«Στη διαφορετικότητά μας βρίσκεται η αξία μας»: το δικό μας μήνυμα κατά του σχολικού εκφοβισμού

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Πόσο όμορφο και θετικό όταν τα ίδια τα παιδιά, μέσω της μουσικής, της ζωγραφικής, της ποίησης και με τόσους άλλους δημιουργικούς τρόπους, περνούν μηνύματα κατά του σχολικού εκφοβισμού από τη μία και υπέρ της ισότητας και της ουσιαστικής επικοινωνίας όλων των μαθητών στο πλαίσιο του σύγχρονου σχολείου, από την άλλη.

Σημαντικό επίσης να καταθέτουν τη δική τους εμπειρία και να περνούν τα δικά τους μηνύματα ενθάρρυνσης και στήριξης πρόσωπα προβεβλημένα και δημοφιλή στο ευρύ κοινό, όπως ο αγαπητός Γιώργος Καπουτζίδης. Είναι βέβαιο ότι το δικό του μήνυμα, η δική του εμπειρία θυματοποίησης, έχει τη δύναμη να αγγίξει πολλά παιδιά και να τα βοηθήσει να πιστέψουν στον εαυτό τους. Κυρίως να κατανοήσουν ότι αξίζει να σηκώσουν το κεφάλι ψηλά, να υψώσουν τη φωνή τους και ότι μπορούν να φτάσουν όπου ονειρεύονται και να αντιμετωπίσουν τη βία και την κακεντρέχεια που αντιμετωπίζουν ή δύναται να αντιμετωπίσουν, επειδή κάποιοι τους κάνουν να αισθάνονται «διαφορετικοί».

Άλλωστε, η διαφορετικότητα είναι αυτή που μας καθιστά μοναδικούς! Ο καθένας μας, με την προσωπικότητά του και τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι μοναδικός και αυτό είναι ένα στοιχείο που όλοι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να τονίσουμε στα παιδιά. Στη διαφορετικότητά μας βρίσκεται η αξία μας. Επομένως, πιστεύω ότι πρέπει να συνεχίσουμε να προβάλλουμε τόσο ωραίες πρωτοβουλίες και ηχηρά μηνύματα, όπως αυτό του μικρού μαθητή που δημιούργησε ένα ραπ κομμάτι για να περάσει ένα πολύ όμορφο μήνυμα στους συμμαθητές του και στην ευρύτερη κοινωνία. Το σημαντικότερο να προτρέπουμε τα παιδιά και στον χώρο του σχολείου να αναλαμβάνουν τόσο θετικές πρωτοβουλίες και δράσεις που θα τα φέρουν πιο κοντά.

Σε ένα σημείο μόνο θα ήθελα να εκφράσω την ένστασή μου που δεν αφορά τον λόγο του κ. Καπουτζίδη, αλλά το ερώτημα που τίθεται συχνά και από τα ΜΜΕ: «δεν ντρέπονται οι γονείς των παιδιών που ασκούν εκφοβισμό;». Η διαφωνία μου είναι εξής: με αυτό το ερώτημα χάνουμε τη βαθύτερη ουσία του θέματος που είναι να φέρουμε τα παιδιά πιο κοντά, να τα βοηθήσουμε να επικοινωνήσουν και να μάθουν να συνεργάζονται, δείχνοντας σεβασμό ο ένας στην προσωπικότητα του άλλου. Ασφαλώς, κάθε γονιός πρέπει να ντρέπεται εάν ωθεί το παιδί του, με τα λόγια και τις πράξεις του, στη βία. Αυτό είναι αυτονόητο. Θεωρώ όμως ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα και περίπλοκα και θα εξηγήσω ακολούθως τι εννοώ.

Θα ξεκινήσω αναφέροντας ότι δεν είναι πάντα σαφείς οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των παιδιών που υιοθετούν εκφοβιστικές συμπεριφορές και των παιδιών που δέχονται τον εκφοβισμό, καθώς οι ρόλοι δύναται να εναλλαχθούν. Αυτό που πρέπει να κατανοήσουμε και να τονίσουμε είναι ότι με την έγκαιρη παρέμβαση και ορθή καθοδήγηση από τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς και τους ειδικούς επιστήμονες, τα παιδιά μπορούν να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά τους και έχουμε παραδείγματα παιδιών που, ενώ ασκούσαν εκφοβιστικές συμπεριφορές, με την κατάλληλη στήριξη και βοήθεια, κατάφεραν να ενταχθούν ομαλά στην ομάδα και να συνεργαστούν αρμονικά με τους συμμαθητές τους.

Κατά συνέπεια, είναι άδικο να καταδικάζουμε a priori παιδιά ή να τα θεωρούμε «χαμένες υποθέσεις», γιατί με αυτό τον τρόπο όχι μόνον δεν επιλύουν το πρόβλημα αλλά οδηγούμαστε σε ακόμα σοβαρότερα προβλήματα νεανικής παραβατικότητας. Ο νέος, ακόμα και ο παραβατικός νέος, πρέπει να προσεγγιστεί με κοινωνική ευαισθησία και να του δοθεί η απαιτούμενη βοήθεια, εάν δεν θέλουμε να εξελιχθεί στον μελλοντικό εγκληματία.

Επίσης, εξαιτίας της «πίεσης ομηλίκων»/peer pressure, σε αυτές τις ευαίσθητες ηλικίες πολλά παιδιά εξαναγκάζονται να υιοθετήσουν εκφοβιστικές συμπεριφορές από φόβο ότι θα περιθωριοποιηθούν τα ίδια, που αποτελεί μια σημαντική διάσταση του θέματος στην οποία πρέπει να δώσουμε έμφαση και να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά.  Έχω συνομιλήσει με παιδιά και γονείς που επισημαίνουν την τεράστια πίεση την οποία δέχονται από τις παρέες τους και αυτό είναι ένα στοιχείο που οφείλουμε να εξετάσουμε πιο σοβαρά, γιατί αισθάνομαι ότι δεν έχει δοθεί η δέουσα προσοχή.

Δεύτερον, οι γονείς των παιδιών που υιοθετούν εκφοβιστικές συμπεριφορές ενδεχομένως είναι οι ίδιοι εκφοβιστές και κακοποιούν συστηματικά το παιδί τους, σωματικά, λεκτικά, ψυχολογικά. Επομένως, σε αυτές τις περιπτώσεις όχι μόνον δεν ντρέπονται αλλά αδιαφορούν πλήρως οδηγώντας το παιδί τους στη μίμηση των δικών τους ακραίων πράξεων βίας. Άρα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι σημαντικό να διερευνηθεί εάν πίσω από ένα παιδί που ασκεί συστηματικά εκφοβισμό στους συμμαθητές του βρίσκεται ένας κακοποιητικός γονιός, ώστε να λάβει το παιδί έγκαιρα την κατάλληλη βοήθεια. Ακούγεται κοινότοπο αλλά είναι η αλήθεια σε πολλές περιπτώσεις. Ο χαρακτηριζόμενος «δράστης» να είναι τελικά και το «θύμα».

Τρίτον, υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι γονείς των παιδιών που υιοθετούν εκφοβιστικές συμπεριφορές, όχι μόνο ντρέπονται, αλλά φτάνουν στην πλήρη απόγνωση. Αισθάνονται ενοχές σε σημείο που οδηγούνται στο άλλο άκρο: αντί να αναζητήσουν βοήθεια και στήριξη εφόσον μια κατάσταση ξεφεύγει από τον έλεγχό τους, αυτό-ενοχοποιούνται και είτε εγκαταλείπουν κάθε προσπάθεια να βοηθήσουν το παιδί τους, είτε ενεργούν σπασμωδικά επιβάλλοντας ακραίες τιμωρίες στο παιδί τους που ασφαλώς έχουν τα αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η ντροπή που νιώθουν για το παιδί τους και οι ενοχές τους λειτουργούν, με άλλα λόγια, σαν παραμορφωτικοί καθρέπτες και δεν τους επιτρέπουν να δουν τα πράγματα καθαρά και να αναζητήσουν βοήθεια.

Τέταρτον, καταγράφονται περιπτώσεις όπου στο πλαίσιο της ίδιας οικογένειας το ένα παιδί είναι πρότυπο προς μίμηση και το άλλο υιοθετεί εκφοβιστικές συμπεριφορές. Ο γονιός φτάνει σε αδιέξοδο. Ντρέπεται για το ένα παιδί, καμαρώνει για το άλλο. Ούτε αυτή όμως είναι λύση. Η αυτό-ενοχοποίηση θέτει σε εφαρμογή έναν φαύλο κύκλο, από τον οποίο κανείς δεν μπορεί να βγει και το πρόβλημα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επιλυθεί.

Ποια είναι η δική μου πρόταση; Θεωρώ πιο έντιμη και τολμηρή κίνηση την ανάληψη ευθύνης από όλους τους γονείς και όλους τους εκπαιδευτικούς -κανείς μας δεν είναι τέλειος, πάντα υπάρχει το περιθώριο βελτίωσης, συνεπώς ο κάθε γονιός, ο κάθε εκπαιδευτικός,  πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα και να αλλάξει τη δική του συμπεριφορά. Άλλος σε μικρότερο βαθμό, άλλος σε μεγαλύτερο. Ένα απλό, καθημερινό παράδειγμα: Είναι αδιανόητο να χρησιμοποιούμε εμείς υβριστικούς και υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς και να ζητάμε από το παιδί μας να μην τους χρησιμοποιήσει στο σχολείο.

Δεύτερον, η ενίσχυση των θετικών πρακτικών στο σχολείο είναι αναγκαία. Σε μια κοινωνία που αλλάζει και υφίσταται ισχυρούς κλυδωνισμούς, το ελληνικό σχολείο δεν μπορεί να μείνει στάσιμο. Όσο οι αρμόδιοι φορείς δεν δίνουν έμφαση, παράλληλα με το μαθησιακό κομμάτι, στην «ψυχολογία της τάξης», στο πώς θα φέρουν τα παιδιά πιο κοντά, καλλιεργώντας ένα θετικό κλίμα συνεργασίας, στο πώς θα αυξήσουν τις δημιουργικές εργασίες μέσα στην τάξη στο πλαίσιο των μαθημάτων ώστε να δώσουν ισχυρό κίνητρο σε όλα τα παιδιά να συνεργαστούν αρμονικά, να θέσουν κοινούς υψηλούς στόχους και να επικοινωνήσουν, τόσο θα οξύνονται οι εντάσεις μεταξύ μαθητών.

Τρίτον, εξίσου σημαντική η εποπτεία από την εκπαιδευτική κοινότητα στη διάρκεια των διαλλειμάτων, όπου πολλές φορές εκτροχιάζονται οι καταστάσεις μεταξύ μαθητών.

Τέταρτον, να ζητείται από το σχολείο η έγκαιρη στήριξη από την επιστημονική κοινότητα σε καταστάσεις που ξεφεύγουν από τον έλεγχο των εκπαιδευτικών και απαιτούν μια ειδική καθοδήγηση, γιατί αναμφίβολα ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να επιλύσει ακραίες καταστάσεις μόνος του χωρίς γνώση.

Δυστυχώς και με αυτό θα ολοκληρώσω το άρθρο,  δέχομαι αρκετά μηνύματα από γονείς που βρίσκονται σε απόγνωση γιατί το παιδί τους δέχεται συμπεριφορές που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει και νιώθει απροστάτευτο. Η προστασία της ανηλικότητας όμως και η διασφάλιση των δικαιωμάτων του παιδιών είναι υποχρέωση όλων μας και γι’ αυτό θα είμαστε δίπλα σε κάθε παιδί και δεν πρόκειται να κουκουλώσουμε τα προβλήματα. Θα ρίξουμε φως σε όλες τις πτυχές των συνθετών αυτών ζητημάτων, τονίζοντας δύο κυρίως σημεία «αύξηση των θετικών πρακτικών στα σχολεία και έγκαιρη παρέμβαση και στήριξη από την επιστημονική κοινότητα όπου κρίνεται αναγκαίο».

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts