Τρείς κοπέλες κάνουν βόλτα στο Πεδίον του Άρεως τα Χριστούγεννα του 1954

του Δημήτρη Καλαντζή. 

Η μία είναι ακόμα μαθήτρια. Έχει κοτσίδες στερεωμένες στο κεφάλι της και φοράει τα λευκά σοσονάκια που επιβάλει η εποχή.

Η άλλη τελειώνει το οκτατάξιο Γυμνάσιο. Διατηρεί κοντά τα μαλλιά της και παίρνει κινηματογραφικές πόζες στον φακό.

Η τρίτη είναι η μεγαλύτερη της παρέας. Έχει μπει πια στο Πανεπιστήμιο, η εμφάνισή της έχει αρχίσει να γίνεται «μεγαλίστικη» αλλά παραμένει η «ψυχή» της παρέας που ξεσηκώνει τους πάντες.

Οι δυο κοπέλες είναι αδελφές. Μένουν σε περιμετρικό δρόμο του Πεδίου του Άρεως και έχουν καλέσει την ξαδέλφη τους από το Φάληρο να περάσουν μαζί τα Χριστούγεννα. Η μαμά τους θα έφτιαχνε οικογενειακό γεύμα και το βραδάκι θα έστηναν πάρτι για τους φίλους από τη γειτονιά.

Τα πάρτι ήταν εύκολη υπόθεση τότε. Θα τραβιούνταν τα έπιπλα στις άκρες του σαλονιού, η μητέρα θα έφτιαχνε κεφτεδάκια, ο πατέρας θα αγόραζε ένα μπουκάλι βερμούτ και οι φίλοι θα έφερναν τις «πλάκες» για το γραμμόφωνο. Στην αρχή θα χόρευαν βαλσάκια και τανγκό, μετά σουίνγκ και σλόου -«μπλουζ», τα έλεγαν τότε- και στο τέλος ροκ εν ρολ…

Πειράγματα, αστεία, χορευτικές φιγούρες, εναλλαγές παρτενέρ και αθωότητα που σήμερα αντιμετωπίζεται με καχυποψία:

-«Μα σίγουρα δεν υπήρχε φλερτ;»

-«Τι φλερτ να υπήρχε; Γνωριζόμασταν όλοι από μικρά παιδιά, δεν μπορούσαμε να δούμε τον άλλον «αλλιώς». Άλλωστε τότε, τα γέλια και ο χορός ήταν αρκετά για να πούμε ότι «περάσαμε καλά». Δεν χρειαζόμασταν κάτι παραπάνω…»

Το ίδιο αθώες ήταν και οι βόλτες στο Πάρκο, σαν κι αυτή που έκαναν οι τρεις κοπέλες τα Χριστούγεννα του 1954 μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό…

Στην αρχή οι κοπέλες θα κουβέντιαζαν για τη ζωή στο Πανεπιστήμιο της «μεγάλης», μετά θα έκαναν «κοινωνική κριτική» για συγγενείς και φίλους και στο τέλος θα διαφωνούσαν αν ο Ροκ Χάτσον ήταν πιο ωραίος από τον Μπαρτ Λάγκαστερ ή το αντίθετο.

Ήταν η εποχή που οι κοπέλες πήγαιναν στο “Ρεξ”, το “Αττικόν” και το “Άστορ”, αλλά όχι στους κινηματογράφους της Ομόνοιας, όπου μαζεύονταν πολλοί φαντάροι.

Ήταν η εποχή που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα χωρίς να κρατούν σφιχτά τις τσάντες τους – άλλωστε το χειρότερο που είχαν να αντιμετωπίσουν ήταν κάποιο «σφύριγμα» θαυμασμού…

Ήταν κι η εποχή που το Πεδίον του Άρεως έσφυζε από ζωή.

Τις καθημερινές γέμιζε με μανάδες με τα μωρά τους, μαθητές από τα γύρω σχολεία και ηλικιωμένους που έβγαιναν τον απογευματινό τους περίπατο.

Τα σαββατοκύριακα γινόταν το αδιαχώρητο: οικογένειες, φίλοι, γείτονες, μπάλα, παιχνίδια, ποπ κορν στη «Γαρδένια», μπαλόνια στο περίπτερο… γέλια παντού.

Τα Πάρκο είχε χωμάτινες διαδρομές που δεν έκαναν ποτέ λακκούβες, είχε τέλεια καθαριότητα, φροντισμένο πράσινο, λουλούδια ακόμα και το χειμώνα, είχε ακόμα και μία λιμνούλα (εκεί που αργότερα έγινε το θέατρο Κατράκη και μετά Αλίκη) με μερικά κοκκινόψαρα και ένα ξύλινο μικρό γεφυράκι που όλοι ήθελαν να ανέβουν και ενίοτε να βγάλουν φωτογραφία, όπως οι τρεις κοπέλες.

Τρεις κοπέλες κάνουν βόλτα στο Πεδίον του Άρεως τα Χριστούγεννα του 1954 – Postmodern.

Τα καλοκαίρια οι βόλτες στο Πεδίον του Άρεως θα οδηγούσαν στο «Άλσος» για πορτοκαλάδες και γρανίτες.

Το χειμώνα το Πάρκο θα ησύχαζε τα βράδια, εκτός αν το «Άλσος» άνοιγε για κάποια «χοροεσπερίδα» όπου κυρίες με εντυπωσιακές τουαλέτες και κύριοι με σμόκιν θα διασκέδαζαν με «ευρωπαϊκούς χορούς από ζωντανή ορχήστρα».

Το πιθανότερο ήταν οι κάτοικοι του Πεδίου του Άρεως να μην ήταν ποτέ καλεσμένοι σε μία τέτοια χοροεσπερίδα, αλλά τους άρεσε που η γειτονιά τους μάζευε «καλό κόσμο».

Ήταν άλλωστε και ο λόγος που οι αρχές το πρόσεχαν πολύ. Ήταν το ομορφότερο Πάρκο της Αθήνας για όλους. Δεν είχε τη «βασιλική αίγλη» του «Κήπου» αλλά αυτό ήταν που το έκανε πιο φιλικό και οικείο στους πολίτες. Ήταν ένα Πάρκο χρηστικό. Με δύο εκκλησίες, «κούνιες», αναψυκτήρια και πανέμορφες διαδρομές. Ένα Πάρκο, όχι μόνο για να το θαυμάσεις αλλά και να το απολαύσεις…

Τρεις κοπέλες κάνουν βόλτα στο Πεδίον του Άρεως τα Χριστούγεννα του 1954 – Postmodern.

Οι δύο κοπέλες δεν έφυγαν ποτέ από το Πεδίον του Άρεως. Και η τρίτη όμως, όταν παντρεύτηκε, έφυγε από το Φάληρο και έστησε το νοικοκυριό της στην περιοχή.

Στο Πάρκο μεγάλωσαν τα παιδιά τους και ευτύχισαν να πάνε και τα εγγόνια τους σ’ αυτό. Τους έμαθαν να αγαπούν το Πεδίον του Άρεως, αν και δεν είχε πια πολλά που να θυμίζουν το Πάρκο της νιότης τους.

Οι κοπέλες του 1954 όμως ελπίζουν.

Ίσως τα δισέγγονά τους να το απολαύσουν περισσότερο.

Όπως το απόλαυσαν εκείνες…

The following two tabs change content below.

Δημήτρης Καλαντζής

Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στο κέντρο της Αθήνας. Σπούδασε δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι» και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς & τηλεοπτικούς σταθμούς και τώρα διερευνά τους κώδικες του διαδικτύου. Αγαπά τις ανθρώπινες ιστορίες και τις γάτες.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts