Τα δικαιώματα των παιδιών σε ιδρύματα – Συνέντευξη με τον «Συνήγορο του παιδιού» Γιώργο Μόσχο

της Αγγελικής Καρδαρά. 

«Πόσο πόνο μπορεί να αντέξει μια παιδική ψυχούλα;» είναι το πρώτο που αναρωτήθηκα όταν ενημερώθηκα από το αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ για την υπόθεση κακοποίησης ανήλικων αγοριών σε οικοτροφείο στον Πειραιά. Για την πολύ σοβαρή υπόθεση και δικαστική έκβασή της διαβάζουμε τα εξής: «Σαράντα χρόνια κάθειρξη ήταν η ετυμηγορία της Δικαιοσύνης για τον, υπέργηρο σήμερα, πρώην πρόεδρο του Οικοτροφείου «Παιδικό Σπίτι στον Πειραιά», που ασελγούσε πάνω σε ανυπεράσπιστα ανήλικα αγοράκια. “Φυλακή και χούντα” χαρακτήρισαν τα θύματα του το Οικοτροφείο, το οποίο είχε λάβει και …βραβεία για το έργο που προσέφερε στους ανήλικους τρόφιμους. «Ήρωα της ανθρωπιάς, της κατανόησης και της αγάπης για τα παιδιά», παρουσίαζαν κάποτε τα ΜΜΕ τον κατηγορούμενο, που υπήρξε …επιφανές μέλος της κοινωνίας του Πειραιά. Ειδικότερα, η ποινή των 40 ετών κάθειρξης χωρίς αναστολή επιβλήθηκε από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας (Πρωτοβάθμιο Κακουργιοδικείο) στον 86χρονο [..], που διετέλεσε για πολλά χρόνια πρόεδρος του οικοτροφείου «Παιδικό Σπίτι στον Πειραιά», και κρίθηκε ένοχος για τα κακουργήματα της κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση αποπλάνησης ανηλίκων και κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια, της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης από εργαζόμενο σε φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας (τα δύο πρώτα αδικήματα με πλειοψηφία 6-1, το τελευταίο ομόφωνα). Του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου»(*).

Να σημειώσω εδώ ότι τα παιδιά που βρίσκονται σε ιδρύματα έχουν ήδη βιώσει την πιο σκληρή πλευρά της ζωής, με την εγκατάλειψη και κακοποίηση από τους γονείς τους σε πολλές περιπτώσεις ή με την αδυναμία των γονιών τους να τα κρατήσουν κοντά τους για μια σειρά λόγων, όπως ο εγκλεισμός των ίδιων των γονιών στη φυλακή, η εξάρτηση από ουσίες, η κατάσταση ανέχειας, προβλήματα υγείας και για πολλούς ακόμα σοβαρούς λόγους. Επομένως, εύκολα διαπιστώνει κανείς πόσο «εύθραυστη» είναι η ψυχολογία αυτών των παιδιών και πόσο μεγάλη η ανάγκη τους για προστασία και αγάπη, αλλά και για να εμπιστευθούν εκ νέου τους ανθρώπους. Στην υπόθεση που εξετάζουμε σήμερα καταλήγουμε στη θλιβερή διαπίστωση ότι οι συγκεκριμένοι ανήλικοι δέχτηκαν πολλαπλά πλήγματα, καθώς στο χώρο όπου περίμεναν να βρουν μια ζεστή αγκαλιά, τελικά κακοποιήθηκαν.

Μια σημαντική πτυχή της συγκεκριμένης υπόθεσης που αναδείχθηκε από το ρεπορτάζ αφορά το γεγονός ότι ο δράστης ήταν ένας «επιφανής» συμπολίτης μας και μάλιστα προτού αναπτύξει την εγκληματική του δράση εργαζόταν κοντά στα παιδιά ως επιμελητής ανηλίκων. Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να αναφερθεί ότι η εγκληματολογική έρευνα έχει καταγράψει υποθέσεις ατόμων που καλύπτουν την εγκληματική τους δράση με τη «μάσκα» του φιλάνθρωπου. Σε αυτές τις περιπτώσεις η ενασχόλησή τους με επαγγέλματα ή με δράσεις που σχετίζονται με παιδιά -ή ηλικιωμένους σε άλλες υποθέσεις- αποσκοπεί στο να βρίσκονται κοντά στα θύματά τους για να μπορούν να διαπράξουν ανενόχλητοι τα ειδεχθή εγκλήματά τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο απαιτείται μεγάλη μέριμνα από την πλευρά της οργανωμένης Πολιτείας σχετικά με την προστασία των παιδιών που βρίσκονται σε ιδρύματα και ενίσχυσης των μηχανισμών εποπτείας και εξωτερικού ελέγχου των ιδρυμάτων.

Ένα άλλο σοβαρό θέμα αφορά την ευαισθητοποίηση και άμεση κινητοποίηση των πολιτών που γνωρίζουν ή έχουν βάσιμες υποψίες για την κακοποίηση των παιδιών, ώστε να μη χάνεται πολύτιμος χρόνος για τα παιδιά που βρίσκονται σε κίνδυνο. Είναι ευθύνη όλων μας και αυτό πρέπει οπωσδήποτε να γίνει κατανοητό στο ευρύ κοινό. Προς αυτή την κατεύθυνση οφείλουμε να συμβάλλουμε όλοι όσοι ασχολούμαστε με τα media. Θα ήθελα ωστόσο να τονίσω ότι είναι εξίσου αναγκαίο να βρεθεί μια «φόρμουλα»/ένας τρόπος από την πλευρά της Πολιτείας, ώστε οι διαδικασίες για τη διερεύνηση ανάλογων υποθέσεων να είναι άμεσες και όχι χρονοβόρες και αυτό θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να είναι το κύριο μέλημα της Πολιτείας στο πλαίσιο μιας κοινωνίας, όπου το έγκλημα όπως διαπιστώνει η έρευνα σκληραίνει. Οι χρονοβόρες διαδικασίες και η περιπλοκότητα στο να κινηθούν αυτές οι διαδικασίες αποτρέπει δυστυχώς άτομα που γνωρίζουν να μιλήσουν.

Ο Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού κ. Γιώργος Μόσχος, στη συνέντευξη που μου παραχώρησε,  φωτίζει πολύ σημαντικά ζητήματα για την υπόθεση της κακοποίησης ανηλίκων που εξετάζουμε σήμερα στο postmodern.gr καθώς και για τα δικαιώματα των παιδιών σε ιδρύματα.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΟΣΧΟΥ, «ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ»

  • Παιδιά σε ιδρύματα και προστασία τους: ένα πολύ σοβαρό θέμα, το οποίο οφείλουμε να εξετάσουμε με μεγάλη προσοχή. Κύριε Μόσχο, ο Συνήγορος του Παιδιού με την Ειδική Έκθεση του 2015 («Τα δικαιώματα των παιδιών που ζουν σε ιδρύματα») έχει τονίσει την ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών εποπτείας και εξωτερικού ελέγχου σε μονάδες παιδικής προστασίας, ιδίως σε μονάδες ιδιωτικού δικαίου που λειτουργούν με θρησκευτικό προσανατολισμό. Θα μπορούσατε κατ’ αρχάς να μας παρουσιάσετε τα βασικά πορίσματα της συγκεκριμένης έκθεσης για τη ζωή των παιδιών στα ιδρύματα στη χώρα μας;

Το τμήμα του Συνηγόρου του Πολίτη που ασχολείται με τα δικαιώματα του παιδιού, στο οποίο προΐσταμαι, εκπόνησε την έκθεση αυτή ύστερα από μεγάλο αριθμό επισκέψεων σε δημόσια και ιδιωτικά ιδρύματα και έκδοση πορισμάτων για κάποια από αυτά. Από το 2003 μέχρι τον καιρό που συντάχθηκε η έκθεση είχαμε επισκεφτεί 78 διαφορετικές μονάδες παιδικής προστασίας, αρκετές μάλιστα περισσότερες από μία φορά και είχαμε διαμορφώσει άποψη για το τι συνέβαινε στη χώρα, κάτι που σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να ισχύει. Αν και επίσημα στοιχεία για τον συνολικό πληθυσμό των παιδιών στα ιδρύματα δεν υπήρχαν και το εθνικό Μητρώο Παιδικής Προστασίας δεν είχε τεθεί σε λειτουργία, εκτίμησή μας ήταν ότι περισσότερα από 2.500 παιδιά βρίσκονταν σε μικρότερες ή μεγαλύτερες μονάδες / δομές διασκορπισμένες στη χώρα. Αν μπορούσα να συνοψίσω σε λίγες γραμμές τα βασικά μας ευρήματα και τις προτάσεις μας, θα σας έλεγα ότι απουσιάζει στη χώρα μας ένα ικανοποιητικό σύστημα ποιοτικής πιστοποίησης, εποπτείας, παρακολούθησης και ελέγχου της λειτουργίας των ιδρυμάτων αυτών, τα παιδιά μένουν για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα σε αυτά, αντί να προωθούνται σε ανάδοχες οικογένειες ή να επιστρέφουν στα σπίτια τους -όποτε κάτι τέτοιο συνιστάται-, στις περισσότερες περιπτώσεις απουσιάζει ή είναι ανεπαρκές το επιστημονικό προσωπικό που χρειάζεται για να υποστηρίζει τα παιδιά, υπάρχουν πολλά ιδρύματα που δεν ελέγχονται στην πράξη για τις εφαρμοζόμενες παιδαγωγικές και τις συνθήκες διαβίωσης των παιδιών, ενώ το σύστημα προώθησης σε ανάδοχες οικογένειες, οι οποίες σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού θα έπρεπε να προτιμώνται από τα ιδρύματα, είναι πάρα πολύ αδύναμο και ελλιπές. Ειδικούς προβληματισμούς είχαμε εκφράσει για τα ιδρύματα θρησκευτικού προσανατολισμού και τα ιδρύματα για παιδιά με αναπηρίες, ενώ διαπιστώσαμε την απουσία εξειδικευμένων ξενώνων για εφήβους με ψυχικές διαταραχές ή σοβαρά προβλήματα συμπεριφοράς, αλλά και για την φροντίδα των παιδιών που ενηλικιώνονται, ιδίως αυτών που δυσκολεύονται να αυτονομηθούν.

  • Ποια είναι τα μέτρα που οφείλει να λάβει η Πολιτεία για να διασφαλίσει τα δικαιώματα αυτών των παιδιών; Να σημειώσω εδώ ότι έχετε κάνει λόγο για την ανάγκη λήψης ριζικών μέτρων για την αναδιοργάνωση της παιδικής προστασίας στη χώρα μας. 

Δύο είναι οι σημαντικότερες κατηγορίες μέτρων. Η πρώτη αφορά την ενίσχυση της αναδοχής, όχι απλά με νομοθετικά μέτρα, αλλά κυρίως με οργανωτικά και οικονομικά (ενίσχυση εξειδικευμένων κοινωνικών υπηρεσιών σε όλη τη χώρα και διάθεση πόρων για την υποστήριξη των αναδόχων οικογενειών) και η δεύτερη αφορά την καθιέρωση ενός συστήματος ποιοτικής πιστοποίησης (με προδιαγραφές), εποπτείας και τακτικού ελέγχου των ιδρυμάτων. Το πρότυπο που χρειάζεται να ακολουθήσουμε περιλαμβάνει αφενός την προετοιμασία, εκπαίδευση και υποστήριξη αναδόχων γονέων και οικογενειών σε όλη τη χώρα, με τη βοήθεια των περιφερειακών κοινωνικών υπηρεσιών (στις προηγμένες χώρες το 80% των παιδιών που απομακρύνονται από τις οικογένειές τους πηγαίνουν σε εποπτευόμενες ανάδοχες οικογένειες), αφετέρου τη λειτουργία μικρών μονάδων φιλοξενίας, που λειτουργούν κοντά στο οικογενειακό μοντέλο, τόσο ως προς τον αριθμό των παιδιών που φιλοξενούν όσο και ως προς το εφαρμοζόμενο σύστημα φροντίδας και διαπαιδαγώγησής τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, ιδίως σε εφήβους με αυξημένα προβλήματα, η φροντίδα χρειάζεται να είναι ενισχυμένη και να συνδυάζεται με κατάλληλο προσωπικό, εκπαιδευτικά και, πιθανά, θεραπευτικά προγράμματα. Για να γίνουν όλα αυτά θα πρέπει ως κοινωνία να συνειδητοποιήσουμε ότι χρειάζεται να επενδύσουμε στην παιδική προστασία, και να μεταφέρουμε επαρκείς πόρους, σε συνδυασμό με την ορθή οργάνωση του ανθρωπίνου δυναμικού.

  • Η κακοποίηση των παιδιών στο οικοτροφείο παιδικής προστασίας στον Πειραιά λάμβανε χώρα από το 2001 έως το 2011, ένα πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα για να μένουν κλειστά τα στόματα. Υπήρξαν γενικής μορφής προφορικές αναφορές ότι «εκεί κακοποιούνται τα παιδιά», όπως σημειώσατε σε ανάρτησή σας στον προσωπικό σας λογαριασμό στο facebook, αλλά άρνηση από όσους σας μετέφεραν αυτή την εικόνα να προχωρήσουν σε καταγγελία. Τελικά, στις αρχές του 2012 κατατέθηκε στο Συνήγορο αναφορά από μία καθηγήτρια γυμνασίου σχολείου, όπου φοιτούσε ανήλικος με νοητική στέρηση φιλοξενούμενος στη μονάδα, και σε συνδυασμό με μία ακόμη αναφορά που αφορούσε την επικοινωνία αδελφού παιδιών που φιλοξενούνταν στο παιδικό σπίτι, ξεκινήσατε την παρακολούθηση του τι συμβαίνει στο χώρο αυτό, για να τεκμηριώσετε το αίτημα παρέμβασης της δικαιοσύνης. Πώς, κατά την άποψή σας, τα άτομα που βλέπουν ή έχουν βάσιμες υποψίες για υποθέσεις κακοποίησης ανηλίκων θα πεισθούν να μιλήσουν έγκαιρα και να κάνουν γραπτή καταγγελία, ώστε να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος; Ποιο είναι το δικό σας μήνυμα στην κοινωνία, ώστε να καταπολεμήσουμε το φόβο που δυστυχώς έχει ως συνέπεια να μη μιλάνε όσοι γνωρίζουν για την κακοποίηση ανηλίκων;

Κατ’ αρχάς χρειάζεται να διευκρινίσω ότι ο Συνήγορος του Πολίτη, στον οποίο υπάγεται ο Συνήγορος του Παιδιού (αποτελεί τμήμα της ανεξάρτητης αρχής), μπορεί να αποφασίσει την διεξαγωγή αυτεπάγγελτης έρευνας «κατόπιν εκτίμησης της σοβαρότητας ενός θέματος, λαμβάνοντας υπόψη τη διαπίστωση ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης, την βαρύτητα της προσβολής του δικαιώματος καθώς και τον αριθμό των ενδιαφερομένων προσώπων». Όλα τα χρόνια που ασκώ την αποστολή μου ως Βοηθός Συνήγορος για τα Δικαιώματα του Παιδιού, έχω ακούσει πολλές προφορικές «καταγγελίες» που όμως δεν συνοδεύονται από επώνυμη γραπτή αναφορά. Όταν μας απευθύνονται τα παιδιά, πάντοτε ανταποκρινόμαστε αμέσως στα αιτήματά τους, ακόμη και προφορικά ή μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Στους ενήλικους πολίτες όμως εξηγούμε ότι ο Συνήγορος χρειάζεται κατ’ αρχάς την γραπτή αναφορά τους για να ενεργήσει, εκτός αν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι όροι για την αυτεπάγγελτη έρευνα. Επίσης ότι μπορεί να προστατέψει την ανωνυμία τους έναντι τρίτων, αν το ζητήσουν εγγράφως και ότι υπάρχει η πιθανότητα, ο καταγγελλόμενος, ιδίως αν δεν μπορούν να αποδειχθούν όσα καταγγέλλονται εις βάρος του, να στραφεί μέσω της δικαιοσύνης κατά των αναφερομένων, οπότε τα στοιχεία θα πρέπει να δοθούν. Αυτό είχα εξηγήσει και στην εθελόντρια άλλου φορέα, που το 2010 μου ανέφερε προφορικά, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία, ότι «στο ίδρυμα αυτό κακοποιούνται τα παιδιά». Ξέρετε και εμείς χρειάζεται να είμαστε πολύ προσεκτικοί όταν μιλάμε για «κακοποιήσεις» σε ιδρύματα. Επειδή πολλά από τα παιδιά ήταν ήδη κακοποιημένα στα σπίτια ή στα περιβάλλοντα που ζούσαν πριν τοποθετηθούν σε ένα ίδρυμα, οποιαδήποτε σχετική συζήτηση μπορεί να τα αναστατώσει, να τους δημιουργήσει αναβίωση τραυματικών συναισθημάτων αλλά και συναισθηματική εμπλοκή. Ο πολύς κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει ότι η έρευνα της κακοποίησης και ιδίως της σεξουαλικής παρενόχλησης ανηλίκων είναι μια πολύ δύσκολη και απαιτητική διαδικασία, που μάλιστα κάποιες φορές έχει οδηγήσει σε δημόσια διαπόμπευση προσώπων που δεν καταδικάστηκαν τελικά, λόγω ανεπαρκών στοιχείων. Επίσης, δυστυχώς στη χώρα μας δεν διαθέτουμε ακόμα κάποια εξειδικευμένη μονάδα για τη διερεύνηση τέτοιων περιπτώσεων ταυτόχρονα από δικαιοσύνη, παιδοψυχιατρικές και κοινωνικές υπηρεσίες, κάτι που χρόνια συζητάμε και προτείνουμε. Πάντως θα πρέπει να σας τονίσω, ότι όποτε ο Συνήγορος έλαβε γραπτή καταγγελία από πολίτη, φρόντισε να τη διερευνήσει για να δει σε ποιο βαθμό μπορεί να ισχύουν τα καταγγελλόμενα και όποτε διασταυρώθηκαν δεδομένα για την πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων, απευθύνθηκε στη δικαιοσύνη. Στην περίπτωσή μας, η πρώτη καταγγελία που μας υποβλήθηκε από την εκπαιδευτικό, αρχές του 2012, συνοδευόταν από μια σειρά επιφυλάξεις της σχετικά με το αν είχαν συμβεί όσα της είχε αναφέρει το παιδί, που μάλιστα ήταν παιδί με ελαφρά νοητική στέρηση. Και πράγματι, η εκπαιδευτικός, με την οποία συνεργαστήκαμε ύστερα από την υποβολή της αναφοράς της, είχε δίκιο, διότι όσα της είχε πει «κατά λέξη» ο ανήλικος, δεν μπόρεσαν να στοιχειοθετηθούν, υπήρξαν όμως αφορμή για την διερεύνηση όλων των υπόλοιπων δεδομένων, που καταγράφηκαν σταδιακά, για την άσκηση της ποινικής δίωξης και την τελική καταδίκη του υπευθύνου του ιδρύματος. Η δεύτερη αναφορά που λάβαμε αφορούσε απλά την παρεμπόδιση της επικοινωνίας αδελφού που βρισκόταν σε ανάδοχη οικογένεια με φιλοξενούμενα στο ίδρυμα παιδιά. Ο χειρισμός της μας βοήθησε πολύ στο να αποκαλύψουμε περισσότερα στοιχεία, καθώς πλέον βρεθήκαμε πιο κοντά στα παιδιά και στον εργαζόμενο φροντιστή του ιδρύματος, που λίγο αργότερα μας ανέφερε όσα του είχαν πει τα παιδιά και αμέσως καταθέσαμε την εμπιστευτική αναφορά μας στην εισαγγελία ανηλίκων Αθηνών. Απευθυνθήκαμε στους εισαγγελείς της Αθήνας, διότι με αυτούς δεν υπήρχαν προηγούμενες «σχέσεις» του υπευθύνου του ιδρύματος, που είχε υπάρξει προϊστάμενος της υπηρεσίες επιμελητών του δικαστηρίου ανηλίκων Πειραιά για πολλά χρόνια. Οι εισαγγελείς της Αθήνας διερεύνησαν περαιτέρω συστηματικά την υπόθεση, αξιοποιώντας τα στοιχεία και τα τηλέφωνα που τους είχαμε δώσει. Καταληκτικά θα έλεγα ότι το μήνυμα προς τους πολίτες είναι: Όταν έχετε μια συγκεκριμένη πληροφορία για σοβαρή παραβίαση δικαιώματος ανηλίκου, μη διστάσετε να την αναφέρετε γραπτά στο Συνήγορο του Παιδιού ή στις Εισαγγελικές αρχές, εξηγώντας ακριβώς το πως την λάβατε και, εφόσον δεν είχατε άμεση αντίληψη των καταγγελλόμενων, απλώς διατηρήστε τις επιφυλάξεις σας. Η έρευνα δεν μπορεί να γίνει πάντοτε σε ελάχιστο χρόνο και αρκετές φορές απαιτούνται χρονοβόρες διαδικασίες για την αποκάλυψη των παραβιάσεων. Οι γραπτές αναφορές όμως είναι απαραίτητες και μπορεί να είναι πολύ βοηθητικές για την διεξαγωγή της περαιτέρω έρευνας.

  • Η εκδίκαση υποθέσεων κακοποίησης δεν πρέπει να καθυστερεί. Ωστόσο, βλέπουμε ότι στην πράξη αυτό δεν συμβαίνει. Μπορείτε να μας ενημερώσετε πληρέστερα για το πόσο χρονοβόρα είναι η διαδικασία και τι προβλέπεται -μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση κακοποίησης ανηλίκου- για τον κατηγορούμενο, ιδίως όταν η εργασία του σχετίζεται με παιδιά;

Ο χρόνος από την άσκηση της ποινικής δίωξης μέχρι την διεξαγωγή της δίκης ήταν πραγματικά πάρα πολύ μεγάλος, που επεκτάθηκε λόγω και της μακροχρόνιας αποχής των δικηγόρων. Ωστόσο, η εισαγγελία είχε μεριμνήσει να απαγορευθεί από την πρώτη στιγμή η επαφή του κατηγορουμένου με τα παιδιά του ιδρύματος, και μετά την άσκηση της δίωξης, ομολογουμένως με κάποια καθυστέρηση, αποφασίστηκε και η προφυλάκισή του. Η καθυστέρηση της απονομής δικαιοσύνης είναι ένα μεγάλο θέμα, το οποίο προβληματίζει και εμάς, όμως δεν έχουμε αρμοδιότητα να παρέμβουμε. Πάντως, το γεγονός ότι η δίκη διεξήχθη κάποια χρόνια αργότερα και ότι το θέμα δεν διέρρευσε νωρίτερα στα ΜΜΕ ίσως συνέβαλε στο να μην εκτεθούν τόσο στη δημοσιότητα τότε τα παιδιά που φιλοξενούνταν στο ίδρυμα. Ξέρετε, αυτό είναι ένα θέμα που ο κόσμος, που δεν έχει άμεση σχέση με το πεδίο, δεν μπορεί να το καταλάβει: Όταν τα ΜΜΕ προβάλλουν πολύ έντονα τις αρνητικές διαστάσεις της λειτουργίας ενός ιδρύματος ή κακοποιητικές συμπεριφορές στελεχών τους, τα παιδιά αναστατώνονται πάρα πολύ. Το έχουμε παρατηρήσει σε αρκετές αντίστοιχες περιπτώσεις. Για το λόγο αυτό προτιμάμε οι παρεμβάσεις να γίνονται συστηματικά αλλά χωρίς δημοσιότητα μέχρι να μεθοδευτεί και εξασφαλιστεί η καλύτερη δυνατή προστασία των παιδιών. Είχαμε προτείνει στους εισαγγελείς μάλιστα να απομακρυνθούν όλα τα παιδιά από το εν λόγω ίδρυμα, πριν διεξαχθεί η δίκη, κάτι που φάνηκε στην πράξη ότι ήταν πάρα πολύ δύσκολο, λόγω έλλειψης θέσεων σε άλλα ιδρύματα και καθυστέρησε αρκετά να συμβεί.

  • Media και στιγματισμός θυμάτων: ένα άλλο σοβαρό ζήτημα που είναι σκόπιμο να αναδείξουμε, κύριε Μόσχο. Ποια είναι τα κομβικά σημεία που πρέπει να προσέξουν οι δημοσιογράφοι κατά την κάλυψη υποθέσεων κακοποίησης με ανήλικα θύματα;

Οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν τις υποθέσεις κακοποίησης παιδιών σε ιδρύματα, είτε πριν τη διεξαγωγή της δίκης είτε μετά, θα πρέπει να είναι απόλυτα προσεκτικοί στο να μην εκθέτουν δημόσια στοιχεία που αφορούν την ταυτότητα και την ιδιωτική ζωή φιλοξενούμενων ανηλίκων. Ο νόμος απαγορεύει ρητά τη δημοσιοποίηση στοιχείων ανηλίκων που εμπλέκονται ως θύματα σε υποθέσεις που εξετάζονται από τη δικαιοσύνη. Κάτι που δυστυχώς στην πράξη παραβιάζεται με την αιτιολογία της ενημέρωσης του κοινού και με το προκάλυμμα της χρήσης αρχικών ή ψευδωνύμων, που όμως στην πράξη δεν προφυλάσσουν τα παιδιά από τη δημοσιότητα. Η δημοσιοποίηση της κακοποίησής τους, είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους συχνά τα παιδιά αποφεύγουν να καταγγέλλουν τέτοιες πράξεις σε βάρος τους, γιατί με αυτό τον τρόπο φοβούνται ότι θα πληγωθούν για μια ακόμη φορά, από τον τρόπο με τον οποίο θα τους αντιμετωπίζουν στη συνέχεια τα πρόσωπα του κοινωνικού τους περιβάλλοντος (συμμαθητές, εκπαιδευτικοί, συγγενείς, γείτονες, κ.ά). Τα παιδιά δεν θέλουν να τα βλέπουν οι άλλοι με λύπηση και να λένε «κοίταξε τι τράβηξαν τα κακόμοιρα». Ο Συνήγορος έχει επισημάνει με δημόσιο κείμενό του την ανάγκη προστασίας της ιδιωτικής ζωής των παιδιών που διαμένουν σε ιδρύματα. Ωστόσο αυτό χρειάζεται να το συνειδητοποιήσουν και οι ίδιοι οι λειτουργοί της δημοσιογραφίας. Και βέβαια όλοι όσοι αναπαράγουν τέτοιες ειδήσεις και σχόλια μέσω του διαδικτύου.

  • Ποιες είναι οι υποθέσεις που απασχολούν το Συνήγορο του Παιδιού τα χρόνια της κρίσης;

Τα θέματα που μας απασχολούν τα τελευταία χρόνια σχετίζονται με όλα τα ζητήματα που επηρεάζουν τα δικαιώματα των παιδιών: Σχολική φοίτηση, βρεφονηπιακή φροντίδα, κακοποίηση, παραμέληση, εκμετάλλευση, διακρίσεις, προσφυγιά, αναπηρία, φτώχεια, κοινωνικός αποκλεισμός, παιδική εργασία, συνθήκες διαβίωσης, συγκρουσιακά διαζύγια,  πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, επιδόματα, αλλά και αθλητισμός, πολιτισμός, δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου, κ.ά. Πέρα από τις υποθέσεις που εξετάζουμε, πραγματοποιούμε μεγάλο αριθμό επισκέψεων σε σχολεία και ιδρύματα, για να επικοινωνούμε με τα ίδια τα παιδιά, και παίρνουμε πρωτοβουλίες αποβλέποντας στην ενίσχυση των δυνατοτήτων που δίνονται στα παιδιά για να εκφράζουν τις απόψεις και τα συναισθήματά τους ελεύθερα, να συνομιλούν, να αναλαμβάνουν ευθύνες και βέβαια επιδιώκουμε οι μεγάλοι (γονείς, εκπαιδευτικοί και άλλοι) να μάθουν να παίρνουν στα σοβαρά όσα τους λένε τα παιδιά. Δίνουμε μεγάλη έμφαση στην προώθηση της δημοκρατίας στο σχολείο και της φιλικής προς τα παιδιά δικαιοσύνης και πρόνοιας, σύμφωνα με τις αρχές που έχουν καθιερωθεί για τα ζητήματα αυτό από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Παράλληλα εργαζόμαστε συστηματικά για την ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου με στόχο την βελτίωση των υπηρεσιών για τα παιδιά, την καλύτερη δικτύωση των φορέων και την ανταλλαγή απόψεων και ενημέρωσης για το πως μπορούμε στην πράξη να παρέχουμε τις καλύτερες δυνατές εγγυήσεις προστασίας των δικαιωμάτων των παιδιών σε όλα τα περιβάλλοντα που ζουν. Για τις δράσεις μας παιδιά και ενήλικοι πολίτες μπορούν να ενημερώνονται από το site μας www.0-18.gr.

  • Τα μέλη της ελληνικής κοινωνίας είναι ευαισθητοποιημένα σε αυτά τα σοβαρά θέματα που αφορούν το παιδί και τα δικαιώματά του; 

Τα τελευταία χρόνια η ενημερότητα των πολιτών για τα δικαιώματα του παιδιού έχει βελτιωθεί, παράλληλα όμως έχουν δυσκολέψει πολύ οι συνθήκες διαβίωσης για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού και αυτό συνεπάγεται συχνά και παραβιάσεις δικαιωμάτων των παιδιών. Επίσης, θα ήθελα να εκφράσω το παράπονο, ότι στις μέρες μας λέγονται εύκολα πάρα πολλά λόγια, είτε ως ευχές είτε ως κατηγορίες (το διαδίκτυο και τα social media μάλιστα διευκολύνουν αυτή την εκτονωτική παραφιλολογία που συχνά παίρνει χαρακτήρα ανθρωποφαγίας και ανέξοδης καταγγελίας κατά πάντων), αλλά η περίσκεψη, η ανάληψη ευθυνών και η κοινοτική συνεργασία για την ουσιαστική προστασία των παιδιών υστερούν. Πιστεύω ότι χρειαζόμαστε όλες και όλοι μας, όπως λέει η γνωστή ρήση, «λιγότερα συνθήματα και πιο πολλή δουλειά!»

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

(*) Τα στοιχεία αντλούνται από το ρεπορτάζ της Κατερίνας Κατή στο άρθρο με τίτλο “Φυλακή και χούντα” το ίδρυμα 40 χρόνια στον πρώην πρόεδρο Οικοτροφείου Παιδικό Σπίτι για ασέλγεια σε ανήλικα αγόρια που δημοσιεύτηκε στις 23-8-2017 και μπορείτε να διαβάσετε εδώ www.documentonews.gr.

(Φωτογραφία: Talar Man@Flickr, Haifa) 

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts