Την καταδίκασαν τα media, την αθώωσαν τα δικαστήρια

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Μια πολύκροτη υπόθεση που απασχόλησε εντονότατα τα διεθνή εγκληματολογικά και ποινικά χρονικά, αλλά και τα διεθνή μέσα, είναι η υπόθεση Casey Anthony. Η συγκεκριμένη υπόθεση αποτελεί αντικείμενο διερεύνησης στο πλαίσιο των διαλέξεων μου στη θεματική «Media και Έγκλημα», τόσο για το εγκληματολογικό της ενδιαφέρον, όσο και για τον τρόπο με τον οποίο τα media την προσέγγισαν, καθιστώντας εμφανές το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην άποψη του κοινού (όπως είχε διαμορφωθεί βάσει της ενημέρωσης που λάμβανε από τα ΜΜΕ) και την ετυμηγορία του δικαστηρίου.

Αυτή η τεράστια διάσταση απόψεων μεταξύ κοινού που ενημερωνόταν από τα ΜΜΕ για την εξέλιξη της υπόθεσης και ειδικών δημιουργεί έναν προβληματισμό σχετικά με τον τρόπο κάλυψης υποθέσεων υψηλού εγκληματολογικού ενδιαφέροντος από τα media, δεδομένου ότι και σε άλλες περιπτώσεις -διεθνώς αλλά και στα ελληνικά ποινικά χρονικά- έχει παρατηρηθεί αυτό το φαινόμενο: της καταδίκης από τα μέσα και της αθώωσης από τα δικαστήρια.

MME και δίκες

Σαφώς, τα ΜΜΕ οφείλουν να σεβαστούν τη λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ενημέρωση του κοινού και την «τηλε-δίκη». Συχνά οι δημοσιογράφοι σπεύδουν να καταδικάσουν χωρίς να γνωρίζουν όλα τα στοιχεία της υπόθεσης και -το κυριότερο- χωρίς να έχουν τις ειδικές νομικές γνώσεις. Υπό αυτό το πρίσμα, μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι σε ορισμένες πολύκροτες υποθέσεις το κοινό πιστεύει πως μια υπόθεση θα εξελιχθεί πολύ διαφορετικά από τον τρόπο με τον οποίο τελικά απονέμεται η δικαιοσύνη στα δικαστήρια.

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε περιπτώσεις που οι δημοσιογράφοι, με την έρευνά τους, φέρνουν στο φως πολύ σημαντικά στοιχεία για μια υπόθεση, τα οποία μπορούν να συμβάλλουν ακόμα και στην καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο ρόλος του δημοσιογράφου-ερευνητή: να ανακαλύπτει και να ρίχνει φως σε σκοτεινές πτυχές πολύ σοβαρών υποθέσεων που απασχολούν τις κοινωνίες. Βέβαια, για να επιτευχθεί το παραπάνω είναι αναγκαίο να προχωρήσει ο δημοσιογράφος σε βαθύτερη έρευνα και να μη μένει στην επιφάνεια και σε εντυπωσιασμούς, πάντοτε σεβόμενος την ισχύουσα νομοθεσία και τη δημοσιογραφική δεοντολογία και καταγράφοντας την άποψη των ειδικών για να εξηγήσει τα ποινικά ζητήματα που δεν γνωρίζει.

Η συγκλονιστική ιστορία

Ας δούμε όμως τώρα την υπόθεση που συγκλόνισε το κοινό, αλλά τελικά προσεγγίστηκε διαφορετικά από τα media και διαφορετικά από τη δικαιοσύνη. Πριν από 9 χρόνια μια μητέρα, η Casey Anthony, η οποία για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα παρουσιαζόταν από τα αμερικανικά media σαν ένα «ανθρωπόμορφο τέρας» , καταλήγοντας να γίνει η πιο μισητή γυναίκα στις ΗΠΑ, αθωώθηκε από το δικαστήριο της Φλόριντα για τη δολοφονία της δίχρονης κόρης της, Caylee.

Η συγκλονιστική ιστορία ξεκίνησε στις 16 Ιουλίου του 2008 όταν η μητέρα της Casey και γιαγιά της δίχρονης Caylee δηλώνει στην αστυνομία την εξαφάνιση της εγγονής της, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι η κόρη της για παραπάνω από ένα μήνα δεν της επιτρέπει να την δει, προφασιζόμενη διάφορες δικαιολογίες, τις οποίες η γιαγιά αδυνατεί να πιστέψει. Η Casey αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι η κόρη της, την οποία μεγάλωνε μόνη με τους παππούδες (η ταυτότητα του πατέρα παραμένει άγνωστη), αγνοείται εδώ και ένα μήνα. Κατηγορεί την νταντά για απαγωγή. Κατονομάζει, μάλιστα, τη νταντά, η οποία είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά αποδεικνύεται ότι ουδεμία σχέση έχει με την οικογένεια Anthony. Η συγκεκριμένη γυναίκα, όπως ήταν φυσικό, υπέβαλε μήνυση καθώς το όνομά της ενεπλάκη σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση. Παράλληλα, αποδεικνύεται ότι η Casey Anthony έλεγε διάφορα άλλα ψέματα, όπως για το πού εργαζόταν κ.λπ.

Μια εκτεταμένη εγκληματολογική έρευνα ξεκινά για να εντοπιστεί η μικρή, αλλά θα χρειαστεί να περάσουν 4 ολόκληροι μήνες για να βρεθεί λίγο φως στην άκρη του τούνελ. Τυχαία, το Δεκέμβριο του 2008 ένας εργάτης εντοπίζει κρυμμένα οστά σε μια δασώδη περιοχή κοντά στο σπίτι της Casey Anthony. Σύμφωνα με τις αρχές, το σώμα του παιδιού πρέπει να είχε καλυφθεί με κολλητική ταινία…Πέρασε ακόμα μια εβδομάδα για να διαπιστωθεί ότι πραγματικά επρόκειτο για την άτυχη Caylee, η οποία μόλις στα δύο χρόνια της ζωής της είχε βρει φρικτό θάνατο.

Έναρξη της δίκης

Η δίκη ξεκινά, η κατηγορούσα αρχή επιδιώκει την πιο βαριά τιμωρία -την θανατική καταδίκη– της Casey Anthony. Το στοιχείο που προσπάθησε να αποδειχθεί στο δικαστήριο και σε αυτήν ακριβώς τη γραμμή κινήθηκαν τα ΜΜΕ ήταν ότι αυτή η γυναίκα ήθελε να κάνει τη ζωή της «μια καλή ζωή, με ξέφρενα πάρτι και διασκέδαση», επομένως το παιδί της στεκόταν εμπόδια σε αυτό. Έδωσαν, ασφαλώς, έμφαση στα ψέματά της Casey που παρακώλυσαν το έργο της αστυνομίας. Εξίσου και οι δημοσιογράφοι την παρουσίασαν την Casey σαν «μητέρα-τέρας», φέρνοντας στο φως της δημοσιότητας φωτογραφίες της από τα social media, οι οποίες την απεικόνιζαν σε πάρτι να διασκεδάζει μέχρι τελικής πτώσεως και να συμμετέχει σε διαγωνισμό ομορφιάς την χρονική περίοδο όπου το παιδί της αγνοούταν.

Η υπερασπιστική γραμμή που ακολουθήθηκε, από την άλλη μεριά, στηρίχτηκε στο ότι το γεγονός πως ήθελε να γλεντήσει τη ζωή της, όπως πολλές κοπέλες, δεν αποδεικνύει, σε καμία περίπτωση, την πρόθεσή της να σκοτώσει το παιδί της. Η υπόθεση έλαβε διαφορετική τροπή, όταν έγινε εκτενής λόγος στο δικαστήριο για την κακοποίηση που είχε υποστεί η Casey από πολύ κοντινό πρόσωπο της οικογένειάς της. Με αυτό τον τρόπο, ο δικηγόρος της επιχείρησε να δείξει ότι ήταν κι εκείνη ένα ψυχικά τραυματισμένο παιδί και όχι ένα «τέρας» όπως παρουσιαζόταν στα μέσα.

Η ετυμηγορία: «όχι φόνος, ατύχημα»

Το «παράδοξο» της υπόθεσης είναι ότι, ενώ το αμερικανικό κοινό παρακολουθούσε κυριολεκτικά καθηλωμένο στις τηλεοπτικές και διαδικτυακές οθόνες και διάβαζε μανιωδώς τις εφημερίδες για την υπόθεση, για την οποία τα media είχαν ήδη βγάλει καταδικαστική, οι ένορκοι δεν πείσθηκαν από τα στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους και κατέληξαν στην ετυμηγορία «αθώα για τη δολοφονία της κόρης της». Μια ετυμηγορία που σόκαρε το αμερικανικό κοινό και προκάλεσε έντονη αντιπαράθεση.

Ειδικότερα, το δικαστήριο δέχτηκε ότι δεν υπήρξε καν φόνος, αλλά πνιγμός της μικρής στην πισίνα του σπιτιού από ατύχημα και πανικόβλητη η μητέρα προσπάθησε, με τη βοήθεια του πατέρα της (ο οποίος το αρνήθηκε στην κατάθεσή του) να «καλύψει» το θάνατο της κόρης της, όταν βρήκαν το άψυχο κορμάκι στην πισίνα. Έτσι λοιπόν η Casey Anthony, το 2011, καταδικάζεται σε 4 μόνο χρόνια φυλάκισης για ψευδορκία και παρακώλυση του έργου της αστυνομίας, γλιτώνοντας κυριολεκτικά το θάνατο. Το 2014 αποφυλακίσθηκε και πλέον ζει τη ζωή της, ελεύθερη απασχολώντας κατά καιρούς τα ΜΜΕ λόγω της ιδιαιτερότητας της υπόθεσής της.

Η υπόθεσή της, λόγω της τεράστιας δημοσιότητας που έλαβε και του αντίστοιχου τεράστιου ενδιαφέροντος που έδειξε το αμερικανικό κοινό, έμεινε γνωστή στα διεθνή media ως «η εθιστική υπόθεση της Casey Anthony», ενώ οι δημοσιογράφοι προσπαθούσαν να εξηγήσουν πού οφείλεται αυτός ο «εθισμός» και ο ενθουσιασμός ή αλλιώς μανία, με την οποία το τηλεοπτικό κοινό παρακολουθούσε τη δίκη. Τίτλοι όπως The Casey Anthony Addiction,   Why Casey Anthony Made Prime Time, 10 Signs That You’re Addicted To The Casey Anthony Trial, Why Are We So Fascinated With the Casey Anthony Trial, κυριάρχησαν στα ΜΜΕ.  

Ασφαλώς, η συγκεκριμένη υπόθεση είχε όλα εκείνα τα στοιχεία που την καθιστούσαν newsworthy, δηλαδή τις μιντιακές αξίες/news values για τις οποίες έχουμε μιλήσει στο postmodern, που έκαναν την υπόθεση πολύ «ελκυστική» για το κοινό, κεντρίζοντας το ενδιαφέρον του. Ειδικότερα, τα στοιχεία που βάσει των μιντιακών αξιών έδωσαν τόση μεγάλη μιντιακή διάσταση στην εν λόγω υπόθεση συνοψίζονται σε τρία κυρίως σημεία: το θύμα ήταν ανήλικο -ένα αθώο πανέμορφο κοριτσάκι- κατηγορούμενη ήταν η ίδια η μητέρα του -μια νέα όμορφη γυναίκα- που αντί να θρηνεί, εμφανιζόταν θελκτική στα social media, με μια συμπεριφορά «προκλητική» για το κοινό, καθώς έβγαινε και διασκέδαζε παρά το χαμό της κόρης της. Τέλος, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης έδιναν την εντύπωση ενός «θρίλερ σε συνέχειες» που παρουσιαζόταν από τα μέσα, με το κοινό να αδημονεί για το τέλος.

To ηθικό και ποινικό μέρος της πολύκροτης υπόθεσης και ο ρόλος των ΜΜΕ

Ένα ακόμα «παράδοξο» της συγκεκριμένης υπόθεσης οφείλεται στο ότι το ηθικό κομμάτι της υπόθεσης ήταν αυτό που υπερπροβλήθηκε από τα  media («είναι ένοχη η μητέρα, γιατί δεν θρηνεί για το χαμό του παιδιού της») και οδήγησε στη γενική κατακραυγή και καταδίκη της μητέρας από το ευρύ κοινό και όχι το ποινικό σκέλος. Αυτή είναι όμως μια συνηθισμένη «παγίδα» στην οποία πέφτουν -εσκεμμένα και μη- τα ΜΜΕ ταυτίζοντας την ηθική με την ποινική διάσταση μιας υπόθεσης. Εδώ όμως πρέπει να γίνει σαφής διαχωρισμός, δεδομένου ότι το «ανήθικο» δεν είναι αναγκαστικά ποινικά κολάσιμο.

Συνεπώς, το φλέγον ερώτημα που τίθεται εδώ είναι εάν τα ΜΜΕ παρουσίασαν την υπόθεση σαν show, δίνοντας εσκεμμένα έμφαση μόνο στην μια μόνο διάσταση της υπόθεσης, η οποία κρατούσε αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού και αφορούσε «μια μάνα που παραμελεί το παιδί και ασχολείται με τον εαυτό της και με τη διασκέδασή της», χωρίς ωστόσο να εξηγήσουν στο κοινό πως ό,τι είναι ηθικά κατακριτέο και καταδικαστέο δεν επαρκεί για να οδηγήσει στην θανατική καταδίκη.

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι, αναμφισβήτητα, πρόκειται για μια υπόθεση που σοκάρει καθώς αφορά το βίαιο θάνατο ενός 2χρονου παιδιού και προκαλεί (δικαιολογημένα) αντιδράσεις για τον (ηθικό) ρόλο μιας μητέρας. Στοιχεία, εν τούτοις, που ακόμα κι αν υπερπροβάλλονται από τα media, δεν αξιολογούνται με τον ίδιο τρόπο ποινικά.

Αναμφισβήτητα, μια μητέρα που με απόλυτη ψυχραιμία ή ακόμα και με κυνισμό αντιμετωπίζει μια τόσο σοβαρή κατάσταση προκαλεί το κοινό αίσθημα. Ωστόσο, όπως και οι ειδικοί επιστήμονες θα εξηγήσουν, ο καθένας βιώνει διαφορετικά το πένθος και άλλες σοβαρές καταστάσεις στη ζωή του. Επομένως, δεν μπορούμε να καταδικάσουμε έναν άνθρωπο μόνο βάσει συμπεριφοράς. Απαιτούνται αδιάσειστα στοιχεία που θα αποδείξουν την ενοχή. Άρα, ο δημοσιογράφος οφείλει να καλύψει ολόπλευρα την κάθε υπόθεση, λαμβάνοντας σοβαρά υπ’ όψιν του τη σπουδαιότητα του «τεκμηρίου της αθωότητας».

Συνοπτικά

Συνοψίζοντας, θα έλεγα ότι ο προβληματισμός είναι μεγάλος σε ανάλογες υποθέσεις εγκληματολογικού ενδιαφέροντος και η ευθύνη του δημοσιογράφου είναι μεγάλη, καθώς οφείλει να  κάνει έρευνα, να ενημερώσει το ευρύ κοινό, να ρίξει φως σε σκοτεινές πτυχές, τηρώντας σε κάθε περίπτωση τη δημοσιογραφική δεοντολογία και σεβόμενος το νόμο. Αυτή ακριβώς η λεπτή ισορροπία, θα έλεγα, ότι καθιστά τη δουλειά του δημοσιογράφου-ερευνητή απαιτητική και την ίδια στιγμή συναρπαστική! Επομένως, μια ακόμα φορά θα τονίσω ότι η γνώση του αντικειμένου είναι δύναμη για το δημοσιογράφο που καλύπτει δύσκολες υποθέσεις με αμφιλεγόμενα σημεία, ώστε να καταστεί ικανός να τις προσεγγίσει πολύ πιο αποτελεσματικά. Σημαντικό, επίσης, σε τόσο σοβαρές υποθέσεις, να προσπαθεί να καλύψει το θέμα όσο πιο ολοκληρωμένα γίνεται, δίνοντας το λόγο σε όλες τις πλευρές χωρίς να αθωώνει ή να καταδικάζει. Ο δημοσιογράφος δεν είναι δικαστής και δεν πρέπει να μετατρέπεται σε «λαϊκό δικαστή».

Πηγή
http://edition.cnn.com/2014/07/03/justice/casey-anthony-today/

*Θα μου επιτρέψετε να κλείσω λίγο διαφορετικά το σημερινό μου άρθρο. Με ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο postmodern.gr που ακριβώς ένα χρόνο πριν, στις 14 Ιουλίου 2016 (μια ημέρα πριν από τα γενέθλια μου), ξεκινήσαμε το δημιουργικό «ταξίδι» μας, μέσα από την υπέροχη συνεργασία μας. Το πρώτο μου άρθρο έφερε τον τίτλο Φυλακές: Οι «αποθήκες ψυχών» είναι απειλή για όλους

Το postmodern μου έδωσε την ευκαιρία να γράφω για ζητήματα εγκληματολογικού ενδιαφέροντος που διερευνώ, σε συσχετισμό με τα media, μέσα από τη στήλη μου «Έγκλημα και Media». Κλείνοντας, λοιπόν, έναν πολύ όμορφο χρόνο, θα ήθελα να ευχαριστήσω την παρέα του site και να… μας ευχηθώ πολλές ακόμα υπέροχες στιγμές αρθρογραφίας! Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» και στο αναγνωστικό κοινό του postmodern που διαβάζει τα κείμενά μου και με στηρίζει. Συνεχίζουμε δυναμικά και δημιουργικά…!

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts