Σχολικός εκφοβισμός (school bullying): Ο λόγος στα παιδιά!

bullie

της Αγγελικής Καρδαρά.

Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού (school bullying) δεν αφορά μόνο το σύγχρονο σχολείο, αλλά τολμώ να πω ότι είναι συνυφασμένο με την ύπαρξη του σχολείου. Από το 1973, ένας στους επτά μαθητές δήλωνε ότι έχει πέσει θύμα εκφοβισμού. Ο πλέον εξειδικευμένος ερευνητής του θέματος, Καθηγητής Dan Olweus, παρέχει μέσα από τη βιβλιογραφία, αρθρογραφία και δράση του, πολύτιμες πληροφορίες για την εξέλιξη του φαινομένου και σημεία που πρέπει να προσέξουμε με σκοπό την αντιμετώπισή του.

Οι σκληρές συμπεριφορές τόσο μεταξύ μαθητών, όσο και από τους καθηγητές προς τους μαθητές, αποτελούσαν πραγματικότητα και στο παραδοσιακό σχολείο. Σαφώς, σήμερα, τέτοια περιστατικά βλέπουν πιο εύκολα το φως της δημοσιότητας λόγω των ΜΜΕ που ασχολούνται με το θέμα, αλλά και της μεγαλύτερης κοινωνικής ευαισθησίας για το παιδί και τον έφηβο.

Επίσης, το σύγχρονο σχολείο είναι πολυπολιτισμικό, γεγονός που έχει οδηγήσει σε όξυνση των εντάσεων και των συγκρούσεων, κυρίως γιατί τα παιδιά μας δεν έχουν μάθει ακόμα να συνυπάρχουν αρμονικά με παιδιά άλλων εθνικότητων, καθώς η έννοια της “πολυπολιτισμικότητας” δεν έχει εμπεδωθεί στην πράξη, μέσω της ανταλλαγής για παράδειγμα πολιτισμικών εμπειριών, τρόπων ζωής κ.λπ. Τέλος, η μεγάλη διαφορά με την παραδοσιακή κοινωνία είναι ότι η βία “νομιμοποιείται” ολοένα και περισσότερο στα μάτια των παιδιών, τα οποία -δυστυχώς- την θεωρούν πολλές φορές το μοναδικό μέσο άμυνας και προστασίας τους. Η “νομιμοποίηση” της βίας σε συνδυασμό με την κρίση αξιών οδηγεί σε υιοθέτηση ακραίων συμπεριφορών από ομάδες μαθητών τόσο απέναντι στους συμμαθητές τους, όσο και απέναντι στους εκπαιδευτικούς -μια ακόμα μορφή βίας που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη από την κοινότητα των ερευνητών στο πλαίσιο του σύγχρονου σχολείου.

Πώς όμως ορίζεται η σχολική βία, για την οποία γίνεται εκτενής λόγος, ιδίως τα τελευταία χρόνια; Σύμφωνα με την Καθηγήτρια Εγκληματολογίας, κ. Βάσω Αρτινοπούλου, “ο ορισμός της σχολικής βίας είναι σχετικός και εξαρτάται από το ισχύον κάθε φορά κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Ωστόσο, στοιχεία του ορισμού της σχολικής βίας είναι η επιβολή της βούλησης, η πρόκληση ζημίας ή βλάβης, κακομεταχείρισης ή κακοποίησης. Η σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική, λεκτική, κακοποίηση καθώς και ο βανδαλισμός αποτελούν τις κύριες μορφές της σχολικής βίας. Με κριτήριο τα άτομα ή τις ομάδες που εμπλέκονται στη σχολική βία, διακρίνουμε τη: βία μεταξύ μαθητών, βία από τους μαθητές προς τους δασκάλους, βία από τους δασκάλους προς τους μαθητές και τέλος βία μεταξύ δασκάλων και διευθυντών ή της διοίκησης του σχολείου”.

Ως προς το φύλο και τη χρήση βίας, η κύρια διαφοροποίηση έγκειται στο ότι τα κορίτσια χρησιμοποιούν περισσότερο τη λεκτική βία, διαδίδουν φήμες και απομονώνουν από την ομάδα. Τα αγόρια χρησιμοποιούν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τη σωματική βία. Ωστόσο, στη Μεγάλη Βρετανία καταγράφεται τα τελευταία χρόνια ανησυχητική αύξηση της χρήσης σωματικής βίας και μεταξύ των κοριτσιών. Οι επιθετικές συμπεριφορές μεταξύ ανήλικων μαθητριών έχει αποτελέσει αντικείμενο και δικής μου έρευνας, με τίτλο Ένταση στο Σύγχρονο Σχολείο: Επιθετικές συμπεριφορές μεταξύ ανήλικων μαθητριών ως μέσο έκφρασης, η οποία συμπεριλαμβάνεται στην Ευρωπαϊκή Εκστρατεία κατά του Σχολικού Εκφοβισμού και μπορείτε να την βρείτε διαδικτυακά εάν χρειάζεστε επιπρόσθετες πληροφορίες.

Διεθνείς έρευνες έχουν επανειλημμένα δείξει ότι παιδιά που έχουν υποστεί κακοποίηση -σωματική ή λεκτική- από τους γονείς τους, είναι δηλαδή θύματα ενδοοικογενειακής βίας, έχουν 2 με 3 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να κακοποιηθούν από τους συμμαθητές τους. Με απλά λόγια, η βία γίνεται ένας φαύλος κύκλος, τον οποίο δύσκολα θα “σπάσουν” θύτες και θύματα, όσο οι συμμαθητές παραμένουν θεατές, οι εκπαιδευτικοί αδιαφορούν και οι γονείς δεν ενημερώνονται επαρκώς ώστε να γνωρίζουν πώς πρέπει να αντιδράσουν.

Ένα στοιχείο που με προβληματίζει έντονα είναι ότι υψηλός αριθμός μαθητών δεν συζητά με τους καθηγητές για περιστατικά βίας που εκδηλώνονται στο πλαίσιο του σχολείου μεταξύ μαθητών. Αυτό, κατά την άποψή μου, είναι ένα σοβαρότατο θέμα που δείχνει ότι ακόμα δεν έχει δημιουργηθεί κλίμα ασφάλειας κι εμπιστοσύνης στο σχολείο.

Όσον αφορά τις αντιδράσεις των οικογενειών, των οποίων τα παιδιά έχουν εμπλακεί σε κάποιο διαπληκτισμό, κυμαίνονται, σύμφωνα με μαρτυρίες εκπαιδευτικών, από τον προβληματισμό και την απόγνωση μέχρι τη διαμαρτυρία και την επιθετική στάση απέναντι στους εκπαιδευτικούς. Η στάση, όμως, που θα κρατήσει η οικογένεια είναι εξέχουσας σημασίας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος και, σίγουρα, εάν η οικογένεια κρατήσει επιθετική στάση, συχνά ως απόρροια ενοχών, το πρόβλημα θα επιδεινωθεί.

Η οικογένεια οφείλει να είναι συνοδοιπόρος και συμπαραστάτης του παιδιού. Με την αγαστή συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς αλλά και τη βοήθεια από τους ειδικούς, το οικογενειακό περιβάλλον πρέπει να στηρίξει το παιδί, είτε είναι θύτης, είτε θύμα, δεδομένου ότι κάθε παιδί μέσα από την κραυγή του ή μέσα από τη σιωπή του, αναζητεί την προσοχή της οικογένειας και τη στήριξη της εκπαιδευτικής κοινότητας. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι οι ρόλοι θύτης-θύμα δύναται να εναλλαχθούν.

Η δική μου θέση και πρόταση είναι να ενισχυθεί ο ρόλος των μαθητικών συμβουλίων, ώστε οι μαθητές να πάψουν να είναι θεατές (όπως δείχνουν οι έρευνες) σε περιστατικά βίας. Ειδικότερα, ο ρόλος τους να μην περιορίζεται στην οργάνωση χορών και εκδρομών, αλλά τα μαθητικά συμβούλια να έχουν θέση και άποψη για τα σημαντικά ζητήματα που εκτυλίσσονται στο σχολικό περιβάλλον. Ο μαθητής που υφίσταται οποιασδήποτε μορφής βία πρέπει να νιώσει την ασφάλεια να απευθυνθεί στα μαθητικά συμβούλια και μέσω της στήριξης των συμμαθητών του να επιλυθεί το πρόβλημα άμεσα και αποτελεσματικά.

Με άλλα λόγια, η ίδια η μαθητική κοινότητα που βιώνει τα προβλήματα, οφείλει να έχει λόγο στην εξομάλυνσή τους. Με αυτό τον τρόπο ενισχύεται η αλληλεγγύη μεταξύ των μαθητών, η οποία αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για να καταπολεμηθεί ο σχολικός εκφοβισμός και ταυτόχρονα καλλιεργείται το αίσθημα ευθύνης που είναι απαραίτητο για την επίλυση προβλημάτων εντός αλλά και εκτός σχολείου κατά την ενήλικη ζωή.

Παράλληλα με τον ενεργό ρόλο που πρέπει να αποκτήσουν τα μαθητικά συμβούλια, τονίζω την ανάγκη δημιουργίας “ομάδων διαμεσολάβησης”, όπου μαθητές (όλοι όμως οι μαθητές, με εναλλασσόμενους ρόλους, ώστε να μην υπάρχει πάλι η περιθωριοποίηση και οι γνωστές “ταμπέλες”: καλός-κακός) θα διαμεσολαβούν για την επίλυση των προβλημάτων που δημιουργούνται στο πλαίσιο του σχολείου: από μικρής κλίμακας εντάσεις μέχρι και πιο σοβαρά περιστατικά. Θα οργανώνουν συζητήσεις και θα συντάσσουν μηνιαίες εκθέσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο συνεργάζονται μεταξύ τους τα παιδιά και θα ενημερώνουν την μαθητική και εκπαιδευτική κοινότητα για το πώς επιλύονται οι εντάσεις μεταξύ τους ή με τους καθηγητές τους. Ασφαλώς, ο εκπαιδευτικός οφείλει να είναι πάντοτε δίπλα στα παιδιά και να αφουγκράζεται τις ανάγκες τους, γιατί έχουν καταγραφεί αρκετές περιπτώσεις όπου ο εκπαιδευτικός βλέπει το πρόβλημα και παραμένει απαθής, είτε από αδιαφορία είτε από άγνοια του τρόπου αντίδρασης.

Είναι άξιο επισημάνσεως ότι πολύ πρόσφατα -στις 24 Ιουνίου 2016, στη Μάλτα- επείγουσα έκκληση προς την Ευρώπη και όλες τις κοινωνίες για την αντιμετώπιση του ολοένα αυξανόμενου προβλήματος του σχολικού εκφοβισμού και της ενδοσχολικής βίας απηύθυνε το Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά του Σχολικού Εκφοβισμού (Ε.Α.Ν.) στο 3ο Διεθνές Συνέδριο του Δικτύου, την Προεδρία του οποίου ασκεί “Το Χαμόγελο του Παιδιού”.

Η Γενική Συνέλευση του Ε.Α.Ν. υιοθέτησε τη Διακήρυξη της Μάλτας κατά του Σχολικού Εκφοβισμού και της Ενδοσχολικής Βίας, μέσω της οποίας τα μέλη του Δικτύου συμφωνούν για την ανάληψη συγκεκριμένων δράσεων και μιας κοινής στρατηγικής για την πρόληψη, ευαισθητοποίηση και εν γένει αντιμετώπιση του φαινομένου σε εθνικό και πανευρωπαϊκό επίπεδο. Η Διακήρυξη της Μάλτας θα αποτελέσει την πλατφόρμα για τη διαδικασία προώθησης αυτών των στόχων μέσα από το Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά του Σχολικού Εκφοβισμού (Ε.Α.Ν.).

Θα σταθώ στην προειδοποίηση που απηύθυναν τα μέλη του Ε.Α.Ν. στο συνέδριο, σύμφωνα με την οποία μια σειρά κοινωνικών εξελίξεων, όπως η αυξανόμενη έλλειψη συμπόνιας, η πίεση ως απόρροια έντονου ανταγωνισμού, τα στερεότυπα, η έλλειψη ανεκτικότητας και η πάλη δύναμης, οδηγούν στο φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού που επηρεάζει πρωτίστως τα παιδιά αλλά επίσης και όλες τις κατηγορίες των μειονοτικών ομάδων στις κοινωνίες. Ταυτόχρονα η ραγδαία αύξηση του εκφοβισμού στο διαδίκτυο (cyber bullying), που εισβάλλει στην ιδιωτική ζωή πολύ περισσότερο σε σύγκριση με τις παραδοσιακές μορφές εκφοβισμού, αποτελεί θέμα ιδιαίτερης και ολοένα αυξανόμενης ανησυχίας.

Συνοψίζοντας, είναι ανούσιο να αποφασίζουμε για τα παιδιά χωρίς τα παιδιά. Συχνά, μάλιστα, εμείς διογκώνουμε καταστάσεις που θα μπορούσαν να επιλυθούν πολύ πιο αποτελεσματικά από τα ίδια τα παιδιά ή, αντίθετα, δείχνουμε αδιαφορία για περιστατικά που δύναται να οδηγήσουν ακόμα και σε ακραίες συμπεριφορές, όπως συμπλοκές με απρόβλεπτες συνέπειες. Άρα, το παιδί οφείλει να έχει λόγο και κρίση, ώστε -με τη στήριξη των εκπαιδευτικών- να ενεργεί ως υπεύθυνο μέλος της μαθητικής κοινότητας, αποκτώντας ταυτόχρονα ιδανικά.

Είναι αναμφίβολο ότι διανύουμε εποχές που διέπονται από σκληρότητα και κυριαρχία αρνητικών και νοσηρών προτύπων. Σε αυτήν τη σκληρότητα, η εκπαιδευτική κοινότητα οφείλει να δώσει στα παιδιά μας εναλλακτικούς δρόμους. Να γίνει “ασπίδα” και εκπαιδευτικοί-μαθητές να συμπορευτούν, με υψηλούς στόχους και όραμα για ένα πιο δημιουργικό αύριο. Το σχολείο, άλλωστε, δεν πρέπει να βιώνεται σαν φυλακή των εφηβικών ονείρων, αλλά να δίνει διέξοδο στα όνειρα των παιδιών να εκφραστούν. Διαφορετικά, οι εντάσεις θα αυξηθούν ραγδαία.

Όπως τονίζω, πάντοτε, η πρόληψη είναι πιο αποτελεσματική από την καταστολή.

Βιβλιογραφική Αναφορά

Αρτινοπούλου, Β. (2001) Βία στο σχολείο: Έρευνες και πολιτικές στην Ευρώπη, 2η έκδόση, Αθήνα: Μεταίχμιο.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts