Σκιαγράφηση προφίλ και ανάλυση κινήτρων εγκληματικής δράσης μητροκτόνων

της Αγγελικής Καρδαρά.

Την Κυριακή 23 Ιουνίου του 2019 παρουσιάσαμε στην εφημερίδα ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ στο ρεπορτάζ της δημοσιογράφου Δήμητρας Τριανταφύλλου, την οποία ευχαριστώ θερμά για την πρόταση, την επιστημονική ερμηνεία για τα κίνητρα και το προφίλ δραστών σε υποθέσεις μητροκτονίας σε διεθνές επίπεδο, μελετώντας το ειδεχθές έγκλημα που έλαβε χώρα στις αρχές Ιουνίου του 2019 σε μία από τις πιο πολυσύχναστες περιοχές της Αθήνας και απασχόλησε εκτενώς τα ΜΜΕ.

Για το χρονικό της υπόθεσης διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, στο ρεπορτάζ της κ. Τριανταφύλλου ότι το Σάββατο 15 Ιουνίου, λίγο πριν από τις 5 το απόγευμα «Μάρτυρες ενός μακάβριου περιστατικού έγιναν κάτοικοι σε μία από τις πιο πολυσύχναστες γειτονιές της Αθήνας. Κανείς τους δεν πρόκειται να σβήσει από τη μνήμη του την εικόνα μίας γυναίκας να βαδίζει στη μέση του δρόμου σέρνοντας μία κουβέρτα μέσα στην οποία είχε βάλει τη μητέρα της, την οποία είχε σκοτώσει λίγο νωρίτερα […] Λίγες μόλις ώρες αργότερα, η αστυνομία οδηγείται στα ίχνη της 68χρονης κόρης της, η οποία βρέθηκε τελικά ενώπιον εισαγγελέα και ανακριτή για να απολογηθεί για την πράξη της. Αρχικά, η 68χρονη μητροκτόνος υποστήριξε στους αστυνομικούς ότι δολοφόνησε τη μητέρα της, γιατί η 92χρονη ‘είχε σοβαρά προβλήματα υγείας και δεν άντεχε άλλο’».

Πρόκειται, αναμφίβολα, για μία υπόθεση που προβληματίζει εντόνως λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, τα οποία αφορούν κατά κύριο λόγο δύο καίρια σημεία που μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: στη στενή σχέση μεταξύ θύματος και καθ’ ομολογίαν δράστιδος και στην ηλικία τόσο του θύματος (92 ετών) όσο και της καθ’ ομολογίαν δράστιδος (68 ετών).

Διεθνή στοιχεία: Η υπόθεση παρουσιάζει μεγάλο ερευνητικό ενδιαφέρον, καθώς  αφορά  μία μορφή εγκληματικότητας  που δεν είναι συνηθισμένη, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Ειδικότερα, τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι οι ανθρωποκτονίες γονέων που διαπράττονται από τα ίδια τους τα παιδιά -είτε ανήλικα είτε ενήλικα-  βρίσκονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα διεθνώς. Μάλιστα, οι αναλύσεις δεδομένων από το 1976 έως και το 2007 δεν παρέχουν καμία απόδειξη ότι η συχνότητα εμφάνισης της μητροκτονίας αυξάνεται. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν, αντίθετα, ότι τόσο οι μητροκτονίες όσο και οι πατροκτονίες έχουν μειωθεί τα τελευταία 30 χρόνια. Καταγράφονται ασφαλώς διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα, αλλά από τις έρευνες εξάγεται το σημαντικό συμπέρασμα ότι οι ανθρωποκτονίες γονέων από τα παιδιά τους είναι ένα σπάνιο φαινόμενο. Αυτό το στοιχείο καθιστά πολύ σημαντική τη διερεύνηση της συγκεκριμένης υπόθεσης και ανάλογων υποθέσεων μητροκτονιών που δεν συμβαίνουν -ευτυχώς- συχνά, προκειμένου να εξαχθούν θεμελιώδη συμπεράσματα τόσο σε εγκληματολογικό όσο και σε κοινωνιολογικό επίπεδο. Αυτό που θα ήθελα να τονίσω στο σημείο αυτό είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις το τι γίνεται πίσω από τις καλά κλεισμένες πόρτες των σπιτιών δεν είναι ένα τόσο καλά κρυμμένο μυστικό, αλλά είναι γνωστό στην τοπική κοινωνία, στον κοντινό ή ευρύτερο οικογενειακό ή/και κοινωνικό περιβάλλον που άλλοτε αδιαφορεί,  άλλοτε δεν συνειδητοποιεί τη σοβαρότητα της κατάστασης ή ακόμη δεν γνωρίζει πώς να αντιδράσει, πού να απευθυνθεί και εάν τελικά η οποιανδήποτε παρέμβαση θα έχει χρησιμότητα, θα οδηγήσει στην προστασία του ατόμου που είναι εκτεθειμένο σε κίνδυνο στους κόλπους της ίδιας της οικογένειάς του. Συνεπώς, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι επιτακτική ανάγκη να ξεκινήσει, χωρίς χρονοτριβή, στο πλαίσιο της σύγχρονης εποχής όπου το έγκλημα λαμβάνει πιο σκληρές διαστάσεις, η συστηματική διερεύνηση αλλά και να ακολουθήσει μία δημόσια συζήτηση για το πώς μπορεί να στηρίξουν και να βοηθήσουν με τρόπο ουσιαστικό και αποτελεσματικό τα άτομα που γνωρίζουν ή έχουν βάσιμες υποψίες ότι μία κατάσταση έχει βγει εκτός ελέγχου και λαμβάνει επικίνδυνες διαστάσεις.   

Ορολογία: Η ορολογία που χρησιμοποιείται στην αγγλοσαξονική βιβλιογραφία για να προσδιορίζει την εγκληματικότητα αυτής της μορφής είναι η εξής: «Parricide» είναι η ανθρωποκτονία γονέων από τα ίδια τους τα παιδιά (είτε γιο, είτε κόρη, ανήλικα ή ενήλικα). Ο όρος «patricide» αναφέρεται στην πατροκτονία και ο όρος «matricide» στην μητροκτονία.

Προφίλ δραστών: Ως προς το προφίλ των δραστών, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τα εξής: οι περισσότεροι δράστες είναι ενήλικοι, άνω των 18 ετών τη στιγμή διάπραξης της ανθρωποκτονίας. Ωστόσο, 1 στα 5 ανθρωποκτονίες γονέων από τα παιδιά τους διαπράττονται  από δράστες ηλικίας κάτω των 18 ετών, με 30% των ατόμων ηλικίας κάτω των 20 χρόνων. Ως προς το θύμα, η ηλικία του συνήθως κυμαίνεται μεταξύ 50-90 ετών.

Η απεικόνιση αντίστοιχων υποθέσεων στα ΜΜΕ: Οι περιπτώσεις ανθρωποκτονιών γονέων που συνηθέστερα απασχολούν τα ΜΜΕ,  και ως εκ τούτου είναι πιο γνωστές στο ευρύ κοινό, είναι αυτές που έχουν διαπραχθεί από παιδιά ή έφηβους, από γυναίκες ή όπου υπάρχουν περισσότερα του ενός θύματα (πέρα από τους γονείς και άλλα θύματα).  

Πρέπει ωστόσο να τονίσουμε ότι κάθε υπόθεση, όπως ασφαλώς και η συγκεκριμένη, έχει τα δικά της, ειδικά χαρακτηριστικά τα οποία είναι αναγκαίο σε κάθε περίπτωση να διερευνώνται με τρόπο ολοκληρωμένο, καθώς επίσης να εξετάζονται οι συνθήκες διάπραξης του εγκλήματος. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να προβούμε σε αβίαστα συμπεράσματα, ειδικά όταν μία υπόθεση που παρουσιάζεται στα ΜΜΕ βρίσκεται σε αρχικό στάδιο διερεύνησης.  

Εγκληματολογικές τυπολογίες: Οι τυπολογίες που έχουν προταθεί για την κατηγοριοποίηση των δραστών/δράστιδων και εδώ παραπέμπω στο βιβλίο της dr Kathleen M. Heide, “Understanding Parricide: When Sons and Daughters Kill Parents” (Oxford University Press, Νοέμβριος 2012) είναι οι εξής τρεις, από τις οποίες διαπιστώνονται επίσης και σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ ανήλικων-ενήλικων δραστών:

  • The Severely Abused Parricide Offender: Αυτός είναι ο πιο κοινός τύπος ανήλικων δραστών που προβαίνουν σε ανθρωποκτονία του πατέρα ή της μητέρας. Σε αυτές τις υποθέσεις διαπιστώνεται ότι ο δράστης/ η δράστιδα (γιος ή κόρη) είναι θύμα μακροχρόνιας κακοποίησης από τον γονέα. Το άτομο αισθάνεται ότι κινδυνεύει ή ακόμα ότι απειλείται από τον γονέα και συχνά το έγκλημα είναι «αντίδραση» στον τρόμο που βιώνει ή στην απελπισία που νιώθει.  Το αξιοσημείωτο είναι ότι σε αυτές τις υποθέσεις, συχνά, ο δράστης/η δράστιδα προτού φτάσει στο έγκλημα έχει ζητήσει βοήθεια, σε πολλές περιπτώσεις από τον άλλο γονέα, αλλά δεν έχει λάβει στήριξη και δεν έχει υπάρξει η κατάλληλη παρέμβαση για την αντιμετώπιση της κακοποίησης. Αυτό είναι ένα εξαιρετικό σημαντικό σημείο που προσπαθούμε κι εμείς μέσα από την αρθρογραφία να περάσουμε ως μήνυμα, ότι ο γονιός (συνήθως η μητέρα, αλλά όχι σε όλες τις περιπτώσεις) που γνωρίζει ότι το παιδί κακοποιείται από τον άλλο γονέα να αντιδράσει εγκαίρως προστατεύοντας το παιδί της, γιατί η σιωπή είναι συνενοχή και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ, ως ενεργά μέλη της κοινωνίας. Η κακοποίηση σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να λαμβάνει πολλές μορφές, όπως σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική και λεκτική.  Κατά κανόνα, δεν υπάρχει ιστορικό ψυχικής ασθένειας που να έχει διαγνωστεί ή να είναι γνωστό στην οικογένεια. Ωστόσο, υπάρχει η πιθανότητα μακροχρόνιας κατάθλιψης και πιθανώς διαταραχή μετατραυματικού στρες /post traumatic stress disorder, που εκδηλώνεται μετά τη διάπραξη του εγκλήματος
  • The Severely Mentally Ill Parricide Offender: Οι ενήλικοι δράστες συχνά διαγιγνώσκονται με σοβαρή ψυχική ασθένεια, αλλά να σημειωθεί εδώ ότι και σε έφηβους παραβάτες τα ευρήματα συχνά υποδεικνύουν ότι ήταν σοβαρά διαταραγμένοι κατά τη στιγμή διάπραξης του εγκλήματος.  Τις περισσότερες φορές υπάρχει μια διαγνωσμένη μακροχρόνια ψυχική ασθένεια και η θανάτωση ενός γονέα ή και των δύο γονέων συνδέεται άμεσα με την ψυχική ασθένεια σε αυτές τις περιπτώσεις. Οι δράστες σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να έχουν παραισθήσεις, είτε οπτικές είτε ακουστικές. Για παράδειγμα μπορεί να βλέπουν οράματα ή να ακούνε φωνές που πιστεύουν ότι προέρχονται από μία ανώτερη θεία δύναμη, η οποία τους «προτρέπει» ή τους «αναγκάζει» να σκοτώσουν τον γονιό ή τους γονείς τους. Μπορεί ακόμη να λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή και την περίοδο διάπραξης του φόνου να την έχουν σταματήσει με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. Όταν υπάρχουν πολλαπλά θύματα ή για την τέλεση του εγκλήματος έχουν χρησιμοποιηθεί ασυνήθιστα όπλα, θεωρείται πιθανή η ύπαρξη μίας σοβαρής ψυχοπαθολογίας τη στιγμή διάπραξης του φόνου.

Είναι σημαντικό, εν τούτοις, να επισημανθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η ψυχική ασθένεια δεν έχει διαγνωσθεί στους δράστες/στις δράστιδες πριν από τη διάπραξη του εγκλήματος, αλλά αυτό δεν αναιρεί την ύπαρξη μίας σοβαρής ψυχοπαθολογίας τη στιγμή διάπραξης του εγκλήματος.  Οι ψυχίατροι, συνεπώς, είναι οι πλέον αρμόδιοι που θα μπορέσουν να διαγνώσουν με τρόπο επιστημονικά τεκμηριωμένο κάθε περίπτωση και γι’ αυτό η ψυχιατρική γνωμάτευση έχει τόση μεγάλη σημασία. Τέλος, έχουν καταγραφεί ερευνητικά και ορισμένες περιπτώσεις που θα μπορούσαν να ενταχθούν σε αυτή την τυπολογία, όπου δεν υπάρχει ψυχική ασθένεια, ωστόσο, ο δράστης/ η δράστιδα τελεί υπό μεγάλη ψυχική ένταση και πίεση, είναι «συγκλονισμένος» από τις περιστάσεις που βιώνει κατά τη στιγμή της δολοφονίας. Αυτές οι συνθήκες συνήθως σχετίζονται άμεσα με τους γονείς, όπως για παράδειγμα, ο δράστης/η δράστιδα μπορεί να φροντίζει έναν ηλικιωμένο γονέα με άνοια ή μια σωματική αναπηρία που δυσκολεύει πολύ και τη δική του ζωή και καθημερινότητα.  Σε αυτές τις περιπτώσεις, συνήθως συμπεραίνεται ότι ο δράστης/η δράστιδα ήταν σε κατάσταση ακραίας ψυχικής ή συναισθηματικής ανισορροπίας κατά τη στιγμή διάπραξης του εγκλήματος.

  • The Dangerously AntiSocial Parricide Offender: Αυτός ο τύπος δράστη μπορεί να εντοπιστεί τόσο σε έφηβους όσο και σε ενήλικους δράστες που διαπράττουν το έγκλημα για «εγωιστικούς» λόγους, για να αποκομίσουν κάποιο προσωπικό όφελος.   Οι γονείς, σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί να θεωρούνται ως «εμπόδιο» για ό,τι θέλουν τα παιδιά να κάνουν.  Σε αυτές τις υποθέσεις, δηλαδή, διαπιστώνεται ότι οι δράστες σκοτώνουν για να έχουν περισσότερη ελευθερία ή για να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη κ.λπ. Αυτοί οι παραβάτες συνήθως έχουν ιστορικό αντικοινωνικής και αποκλίνουσας συμπεριφοράς.  Μπορεί να διέπονται από απάθεια και να εκδηλώνουν ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά.  Αυτοί οι δράστες θεωρείται ότι ενεργούν γνωρίζοντας τι κάνουν -δεν έχουν δηλαδή το ακαταλόγιστο- και κίνητρό τους είναι να κερδίσουν κάτι που θεωρούν  σημαντικό για τον εαυτό τους.

Οι γυναίκες  που προβαίνουν στη μητροκτονία έχουν συνήθως το εξής προφίλ:

  • Είναι συχνά μεσήλικες, δεν έχουν παντρευτεί και ζουν με τη μητέρα τους
  • Οι μητέρες είναι συχνά το μόνο θύμα τους. Μπορεί, επομένως, να έχουν λευκό ποινικό μητρώο
  • Η σχέση τους με τη μητέρα τους χαρακτηρίζεται ως «εχθρική» ή ακόμα και ως «σχέση εξάρτησης»
  • Τέλος, το έγκλημα συχνά διαπράττεται με τη χρήση εκτεταμένης βίας. Μπορεί δηλαδή να έχουμε μία υπόθεση «overkilling»/ ανθρωποκτονία που έχει διαπραχθεί με εκτεταμένη χρήση βίας και με άσκηση μάλιστα «περιττής» βίας, πολύ περισσότερης από όσο χρειαζόταν για να επέλθει ο θάνατος του θύματος

Συνοψίζοντας, η υπόθεση που εξετάζουμε μπορεί να έχει χαρακτηριστικά από όσα προαναφέρθηκαν και έχουν καταγραφεί από τη διεθνή έρευνα, ωστόσο πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το φαινόμενο της εγκληματογένεσης είναι πολυπαραγοντικό και γι’ αυτό είναι αναγκαίο να εξετάζονται σε κάθε υπόθεση τόσο τα ειδικά χαρακτηριστικά όσο και οι συνθήκες διάπραξης του εγκλήματος. Οι προτεινόμενες εγκληματολογικές τυπολογίες είναι πολύτιμες για τον ερευνητή, καθώς αποτελούν μία αφετήρια εξαγωγής σημαντικών συμπερασμάτων, αλλά τονίζουμε ότι δεν ακολουθούνται κατά γράμμα, τυπολατρικά, αλλά μπορούν να ληφθούν υπ’ όψιν σε συνάρτηση με τα χαρακτηριστικά κάθε υπόθεσης όπως θα προκύψουν. Άρα αναμένουμε τις εξελίξεις.

Πηγή άντλησης των ερευνητικών στοιχείων

https://www.crimetraveller.org/2017/02/parricide-psychology-when-children-kill-parents/

Φωτογραφία ανάρτησης: Valerio Spisani@flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts