιήσεις μεταξύ αγοριών-κοριτσιών;  

Οι προηγούμενες εμπειρίες επαφής με άλλα παιδιά, εντός ή εκτός οικογενειακού κύκλου, και ο τρόπος που το έχει χειριστεί η οικογένεια, παίζουν μεγάλο ρόλο στο πώς θα συμπεριφερθεί ένα παιδί αργότερα. Αν έχει μάθει από το σπίτι να μοιράζεται, θα κάνει το ίδιο και στο σχολείο. Αν δεν έχει συνηθίσει να συναναστρέφεται με άλλα παιδιά, έχει μάθει μόνο να διεκδικεί και να εκπληρώνονται όλα τα «θέλω» του, να μην του χαλάει κανείς χατίρι και η οικογένεια να μην απορρίπτει τις επιθετικές συμπεριφορές όταν εμφανιστούν, θα δυσκολευτεί στην αλληλεπίδραση του με τους συμμαθητές του. Έτσι είναι πιο πιθανό να εμπλακεί σε κάποιο διαπληκτισμό, κυρίως επειδή δεν θα γνωρίζει τον σωστό τρόπο έκφρασης των συναισθημάτων του και των «θέλω» του. Αν το παιδί αναπτύξει από νωρίς κάποιες δεξιότητες επικοινωνίας και έκφρασης, θα το βοηθήσουν να μην εμπλακεί και να αποφύγει κάποιο τσακωμό.

Επίσης, παιδιά που έχουν εκτεθεί στη βία στο οικογενειακό τους περιβάλλον και απουσιάζει η καλή επικοινωνία, είναι πολύ πιθανό να αναπαράγουν την ίδια συμπεριφορά, καθώς σε αυτήν την ηλικία μιμούνται και εξιδανικεύουν τις συμπεριφορές των γονιών τους, γιατί θεωρούν ότι είναι οι σωστές.

Τέλος, αρκετές φορές παρατηρούμε ότι τα βίαια ηλεκτρονικά παιχνίδια που παίζουν τα παιδιά συχνά, έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη συμπεριφορά τους. Έρευνες έχουν δείξει ότι εξασκούν την επιθετική σκέψη και τα παιδιά συνηθίζουν να βλέπουν βίαιες εικόνες, κάτι που ως συνέπεια έχει την απευαισθητοποίησή τους απέναντι σε αυτές. Εκπαιδεύονται επομένως να είναι επιθετικά και να αδιαφορούν για τις συνέπειες της βίας, ακόμα και στην πραγματική ζωή. Καταλαβαίνουμε επομένως, πόσο σημαντικό είναι να βοηθήσει το οικογενειακό περιβάλλον στην ομαλή κοινωνικοποίηση του παιδιού στο σχολείο.

Όσον αφορά τις κυρίες διαφοροποιήσεις μεταξύ των δύο φύλων, τα αγόρια τείνουν να εμπλέκονται περισσότερο σε περιστατικά σωματικής βίας, ενώ τα κορίτσια λεκτικής. Σε αυτές τις τρυφερές ηλικίες οι διαπληκτισμοί αφορούν συνήθως, την διεκδίκηση κάποιου παιχνιδιού με χρήση βίας όπως: σπρώξιμο, χτύπημα, κλωτσιά κτλ. ή φράσεις όπως: «δεν σε έχω φίλη», «η ζωγραφιά σου δεν είναι ωραία», «δεν θα σε καλέσω στο πάρτι μου» κτλ.

  • Θα μας αναφέρετε αποτελεσματικούς τρόπους αντιμετώπισης των εντάσεων μεταξύ των μαθητών, σε αυτές τις πολύ μικρές ηλικίες;  

Από την αρχή της σχολικής χρονιάς, ο εκπαιδευτικός πρέπει να αφιερώνει καθημερινά πολύ χρόνο στην εξήγηση κάποιων βασικών κοινωνικών συμπεριφορών, καθώς και στη σωστή έκφραση των συναισθημάτων. Μέσα από παιχνίδια, ιστορίες και παραδείγματα που λαμβάνουν χώρα μέσα στην τάξη, δίνεται η ευκαιρία στα παιδιά να κατανοήσουν και να αφομοιώσουν τον τρόπο αλληλεπίδρασης με τους γύρω τους. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να τα βοηθήσει να αναπτύξουν την ενσυναίσθησή τους, να ακούν με προσοχή αυτά που λέει ο άλλος, να αποθαρρύνει βίαιες συμπεριφορές, χωρίς όμως να τις τιμωρεί, και να εκπαιδεύσει τα παιδιά να επιλύουν μόνα τους τα προβλήματα, με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι και οι δύο πλευρές ευχαριστημένες.

Πιο συγκεκριμένα, την ώρα που θα εξελιχθεί μία διαμάχη πρέπει να προσεγγίσουμε ήρεμα τα παιδιά, παραμένοντας ουδέτεροι. Αρχικά, να σταματήσουμε οποιαδήποτε βίαιη ενέργεια -είτε σωματική είτε λεκτική- και να κατέβουμε στο επίπεδο τους, ούτως ώστε να έχουμε μία πιο άμεση και ισότιμη επικοινωνία. Ο τόνος της φωνής και οι κινήσεις μας θα πρέπει να ηρεμούν τα παιδιά και να τους δείχνουν ότι είμαστε εκεί για να τα βοηθήσουμε και όχι για να τα επιπλήξουμε. Αναγνωρίζοντας τα συναισθήματα και των δύο πλευρών, τα παιδιά μπορούν να αποβάλλουν όποιες ενοχές έχουν, οι οποίες συνήθως οδηγούν σε μία αμυντική και αρνητική στάση, κάτι που σίγουρα δεν βοηθάει στην επίλυση της διαφωνίας π.χ. «Ξέρω ότι είσαι πολύ θυμωμένος», «σίγουρα σε στεναχώρησε αυτό που άκουσες». Στη συνέχεια, μαθαίνουμε τι έχει συμβεί ακούγοντας και τις δύο πλευρές και επαναδιατυπώνουμε το πρόβλημα, ώστε να είμαστε σίγουροι και εμείς αλλά και τα παιδιά ότι έχουμε κατανοήσει τι έχει συμβεί. Έπειτα, ζητάμε από τα παιδιά να σκεφτούν κάποια λύση και εάν δυσκολεύονται μπορούμε να ζητήσουμε και τη βοήθεια των υπόλοιπων συμμαθητών τους. Αν δεν βρεθεί κάποια ικανοποιητική λύση, μπορεί να προτείνουμε εμείς. Για να γίνουν όλα αυτά, ο εκπαιδευτικός χρειάζεται να κατανοεί και να σέβεται κάθε παιδί ξεχωριστά, δίνοντας του χρόνο και βοηθώντας το με υπομονή και επιμονή.

  • Ποια περιστατικά μεταξύ μικρών μαθητών πρέπει να προβληματίζουν περισσότερο τους εκπαιδευτικούς;  Θα μοιραστείτε με τους αναγνώστες μας κάποια ανάλογη,  δύσκολη,  εμπειρία σας και πώς την αντιμετωπίσατε; 

Αναμφίβολα τα περιστατικά έντονης και συνεχούς βίας είναι ένα στοιχείο που θα πρέπει να μας προβληματίσει. Αν έχουμε αφιερώσει χρόνο και φροντίδα, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται το πρόβλημα, τότε σίγουρα θα πρέπει να αναζητήσουμε βοήθεια από κάποιον ειδικό π.χ. παιδοψυχολόγο, σε επικοινωνία πάντα με την οικογένεια. Οφείλουμε να δώσουμε μεγάλη σημασία στην ψυχολογική υποστήριξη και ενίσχυση των παιδιών που έχουν δεχθεί τη βία, ούτως ώστε να τα βοηθήσουμε να αποβάλλουν τα αρνητικά συναισθήματα και να ενισχύσουμε την αυτοπεποίθησή τους.

Σε αυτές τις μικρές ηλικίες δεν είναι πολύ συχνά τα τόσο έντονα περιστατικά βίας, παρ’ όλα αυτά, είναι κάτι που μπορεί να συμβεί. Συνήθως συμβαίνουν τον πρώτο καιρό, μέχρι να προσαρμοστούν τα παιδιά και να αναπτύξουν τις κοινωνικές τους δεξιότητες.

Ένα από τα δυσκολότερα περιστατικά που έχω βιώσει αυτά τα χρόνια ως εκπαιδευτικός, αφορούσε ένα παιδάκι πολύ δυνατό για την ηλικία του και αρκετά μεγαλόσωμο, με αυστηρό και επιβλητικό ύφος που είχε μάθει να διεκδικεί αυτό που θέλει, ακόμα και όταν είχε άδικο. Αντιδρούσε με πολύ άσχημο τρόπο: φωνάζοντας, απειλώντας, χτυπώντας, δαγκώνοντας, φτύνοντας, όχι μόνο τους συμμαθητές του, αλλά και εμένα. Όταν ένα παιδί συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο, έχει μεγάλη σημασία να μάθουμε το πλαίσιο στο οποίο μεγαλώνει εκτός σχολείου και τι το ωθεί να συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο. Το συγκεκριμένο παιδάκι είχε πρόσφατα βιώσει μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση στο σπίτι του. Από τις πρώτες ημέρες λοιπόν, είχε εκδηλώσει αυτές τις επιθετικές συμπεριφορές, με αποτέλεσμα να έχει καλλιεργήσει ένα κλίμα φόβου, να έχει έρθει σε ρήξη με τα πιο δυναμικά παιδιά της τάξης και να γίνονται συνεχώς παράπονα. Παρόλο λοιπόν, που αφιέρωνα καθημερινά πολύ χρόνο στην ανάλυση των βασικών κοινωνικών συμπεριφορών και στην έκφραση των συναισθημάτων, όπως προανέφερα, χρειαζόταν για πολύ μεγάλο διάστημα να επεμβαίνω επιτόπου και να αφιερώνω ξεχωριστά και ατομικά χρόνο σε κάθε περιστατικό που συνέβαινε, μέσα στην τάξη ή στο διάλειμμα. Δίνοντας του να αναλάβει πιο απαιτητικές και υπεύθυνες «δουλειές» άρχισε να απασχολείται δημιουργικά και να αισθάνεται πιο υπεύθυνο. Ενισχύοντας τα θετικά χαρακτηριστικά του και επιβραβεύοντας τις σωστές συμπεριφορές, με τον καιρό άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι δεν το αντιμετώπιζα σαν ένα άτακτο παιδί, αλλά ως ένα παιδί που κατανοούσα τις ανάγκες του και ήμουν εκεί για να το βοηθήσω. Αυτό δεν ήταν κάτι που κατακτήθηκε αμέσως, αντίθετα χρειάστηκε επιμονή και αρκετά μεγάλο διάστημα, περίπου 2-3 μήνες. Από εκεί και έπειτα, το παιδάκι αυτό έβγαλε τον γλυκό του εαυτό, με βοηθούσε στην τάξη και έπαιζε όμορφα με τους συμμαθητές του! Μάλιστα, την επόμενη χρονιά που πήγε στην μεγαλύτερη τάξη, ερχόταν κάθε πρωί να με καλημερίσει, να με αγκαλιάσει και να μου πει τα νέα του.

Αυτό που πιστεύω βοήθησε περισσότερο ήταν ότι είχα καταφέρει να δω πως πίσω από αυτήν την επιθετική συμπεριφορά κρυβόταν ένα ευαίσθητο, τρυφερό και στεναχωρημένο παιδί, που απλώς δεν ήξερε πως να διαχειριστεί τη λύπη του και τον θυμό του, αλλά και πώς να αλληλεπιδράσει με τους συμμαθητές του. Έτσι, αντιμετωπίζοντάς το με την αγάπη και την στοργικότητα που είχε ανάγκη φτάσαμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

  • Οι εντάσεις και τα όποια προβλήματα μεταξύ μικρών μαθητών πρέπει, κατά την κρίση σας, να επιλύονται αποκλειστικά στον χώρο του σχολείου;  Οι γονείς ενημερώνονται και ποια πρέπει να είναι η στάση και αντιμετώπισή τους;  

Το αν τα προβλήματα θα επιλύονται αποκλειστικά στον χώρο του σχολείου, θεωρώ ότι έχει σχέση με την ένταση και την συχνότητα των περιστατικών. Αρχικά, είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε τις έννοιες «επιθετικότητα» και «σύγκρουση». Μία σύγκρουση μεταξύ παιδιών στη διάρκεια της ημέρας, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει επιθετικότητα εκ μέρους των παιδιών. Απλές διαμάχες όπως για παράδειγμα «μου πήρε τον μαρκαδόρο που ήθελα» ή «δε με αφήνει να παίξω μαζί του», μπορούν να επιλυθούν άμεσα στο σχολείο και να μην λάβουν μεγάλες διαστάσεις. Αν όμως ένα περιστατικό είναι βίαιο ή συμβαίνει κατ’ εξακολούθηση, σίγουρα θα πρέπει να ενημερωθούν οι γονείς. Η επικοινωνία και η συνεργασία οικογένειας και σχολείου είναι πολύ σημαντικές για την ομαλή προσαρμογή και εξέλιξη κάθε παιδιού. Κάθε πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί με άμεση και σωστή παρέμβαση, κάτι που δυστυχώς πολλές φορές δεν συμβαίνει, γιατί οι γονείς αρνούνται να δεχθούν ότι το παιδί τους έχει μια βίαιη συμπεριφορά. Θα πρέπει αρχικά να αναγνωρίσουν την κατάσταση και συζητώντας με τον εκπαιδευτικό να αποφασίσουν μαζί για το σχέδιο δράσης που θα ακολουθήσουν. Η στάση τους απέναντι στο παιδί θα πρέπει να είναι ψύχραιμη. Να ακούσουν και να δείξουν κατανόηση στα συναισθήματα του παιδιού και έπειτα με την σωστή καθοδήγηση να το βοηθήσουν να επιλύσει το πρόβλημα. Φράσεις όπως: «Μου φαίνεσαι αναστατωμένος. Εξήγησέ μου τι συνέβη..» ή «Πώς σε έκανε να νιώθεις αυτό;» ή «Αν μου συνέβαινε εμένα αυτό θα ένιωθα…», μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να εκφραστούν και να μάθουν να επικοινωνούν πιο αποτελεσματικά, ούτως ώστε να  διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους και να επιλύουν τις διαφορές τους. Φυσικά, έχει μεγάλη σημασία να δίνουν οι ίδιοι οι γονείς το καλό παράδειγμα στο πώς διαχειρίζονται τις διαφωνίες τους μεταξύ τους,  με τους γύρω τους αλλά και με το ίδιο το παιδί.

  • Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε,  σε ορισμένες περιπτώσεις,  για «λανθασμένες παρεμβάσεις» εκπαιδευτικών και γονέων ως προς την αντιμετώπιση των εντάσεων μεταξύ μαθητών στο προνήπιο και νηπιαγωγείο και ποιες οι συνέπειες αυτών των παρεμβάσεων;

Φυσικά και μπορούν να υπάρξουν «λανθασμένες παρεμβάσεις» και από τις δύο πλευρές. H πιο συνηθισμένη από αυτές είναι η επίπληξη του παιδιού με τη βίαιη συμπεριφορά και η παρηγόρηση της άλλης πλευράς. Παίρνοντας κατ’ ευθείαν το μέρος της «ριγμένης» πλευράς και χρησιμοποιώντας φράσεις όπως «καημενούλη μου, πώς σου συμπεριφέρθηκε έτσι;»,  αυτό που θα καταφέρουμε είναι να νιώσει το παιδί ότι είναι το θύμα της υπόθεσης και να παραμείνει με το αρνητικό συναίσθημα και την αρνητική εμπειρία. Επιπλήττοντας το παιδί με τη βίαιη συμπεριφορά, μπορεί να αντιδράσει πιο έντονα, να νιώσει αδικημένο και να μη μάθει πώς να διαχειρίζεται τέτοιες καταστάσεις και να τις επιλύει. Ακόμα και αν εκείνη τη στιγμή φαίνεται ότι υπάρχει συμμόρφωση, αυτό είναι πιο πιθανό να συμβαίνει λόγω της υπακοής στον πιο ισχυρό, δηλαδή τον ενήλικα και η αλλαγή της συμπεριφοράς να στηρίζεται στον φόβο και όχι στην κατανόηση και εξέλιξη της προσωπικότητας του παιδιού. Ο ενήλικας δεν πρέπει να έχει τον ρόλο του δικηγόρου ή του παρηγορητή αλλά του ουδέτερου καθοδηγητή.

Μπορεί επίσης, είτε ο εκπαιδευτικός είτε ο γονέας, να δοκιμάσει να τραβήξει το ενδιαφέρον των παιδιών σε κάτι άλλο, ώστε να σταματήσει η διαμάχη. Το αποτέλεσμα είναι απλώς να  «κουκουλώνεται» το πρόβλημα.

Τέλος, ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που μπορεί να συμβεί είναι η μη παρέμβαση, που αγγίζει τα όρια της πλήρους αδιαφορίας. Μπορεί στην αρχή να αφήσουμε τα παιδιά να χειριστούν μόνα τους την κατάσταση, αλλά πάντα παρατηρούμε και αργότερα συζητάμε και με τις δύο πλευρές για το πρόβλημα που δημιουργήθηκε καθώς και τις συνέπειες που αυτό έχει. Οι εκπαιδευτικοί έχουν καθήκον να βοηθήσουν τα παιδιά και οι γονείς πρέπει να είναι δίπλα τους, ειδικά στις μεγαλύτερες τάξεις που η βία είναι πιο συχνό φαινόμενο.

  • Οι συμπεριφορές που υιοθετούν οι μαθητές στο Νηπιαγωγείο απέναντι στους συμμαθητές και τους εκπαιδευτικούς είναι ίδιες με αυτές που θα υιοθετήσουν και στο Δημοτικό ή διαφοροποιούνται; Τι δείχνει η δική σας εμπειρία;

Μιας και ο χώρος του νηπιαγωγείου, στον οποίο εργάζομαι, συνορεύει με το χώρο του δημοτικού, έχω συχνά την ευκαιρία να βλέπω και να μαθαίνω τα νέα των παλιών μου μαθητών. Από τη δική μου εμπειρία, τείνω να πιστεύω ότι οι συμπεριφορές που θα έχει αναπτύξει ένα παιδί τελειώνοντας το προνήπιο ή το νήπιο, θα είναι ίδιες, σε πολύ μεγάλο ποσοστό, με αυτές που θα υιοθετήσει στο δημοτικό. Αυτό βέβαια δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κανόνας, γιατί οι εμπειρίες που βιώνει καθημερινά ένα παιδί είναι καθοριστικές για την μετέπειτα εξέλιξη του. Για παράδειγμα εάν περάσει ένα ισχυρό σοκ (διαζύγιο, αρρώστια ή απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου) είναι πιθανό να αλλάξει στάση και συμπεριφορά, να κλειστεί στον εαυτό του ή να γίνει πιο επιθετικό. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό οι γονείς και το σχολείο να είναι κοντά στα παιδιά και να υπάρχει επικοινωνία και συνεργασία, ούτως ώστε τα ίδια να νιώθουν ότι μεγαλώνουν σε ένα κλίμα εμπιστοσύνης, συνεργασίας και αποδοχής.

  • Πιστεύετε ότι η έγκαιρη παρέμβαση και η πρόληψη στο Νηπιαγωγείο διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού σε μεγαλύτερες ηλικίες;  Με ποιους παιδαγωγικούς τρόπους και μέσα θα έχουμε, θεωρείτε, τα καλύτερα αποτελέσματα;

 Η πρόληψη παίζει πολύ καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού. Με τη λειτουργία δράσεων που στοχεύουν στην πρόληψη της επιθετικής συμπεριφοράς, προτού αυτή κάνει την εμφάνισή της, αλλά και με την έγκαιρη παρέμβαση για παροχή βοήθειας όταν έχει ήδη εκδηλωθεί μία επιθετική συμπεριφορά, σίγουρα μπορούμε να ελπίζουμε στη μείωση τέτοιων περιστατικών. Και όταν μιλάμε για πρόληψη και έγκαιρη παρέμβαση, τι είναι πιο κατάλληλο από τον χώρο της προσχολικής εκπαίδευσης, όπου το παιδί κάνει τα πρώτα βήματα για την ένταξη του στην κοινωνία και αναπτύσσει τις απαραίτητες δεξιότητες.

Επομένως, κρίνω σκόπιμη τη δημιουργία προγραμμάτων πρόληψης και παρέμβασης, για όλους τους μαθητές και όχι μόνο για αυτούς που έχουν προβλήματα εκφοβισμού. Τα προγράμματα αυτά πρέπει να αναπτύσσουν την ενσυναίσθηση των παιδιών, αφού για να μπορέσουν να χειριστούν τις συγκρούσεις θα πρέπει να μάθουν να αναγνωρίζουν και να προσδιορίζουν τα συναισθήματά τους, να μάθουν να τα εκφράζουν, να μπορούν να τα ελέγξουν αλλά και να ερμηνεύουν τα συναισθήματα των άλλων.

Πολύ σημαντικό είναι να δημιουργηθούν επιπλέον προγράμματα εκπαίδευσης και επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών και των γονέων, ούτως ώστε να μπορούν να αξιοποιούν τα καθημερινά προβλήματα και τις συγκρούσεις που προκύπτουν μεταξύ των παιδιών με θετικό και δημιουργικό τρόπο, ώστε να αναπτύξουν τα παιδιά ικανότητες συνεργασίας και τήρησης των  κανόνων. Συμμετέχοντας ενεργά στην επίλυση προβλημάτων και λαμβάνοντας αποφάσεις στα προβλήματα που συμβαίνουν, τα παιδιά ενθαρρύνονται να μεταφέρουν τη θεωρητική γνώση σε πραγματικές καταστάσεις.

Πολύ χρήσιμο και βοηθητικό θα ήταν επίσης, να υπάρχει μία ομάδα από ειδικούς (ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς), που θα είναι σε θέση να συμβουλέψουν σωστά τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς αλλά και τα παιδιά που το έχουν ανάγκη.

Εκπαιδεύοντας τα παιδιά μέσα από συζητήσεις, από το παιχνίδι και από τις αφηγήσεις παραμυθιών, μπορούμε να τα βοηθήσουμε να αντιληφθούν τα όρια, να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να κατανοούν τις ανάγκες και τα συναισθήματα των άλλων και τέλος να τα βοηθήσουμε να ελέγχουν την επιθετικότητα τους.

Κρίνεται επομένως σκόπιμη, η εφαρμογή μιας ολιστικής προσέγγισης αντιμετώπισης του φαινομένου, προκειμένου να λειτουργήσει καταλυτικά στην έγκαιρη αντιμετώπιση και πρόληψη του για να υπάρχουν μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.

  • Κρίνω σκόπιμο, κυρία Ψαράκη, να μας περιγράψετε τις δικές σας παιδαγωγικές μεθόδους που τόσα χρόνια εφαρμόζετε με πολύ μεγάλη επιτυχία και φέρνετε τους μαθητές σας πολύ κοντά, έχοντας ταυτόχρονα εξαιρετικά αποτελέσματα σε μαθησιακό επίπεδο.

Στη διάρκεια μιας σχολικής χρονιάς, προσπαθώ και εγώ να εφαρμόσω όλα αυτά που έχω ήδη αναφέρει. Ο καλύτερος τρόπος για να το καταφέρω είναι, συνήθως, μέσω του παιχνιδιού και των παραμυθιών. Διαβάζοντας στα παιδιά ιστορίες τους μαθαίνουμε την αγάπη, την αλληλεγγύη, την αποδοχή στη διαφορετικότητα, την συμπαράσταση, την κατανόηση, την αλληλοβοήθεια. Τους δείχνουμε ότι υπάρχει ελπίδα και λύση σε ένα πρόβλημα.

Μέσω του παιχνιδιού, μπορούμε να διδάξουμε στα παιδιά με  βιωματικό τρόπο πώς λειτουργεί η κοινωνία μας. Μπορούν έτσι να αποκτήσουν ηθικές αρχές και σωστούς τρόπους συμπεριφοράς, να μάθουν πως να λειτουργούν μέσα σε μια ομάδα σεβόμενοι τον εαυτό τους αλλά και τους άλλους. Χρησιμοποιώ πολύ συχνά παιχνίδια αλλά και δραστηριότητες  συνεργασίας, όπου χρειάζεται ομαδική δουλειά για το επιθυμητό αποτέλεσμα. Με αυτό τον τρόπο τα παιδιά αναπτύσσουν συνεργατικότητα, αλληλοβοηθούνται μεταξύ τους και μαθαίνουν να απευθύνονται ο ένας στον άλλο με θετικό τρόπο. Καθώς διασκεδάζουν ενισχύεται η προσωπική τους ανάπτυξη και αυξάνεται η αυτοεκτίμησή τους. Επίσης, προσπαθώ πολύ να εντοπίσω και να αναδείξω τα θετικά χαρακτηριστικά ενός παιδιού, όχι μόνο στους συμμαθητές του αλλά και στο ίδιο ούτως ώστε να αναπτυχθεί η αυτοπεποίθηση του και κυρίως η αυτοεκτίμησή του, εφόδιο πολύ σημαντικό για το μέλλον. Όσο παράξενο και αν φαίνεται, η αυτοεκτίμηση των παιδιών με επιθετικές συμπεριφορές μπορεί ορισμένες φορές να είναι τόσο χαμηλή που τα ίδια είναι εξαιρετικά δύσκολο να πιστέψουν στον εαυτό τους και καταλήγουν να επιλέγουν έτσι την εύκολη λύση.

Θεωρώ πολύ σημαντική την επιβράβευση θετικών συμπεριφορών, όχι απαραίτητα μέσω κάποιου αντικειμένου, όπως π.χ. αυτοκόλλητο, αλλά και με φράσεις όπως: «χαίρομαι που βοήθησες τον φίλο σου να μαζέψει τα τουβλάκια», «σου αξίζει ένα μεγάλο μπράβο που ήσουν τόσο ευγενικός με τον συμμαθητή σου», ή με λήψη σημαντικών ρόλων μέσα στην τάξη όπως π.χ. «νομίζω ότι σου αξίζει να γίνεις ο αρχηγός του τρένου που θα οδηγήσει τους φίλους του στην αυλή», «μου φαίνεται ότι, αφού άκουσες με προσοχή όλες τις οδηγίες έως τώρα, μπορείς να γίνεις ‘ο ταχυδρόμος’ και να πας αυτό το χαρτί για φωτοτυπίες».

Φυσικά, κάθε φορά που υπάρχει κάποια αντιπαράθεση μεταξύ των παιδιών, φροντίζω ούτως ώστε να μπορέσουν να εκφραστούν με ασφάλεια και να αντιμετωπίσουν την αιτία του θυμού και κατ’ επέκταση της σύγκρουσης. Έπειτα, να δοθεί η σωστή λύση, ώστε να νιώσουν και οι δύο πλευρές ικανοποίηση.

  • Παράλληλα με το διδακτικό σας έργο, ολοκληρώνετε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μεταπτυχιακό, πολύ χρήσιμο για τα σχολεία μας.  Θα μας αναφέρετε το βασικό στόχο του μεταπτυχιακού και πώς θα το αξιοποιήσετε στην πράξη;  

Ναι πράγματι, τον τελευταίο χρόνο παρακολουθώ το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Στρατηγικές Διαχείρισης Καταστροφών και Κρίσεων» του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ούτως ώστε να αποκτήσω περαιτέρω γνώσεις και σε έναν άλλο τομέα, όπου δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη διαχείριση κρίσεων που προέρχονται από εξωτερικούς παράγοντες. Σκοπός του προγράμματος είναι η απόκτηση ουσιαστικών γνώσεων για την αντιμετώπιση σύγχρονων προβλημάτων σε παγκόσμιο επίπεδο. Η κατεύθυνση που ακολουθώ έχει ως στόχο την επιμόρφωση των εμπλεκομένων μίας σχολικής κοινότητας, ώστε να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης και να είναι σε ετοιμότητα να διαχειριστούν μία κρίση, πριν, κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά.

Δυστυχώς, όπως είδαμε όλοι φέτος, η έλλειψη ετοιμότητας απέναντι σε μία καταστροφή μεγιστοποιεί τις αρνητικές επιπτώσεις. Παρ’ όλο που τέτοια περιστατικά μπορούν να επηρεάσουν άμεσα και με πολύ επώδυνο τρόπο τη σχολική κοινότητα, πολλά σχολεία δεν έχουν λάβει καμία σχετική επιμόρφωση αναφορικά με τη διαχείριση τέτοιων κρίσεων. Ολοκληρώνοντας το μεταπτυχιακό, ελπίζω να μπορώ να εκπαιδεύσω τους μαθητές μου ούτως ώστε να μπορούν να διαχειριστούν, όσο το δυνατόν καλύτερα μία κρίση, αλλά και να τους ευαισθητοποιήσω απέναντι σε τόσο ζωτικής σημασίας θέματα, καλλιεργώντας τους τη σημασία της ατομικής και συλλογικής ευθύνης.

Με τον σχεδιασμό, την πρόληψη και την αποτελεσματική διαχείριση μιας κρίσης, μπορούμε να  επανέλθουμε πιο γρήγορα  στους κανονικούς ρυθμούς ζωής, περιορίζοντας τις δυσμενείς επιπτώσεις. Η δημιουργία ενός ασφαλούς σχολικού περιβάλλοντος, είτε αφορά κάποιο φυσικό κίνδυνο, είτε καταστάσεις εκφοβισμού, θα πρέπει να είναι βασικό μέλημα της πολιτείας μας αλλά και όλων μας ξεχωριστά.

  • Κυρία Ψαράκη, σας ευχαριστώ θερμά και εύχομαι επιτυχία στην υλοποίηση των στόχων σας.  

Και εγώ σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δώσατε να αναπτύξουμε ένα τόσο σημαντικό και επίκαιρο θέμα.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts