Βιοαφήγηση τοξικοεξαρτημένου για μία ζωή χωρίς ελπίδες και όνειρα

της Αγγελικής Καρδαρά.

Η 26η Ιουνίου έχει καθιερωθεί ως «Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών και της Παράνομης Διακίνησής τους». Αποτελεί μία πολύ σημαντική μέρα αφύπνισης, ευαισθητοποίησης και ασφαλώς ενημέρωσης όλων μας για τη μάστιγα των ναρκωτικών που σκοτώνει με τρόπο βίαιο τα όνειρα παιδιών, εφήβων, νέων και όσων μπαίνουν στον σκοτεινό δρόμο της εξάρτησης. Όπως, δυστυχώς, διαπιστώνουμε τους τελευταίους μήνες μέσα από τη διεξαγωγή της επαναληπτικής έρευνάς μας στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος «Φυλακή και Γλώσσα», η εξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες συνδέεται αναπόσπαστα με τον δρόμο της παρανομίας και έχει ως κατάληξη τη φυλακή ή τον θάνατο. Έναν θάνατο αργό και τρομακτικό.

Ένας υψηλός αριθμός αποφυλακισμένων που μας έχει παραχωρήσει συνέντευξη για την έρευνά μας, εξηγεί το πώς η πρώιμη εγκατάλειψη των σχολικών σπουδών και η έλλειψη υποστηρικτικού οικογενειακού και ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος οδηγεί, σε πολύ νεαρή ηλικία -στην ευαίσθητη εφηβική ή ακόμα και προ-εφηβική περίοδο της ζωής τους- στον δρόμο της παρανομίας και των εξαρτήσεων. Παράλληλοι, αρκετοί αποφυλακισμένοι επισημαίνουν ότι το να βρεθεί το εξαρτημένο από ουσίες άτομο στη φυλακή θεωρήθηκε από το ίδιο «αναγκαία λύση», ώστε να μην πεθάνει από τις ουσίες στον δρόμο, τελείως μόνο και αβοήθητο. Ο τρόμος, δηλαδή, του θανάτου και της εξαθλίωσης των ναρκωτικών οδήγησε σε ένα ακόμα αδιέξοδο, αυτό της φυλακής…

Πρόκειται αναμφισβήτητα για μία πολύ σκληρή πραγματικότητα, που όμως αποτελεί την εφιαλτική καθημερινότητα για πολλούς συνανθρώπους μας, οι οποίοι κυριολεκτικά βουλιάζουν στην εξάρτηση και σε δρόμους χωρίς επιστροφή, εάν δεν βοηθηθούν με τρόπο ουσιαστικό και αποτελεσματικό. Σε αυτό το τόσο δύσκολο και πολύπλοκο κομμάτι που αφορά τη στήριξη, την απεξάρτηση, την επανένταξη, δεν θα μπω με το παρόν άρθρο. Θα τονίσω ότι το πιο σημαντικό και πολύτιμο βήμα που πρέπει να γίνει, ο πιο υψηλός στόχος που πρέπει να επιτευχθεί από την οργανωμένη Πολιτεία, είναι η ενίσχυση της πρόληψης κατά των εξαρτήσεων, ώστε τα παιδιά μας να μείνουν μακριά από τα ναρκωτικά και τις εξαρτήσεις.

Τις τελευταίες ημέρες είμαστε σε επικοινωνία με τον Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, κ. Αντώνη  Μαγγανά, συζητώντας το πολύ σοβαρό αυτό θέμα, με τις πολυσύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις. Με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον μελέτησα από το πολύτιμο εγκληματολογικό υλικό του, μία ακόμα εργασία που θεωρήσαμε σκόπιμο να παρουσιάσουμε και να διαβαστεί από το ευρύ κοινό. Κι αυτό, γιατί πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό να κατανοήσουμε όλοι μας τι σημαίνει ο εφιάλτης των ναρκωτικών και των εξαρτήσεων. Πώς «ζουν» αυτοί οι άνθρωποι, πώς καταλήγουν χωρίς όνειρα, χωρίς ελπίδα, χωρίς τίποτα, χειρότερα και από τα κουρέλια, στους δρόμους της παρανομίας και των εξαρτήσεων, περιμένοντας τον θάνατο. Η βιοαφαγήση που ακολουθεί, από την οποία λόγω της ιδιαιτερότητας του θέματος έχουν αφαιρεθεί αρκετά στοιχεία, ομολογώ ότι με σόκαρε με το μέγεθος του πόνου, της μοναξιάς και της βαθιάς απελπισίας που έρχονται, μεταξύ άλλων, ως απόρροια των εξαρτήσεων.

Να σημειωθεί εδώ ότι η εργασία εκπονήθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Εγκληματολογία» για το ακαδημαϊκό έτος 2018-19, στο μάθημά του Ομ. Καθηγητή Α. Μαγγανά με τίτλο «ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΕΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΘΕΝΤΩΝ», από τον κ. Σταύρο Ρένεση.

Όπως επισημαίνει ο ερευνητής στον πρόλογο, «στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας ακολουθεί συνέντευξη – αφήγηση προσωπικών εμπειριών ημεδαπού άνδρα, ο οποίος από νεαρή ηλικία είχε εθιστεί στις ναρκωτικές ουσίες και ιδιαίτερα στην ηρωίνη. Αναφέρει προσωπικά γεγονότα και την πρώτη επαφή με τις ναρκωτικές ουσίες που τον σημάδεψαν και καθόρισαν όλη την μετέπειτα ζωή του. Εξιστορεί τους κινδύνους στους οποίους υποβλήθηκε για τα ναρκωτικά και το πόσες φορές έφτασε κοντά στο θάνατο. Αναλύει τα συναισθήματά του στη διάρκεια των χρόνων αλλά τονίζει με έμφαση τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η στήριξη από την οικογένεια και τα οικεία πρόσωπα στον αγώνα προκειμένου να καταφέρει κάποιο άτομο να απεξαρτοποιηθεί από τα ναρκωτικά. Τέλος μας μεταφέρει τις εντυπώσεις του από το κράτος πρόνοιας, την υποτιθέμενη αλληλεγγύη που εισέπραξε στις δεκάδες προσπάθειας να ξεφύγει από την μάστιγα των ναρκωτικών. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε ένα πρωινό σε μία καφετέρια κοντά στην γειτονιά του».

Διαβάζοντας, με μεγάλη προσοχή, τη βιοαφήγηση αναρωτιέμαι εάν υπάρχει χειρότερος εφιάλτης από αυτόν που περιγράφεται ακολούθως…

«Η καθημερινότητα μου είναι αυτή δυστυχώς. Δεν έχω κάποια ελπίδα η όνειρο για το μέλλον. Απλά βλέπω τον χρόνο να κυλά γύρω μου και εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Να συμμετάσχω, να γνωρίσω να ανήκω κάπου, εντάξει ανήκω στην κατηγορία των ναρκομανών αλλά μόνο εκεί».

ΒΙΟΑΦΗΓΗΣΗ

  • Σε ευχαριστώ πολύ που δέχτηκες να μοιραστείς τις προσωπικές σου στιγμές μαζί μας. Όποτε νιώθεις έτοιμος, μπορείς να ξεκινήσεις. Να ενημερωθούν και οι νέοι για τη μάστιγα των ναρκωτικών.

Καλημέρα, χάρηκα που με κάλεσες να μιλήσουμε. Να ακούσουν τα νέα παιδιά τι μπορεί να σου συμβεί αν μπλέξεις με τα ναρκωτικά. Χάνονται τα όνειρα σου.

Θα μεταφέρω όλη την ιστορία της ζωής μου, να γίνει πλήρως αντιληπτό πώς έμπλεξα και πώς είχα ξεκινήσει, με φιλοδοξίες και όνειρα. Γεννήθηκα [αναφορά στον τόπο καταγωγής] από γονείς [αναφορά στο επάγγελμα].

[Αναφορά σε πολύ κοντινό του πρόσωπο μέσα στην οικογένεια] με πρόσεχε αρκετά όταν ήμουν μικρός και πάντα ενδιαφερόταν για εμένα. Με τους γονείς μας δεν είχαμε μεγάλη επαφή, όλη την ημέρα την περνούσαν στη δουλειά που απαιτεί χρόνο και πολύ κόπο. Κατάκοποι γυρνούσαν το βράδυ στο σπίτι, πού χρόνος να ξεκουραστούν! Στο σχολείο δεν ήμουν ιδιαίτερα καλός μαθητής, ίσα που περνούσα τις τάξεις. Μου άρεσε να φεύγω με τους φίλους μου από το σχολείο και να πηγαίνουμε στα διπλανά χωριά με τα μηχανάκια, να κάνουμε βόλτες και πλάκες. Εφηβικά χρόνια, ανέμελες στιγμές χωρίς άγχος, από τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. Δυστυχώς δεν διάβαζα να μορφωθώ, να αποκτήσω γνώσεις. Μέτριος μαθητής, όπως σου είπα, ίσα που κατάφερνα να περνάω τις τάξεις. Μου άρεσαν οι γνωριμίες οι κοπάνες και οι βόλτες.
[..]
Μην φανταστείς όμως τίποτε σπουδαίο, ποδοσφαιράκι παίζαμε στις καφετέριες, μπύρες και βόλτες να κοιτάζουμε τη θάλασσα. Απλά πράγματα που όμως είχαν μεγάλη σημασία. Αλλά να τονίσουμε πως έως τότε δεν είχα επαφή με τα ναρκωτικά, το μόνο που ήξερα ήταν ότι αρκετοί από το χωριό καλλιεργούσαν χασίς και για αυτό είχαν πάει οι περισσότεροι φυλακή ως καλλιεργητές. Θυμάμαι ήταν απομονωμένοι στο χωριό, δεν τους έκανε ο περισσότερος κόσμος παρέα φοβούμενος μη στοχοποιηθεί ότι είχε επαφές με τους χασισοκαλλιεργητές. Όταν τελείωσα το λύκειο με πολύ κόπο, αποφάσισα να κατέβω στην Αθήνα να βρω μία δουλειά και να προσπαθήσω να πετύχω τα όνειρα μου, είχα αρκετά όνειρα και ήμουν χαρούμενος που θα πήγαινα στην Αθήνα. Δεν είχα ιδιαίτερο φόβο καθώς ήμουν σίγουρος ότι θα τα καταφέρω. Την κυνηγούσα τη δουλειά, ήμουν νέος δυνατός, νόμιζα ότι μπορούσα να κατακτήσω όλο τον κόσμο. Όταν τελικά ήρθα στην Αθήνα, αρχικά εγκαταστάθηκα στο σπίτι της [αναφορά σε συγγενικό πρόσωπο] που ζούσε με τον άντρα της σε ένα μικρό διαμέρισμα [αναφορά στην περιοχή]. Καλή η [αναφορά στο συγγενικό πρόσωπο], με αγαπούσε πολύ αλλά και αυτή του μεροκάματου, δεν είχε πολλές ανέσεις. Ο άντρας της όμως δεν με ήθελε, δυσφορούσε, φαινόταν στο βλέμμα του όταν γυρνούσα κατάκοπος από […] που δούλευα ως κουβαλητής έως αργά τη νύχτα. Δεν θα το πιστέψεις, αλλά ήμουν αρκετά υπερήφανος και μετά από 10 μέρες αποφάσισα να αποχωρήσω από το σπίτι [..]. Μάλιστα κάποια χρήματα που είχα μαζέψει από τη δουλειά, της τα έδωσα για να την βοηθήσω.

Συνέχισα να δουλεύω, αλλά σπίτι για να περάσω τη νύχτα δεν είχα βρει ακόμα. Μία νύχτα σκέφτηκα να πάω σε ένα μπαρ να περάσει λίγο η ώρα ώσπου να κοιμόμουν σε κανένα παγκάκι προσωρινά μέχρι να βγάλω αρκετά χρήματα για να πιάσω ένα μικρό σπίτι. Ήσυχο μαγαζί κάπου [αναφορά στην περιοχή] με μία πολύ εντυπωσιακή γυναίκα να φτιάχνει τα ποτά. [Αναφορά στα χαρακτηριστικά της], ο καθένας θα μπορούσε να την ερωτευθεί. Ήμουν σίγουρος ότι όλοι οι πελάτες πήγαιναν για να δουν αυτή στο μαγαζί. Όση ώρα έμεινα, όλοι σχεδόν οι πελάτες την ρωτούσαν τι ώρα σχολούσε, πότε θα την ξαναέβλεπαν και διάφορα άλλα τέτοια.

Μόλις μου έφερε το ποτό, μου έπιασε κουβέντα και αρχίσαμε να μιλάμε. Μου άρεσε πολύ και ήμουν κατενθουσιασμένος. Περνούσαμε πολύ όμορφα και μιλήσαμε για αρκετή ώρα όταν και μου πρότεινε να με φιλοξενήσει σπίτι της μιας και δεν είχα και που να μείνω. Τότε νόμιζα ότι έπιασα το πρώτο λαχείο. Πού να ήξερα ότι αυτός θα ήταν ο μεγαλύτερος εφιάλτης μου. Έμενε σε μία ωραία περιοχή [αναφορά στην περιοχή]. Ερωτευθήκαμε, ήμασταν συνέχεια μαζί, την σκεφτόμουν όλη μέρα όταν ήμουν στη δουλεία και το βράδυ πήγαινα και την έβλεπα στο μαγαζί. Ήταν η καλύτερη περίοδος της ζωής μου. Δυστυχώς όμως όλα τα ωραία έχουν ένα τέλος.

Ένα βράδυ ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, όταν με ρώτησε αν ήθελα να την βρούμε και αλλιώς. Δυσκολεύτηκα να καταλάβω και γέλασε και στη συνέχεια μου εξήγησε ότι εννοούσε σκόνη, ηρωίνη. Στην αρχή της απάντησα ότι δεν χρειαζόμασταν τέτοιες ουσίες και ότι περνούσαμε καλύτερα μόνοι μας. Επέμενε όμως και υποστήριζε ότι δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, όπως χαρακτηριστικά μου έλεγε μόνοι οι χαζοί και οι αδύναμοι πάθαιναν εξάρτηση και εθισμό. Εμείς, έλεγε χαμογελώντας, θα το ελέγχαμε.

Από εκείνη τη νύχτα ξεκίνησε το μαρτύριο μου που με οδήγησε σε αυτή την κατάσταση. Αν είχα αρνηθεί, αν είχα φύγει, μπορεί να είχα γλιτώσει. Αυτά τα ερωτήματα με απασχολούν ακόμα και τώρα, πώς θα ήταν η ζωή μου δηλαδή αν δεν είχα γνωρίσει την […]. Αυτή μου έδειξε από πού να αγοράζω τη σκόνη, πώς να την σνιφάρω [..], φαινόταν ότι είχε ξανακάνει, είχε μία σχετική εμπειρία. Πολλές φορές στο σπίτι της έρχονταν και άλλα άτομα. Γυναίκες ημίγυμνες, άντρες που μου έμοιαζαν ότι δεν ήταν και πολύ καλά, σαν να ήταν σε αφασία, κάπνιζαν, μουσική δυνατή με τις ώρες. Την πρώτη φορά που έκανα ηρωίνη την θυμάμαι ακόμα και τώρα. […] Ήταν το φτιάξιμο που μου έχει μείνει. Εγώ την έβρισκα σνιφάροντας που λένε, δεν έχω χτυπήσει ποτέ ενδοφλέβια ένεση, ήξερα ότι είναι πολύ επικίνδυνο και δεν ήθελα να πεθάνω. Στην αρχή νομίζαμε όντως ότι το ελέγχαμε, δεν ήμασταν εξαρτημένοι, […] και δεν είχα θέματα να μην μπορώ να σηκωθώ από το κρεβάτι, μπορούσα να περπατήσω. Η [..] υπερέβαλλε πολλές φορές, έκανε αρκετά, δεν μπορούσε να συνεχίσει από κάποια στιγμή και μετά στη δουλειά. Την έδιωξαν λέγοντας της ότι πρεζόνια δεν θέλουν. Στεναχωρήθηκε, φώναζε τσακωνόμασταν γιατί της έλεγα να το ελαττώσει. Η κοπέλα που με είχε οδηγήσει στα ναρκωτικά πέθανε δυστυχώς μετά από λίγο καιρό, μου στοίχισε πολύ, τα βρίσκαμε, ήταν δικός μου άνθρωπός. Έκλαιγα από το πρωί έως το βράδυ. Έφυγα από το σπίτι της, ούτε και ξέρω τι απέμεινε από εκείνη τη γειτονιά. Δεν ξαναπήγα ποτέ.

Τότε όμως άρχισα και ανησυχούσα, φοβόμουν μην πάθω τα ίδια. Αποφάσισα να κόψω τα ναρκωτικά και στράφηκα προς τους γονείς μου, πήγα στο χωριό και τους είπα ότι έχω μπλέξει με τα ναρκωτικά. Η υποδοχή δεν ήταν αυτή που περίμενα. Πίστευα ότι θα έδειχναν κατανόηση και θα προσπαθούσαμε μαζί να ξεπεράσουμε το πρόβλημά μου. Εντάξει χρήματα για κλινικές δεν υπήρχαν, το ήξερα, αλλά φανταζόμουν ότι θα είχα κάποια βοήθεια ψυχολογική, ένα στήριγμα ώστε να προσπαθήσουμε να λύσουμε το πρόβλημα. Ο πατέρας μου θύμωσε πολύ, δεν τον κακολογώ, είχε προσπαθήσει πολύ και είδε τον γιο του να μπλέκει στα ναρκωτικά. Με έδιωξε από το σπίτι και μου είπε να μην ξαναπατήσω στο χωριό, με είπε πρεζόνι που με στεναχώρησε αρκετά.
[…]
Γι’ αυτό αποτραβήχτηκα, επέστρεψα πάλι στην Αθήνα. Η μάνα μου όμως έκλαψε πολύ και πάντα ήταν στο πλευρό μου. Μου έστελνε κρυφά χρήματα στην Αθήνα. Μου μετέφερε και τα νέα της οικογένειας […]. Οπότε νοίκιασα μία τρύπα [αναφορά στην περιοχή], υπόγειο στην ουσία αλλά έβρισκα την ηρεμία μου. Εκεί πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου.
[…]
Ποτέ όμως δεν έχω προκαλέσει κακό.
[…]
Ο πατέρας μου ήμουν σίγουρος ότι συναίνεσε να μου στέλνει χρήματα, καθώς φοβόταν μήπως πάνω στην ανάγκη μου για τη δόση μου προκαλέσω κάποιο κακό, χτυπήσω η τραυματίσω κάποιον. Πιστεύω με είχε ξεγράψει από παιδί του. Ποτέ δεν μιλούσαμε στο τηλέφωνο, έως και τώρα δεν έχουμε μιλήσει, ρωτούσε μόνο τη μάνα μου αν θέλω κάτι και περισσότερα χρήματα.[…]
Με την αστυνομία δεν είχα ποτέ πρόβλημα, κάποιες φορές με οδηγούσαν στο Τμήμα για εξακρίβωση στοιχείων, αν και με ήξεραν αλλά δεν παραπονιόμουν. Περίμενα εκεί έως ότου μου πουν μπορείς να φύγεις.
[…]
Να σου πω για εμπόρους που ταλαιπωρούσαν εμάς τα πρεζόνια, μας χτυπούσαν ή δεν μας έδιναν τη δόση μας. Οι […] ήταν πολύ σκληροί, μας εκμεταλλευόταν και πολλές φορές βασάνιζαν κορίτσια που ήταν χρήστες. Σε ένα τέτοιο σκηνικό γνώρισα και την κοπέλα που ήμουν μαζί της πολλά χρόνια. Ένα όμορφό κορίτσι από [αναφορά στον τόπο καταγωγή της], την [αναφορά στο όνομά της].

Νεαρή κοπέλα, όμορφη ήρθε και αυτή για ένα καλύτερο μέλλον στη χώρα μας. Είχε να αντιμετωπίσει άλλα ζητήματα πιο σοβαρά στην πατρίδα της. Έχασε οικογένεια, αδέρφια, λυπήθηκα πολύ όταν μου τα είχε πει. Ήμουν στο […] ένα μεσημέρι όταν την πρωτογνώρισα. Δυστυχώς έγινε ναρκομανής η […]. Αρχικά όπως καταλαβαίνεις, για να εξασφαλίσει φαγητό και μία στέγη έδινε το κορμί της. Δυστυχώς για να ελέγχεται πιο εύκολα αυτοί που την έκαναν κουμάντο της έδιναν ηρωίνη, έγινε πρεζόνι γρήγορα. Οπότε όταν είδα ένα τέτοιο κορίτσι να αναγκάζεται να πηγαίνει σεξουαλικά με κάθε λογής ανθρώπους, μόνο και μόνο για να πάρει τη δόση της στενοχωρήθηκα. Πιάστηκε η καρδιά μου με τη μεταχείριση που της έκαναν. Σκουπίδι κυριολεκτικά. Τότε την πλησίασα, μιλήσαμε και κατάφερα και την έπεισα να έρθει σπίτι μου. Να ζήσει σαν άνθρωπος, να κάνει ένα μπάνιο, να έχει ένα πιάτο φαγητό. Τα στοιχειώδη και όχι να κοιμάται στα παγκάκια. Πίστεψέ με, δεν προσπάθησα να της την πέσω, ξέρεις επειδή σου έκανα μία χάρη πρέπει να πας μαζί μου. Τίποτα δεν της ζήτησα αλλά με το καιρό ήρθαμε κοντά, τραβάμε το ίδιο λούκι, οπότε τα βρίσκαμε, νοιαζόταν ο ένας για τον άλλον. Νομίζω περάσαμε ωραία χρόνια με την [..]. Βγαίναμε την πίναμε παρέα, κάναμε βόλτες… Όταν δεν είμασταν καλά, μέναμε σπίτι, δεν σηκωνόμουν από το κρεβάτι.

Για κακή τύχη όμως η κοπέλα δεν είχε χαρτιά για να παραμένει στη χώρα, κρυβόμασταν και, όποτε βλέπαμε αστυνομία, πηγαίναμε μακριά για να μην μας κάνουν κανένα τυχαίο έλεγχο.
[…]
Έτσι λοιπόν μία μέρα μία κλούβα του Αλλοδαπών σταμάτησε πολλούς στην Αθήνα και όσους δεν είχαν χαρτιά τους πήρε μέσα. Μαζί και τη δικιά μου. Περίμενα για ώρες σπίτι και δεν είχε έρθει, φοβήθηκα και πίστεψα ότι κάπου θα έγινε τίποτα και θα την σκότωσαν. Βγήκα στο δρόμο ρωτώντας να μάθω τι συμβαίνει, τουλάχιστον να μάθω, κάποιος να μου πει. Ένας […] μου είπε ότι είχε γίνει πέσιμο από το Αλλοδαπών και είχαν πάρει και την […]. Στεναχωρήθηκα, είχα δεθεί μαζί της, την έψαξα συνέχεια και ακόμα την ψάχνω. Δεν ξέρω πού μπορεί να είναι. Δεν ήξερα και πώς να την αναζητήσω όμως, επίθετο δεν ήξερα, στοιχεία γονέων, τίποτα, μόνο το μικρό της αλλά με αυτό δεν μπορούσα να βγάλω άκρη.

Είχα γίνει ράκος εκείνη την περίοδο και το έριξα στην πρέζα. Έπαιρνα φουλ, απορώ πώς δεν πέθανα. Δεν κατάφερα να την βρω με αποτέλεσμα να γυρνάω σαν πρεζόνι εκείνη την περίοδο. Εκεί ήρθε και η σύλληψη από την αστυνομία, μη φανταστείς για μικροποσότητα, αλλά έμαθα τη διαδικασία, αποτυπώματα, φωτογραφίες και στο αυτόφωρο στην Ευέλπιδών. Έμεινα και στα κρατητήρια στη Γ.Α.Δ.Α. μερικές μέρες, πολύ βρόμα εκεί, πολλά άτομα στριμωγμένα σε μικρούς χώρους, όλοι στοιβαγμένοι μαζί ανεξάρτητα γιατί ήσουν μέσα, δολοφόνοι, κλέφτες διαρρήκτες ακόμα και μικρά παιδιά είδα. Ευτυχώς δεν έμεινα για μεγάλο διάστημα, την επομένη με πήρανε από εκεί. Το επόμενο πρωί στα δικαστήρια με άφησε αμέσως ο Εισαγγελέας αφού μου αναγνώρισε ότι κάνω χρήση μόνο και δεν πουλάω ναρκωτικά και ξεμπέρδεψα σχετικά γρήγορα.
[…]
Ένα βράδυ που παρατηρούσα τα βαποράκια […], με πήρε χαμπάρι ένας […] και πήγε να με σκοτώσει, έβγαλε ένα μαχαίρι και μου το έβαλε στο λαιμό ζητώντας να μάθει αν είμαι χαφιές των μπάτσων. Πραγματικά φοβήθηκα, νόμιζα ότι θα με καθάριζε εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν τρομοκρατήθηκα και με ήρεμη φωνή του είπα ότι απλά ήθελα να δω πού είναι η πρέζα ώστε αν ήμουν σε στέρηση να ερχόμουν απευθείας σπίτι του και να μην τον έψαχνα στους δρόμους. Δεν ξέρω αν με πίστεψε, αλλά εκείνη τη φορά την γλίτωσα με κάποιες μπουνιές στο πρόσωπο. Τυχερός ήμουν.
[…]
Στη συνέχεια και μην μπορώντας να προμηθεύομαι τα ναρκωτικά από την πιάτσα [αναφορά σε περιοχή] φοβούμενος μην με αναγνωρίσουν αποφάσισα να τα παίρνω από την πηγή απευθείας. Έτσι κάθε πρωί έπαιρνα τον ηλεκτρικό […]. Μετά πήγαινα με το λεωφορείο [αναφορά σε περιοχή] για να παίρνω τη δόση μου από […]. Αυτό ήταν το λεωφορείο του τρόμου. Πολλοί ναρκομανείς ήταν σε άθλια κατάσταση, έπεφταν στο πάτωμα, βογκούσαν από τους πόνους, πολλές φορές ενοχλούσαν και τους υπόλοιπους επιβάτες. Μανάδες με παιδιά,  ήταν κρίμα αλλά αυτό είναι το θέμα με τα ναρκωτικά, ότι χάνεις τον έλεγχο, δεν είσαι ο εαυτός σου και πολλές φορές μπορεί να κάνεις πράγματα που θα μετανιώσεις. Όπως σου είπα, πηγαίναμε πολλοί για τον ίδιο σκοπό, δεν ήμουν μόνος.
[…]
Στη συνέχεια παίρναμε πάλι το δρόμο του γυρισμού με το γνωστό λεωφορείο και επιστρέφαμε […]. Κάνοντας τόσα δρομολόγια εκεί [αναφορά σε περιοχή] είδα ότι υπάρχει χρήμα και οι αλλοδαποί ήταν λιγότεροι. Αποφάσισα να ζητιανεύω στα φανάρια από το πρωί καθημερινά έως αργά το απόγευμα για να φεύγω για [αναφορά σε περιοχή] για τη δόση μου. Αυτό που με βοηθούσε είναι ότι προσπαθούσα να φοράω καθαρά ρούχα, να έχω κάνει ένα μπάνιο, και πάντα να είμαι ευγενής και αξιοπρεπής όσο μπορούσα, ζητούσα αν μπορούσαν να με βοηθούσαν οικονομικά. Παραδόξως αν και δεν πίστευα ότι θα έπιανε, έβγαζα χρήματα. Υπήρχαν τζιπ που σταματούσαν άνοιγαν το παράθυρο και μου έδιναν 50 Ευρώ. Δεν το πίστευα. Τότε όταν υπήρχαν αυτές οι στιγμές, έφευγα κατευθείαν για […] και έπαιρνα όσες περισσότερες δόσεις μπορούσα. Έκανα πολύ ηρωίνη εκείνη την περίοδο, δεν μπορούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι, έτρεμαν τα κόκαλα μου και οι μυς μου. Πάνω στην ταραχή μου μία μέρα έχασα την ταυτότητα μου, ήταν δύσκολο να βγάλω καινούρια καθώς μεταξύ των δικαιολογητικών ήταν και ένας μάρτυρας που έπρεπε να πάω μαζί μου στο τμήμα, ποιος να δεχόταν να υπογράψει για εμένα. Δεν ήθελε κανείς.
[…]

  • Πες μας αν εκεί στα φανάρια είχες κανένα απρόοπτο συμβάν.

Ναι, θα τα πω όλα. Εκεί στο φανάρι εμφανίστηκε ένας […] εριστικός πολύ, έτοιμος να τσακωθεί με τον κόσμο όταν δεν ήθελαν να του δώσουν χρήματα. Στις γυναίκες οδηγούς φώναζε και κολλούσε το κεφάλι του στο παράθυρο του αυτοκινήτου, προκειμένου να τις εξαναγκάσει να του δώσουν χρήματα. Βλέποντας αυτά τσακωθήκαμε αμέσως, του είπα να φύγει αλλά ήταν πιτσιρικάς και με χτύπησε στο πρόσωπο, έβγαζα πολύ αίμα, πήγα στο νοσοκομείο γιατί είχε πρηστεί η μύτη μου. Μου κάνανε ράμματα και γύρισα σπίτι αργά το βράδυ. Την επομένη που πήγα στο φανάρι με περίμενε και είχε φέρει και δύο φίλους του μαζί […]. Δεν πλησίασα κοντά καθώς ήξερα ότι θα με χτυπούσαν. Τους έβλεπα από μακριά ότι κάθονταν στο πεζοδρόμιο και την έπιναν δίπλα στους περαστικούς. Άσχημες καταστάσεις. Αναγκάστηκα να φύγω και να μετακινηθώ σε άλλο σημείο για να μην έχω μπελάδες και φασαρίες. Ήθελα μόνο να βγάζω κανένα φράγκο για να πηγαίνω να πίνω την δόση μου.

Δουλειά δεν προσπάθησα να βρω ποτέ, ποιος θα με έπαιρνε άλλωστε στην εργασία του! Εντάξει λογικό το βρίσκω να μη με θέλουν. Εδώ υπάρχουν τόσα παιδιά με γνώσεις που έχουν τελειώσει πανεπιστήμια και δεν μπορούν να βρουν δουλειά. Οπότε λογικό το βρίσκω να μη με θέλει κανείς.

Η καθημερινότητα μου είναι αυτή δυστυχώς. Δεν έχω κάποια ελπίδα η όνειρο για το μέλλον. Απλά βλέπω τον χρόνο να κυλά γύρω μου και εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Να συμμετάσχω, να γνωρίσω να ανήκω κάπου, εντάξει ανήκω στην κατηγορία των ναρκομανών αλλά μόνο εκεί. Στο πρόγραμμα για απεξάρτηση προσπάθησα να μπω αρκετές φορές αλλά τα παρατούσα σύντομα. Αν δεν έχεις κάποιον να σε στηρίζει, μία οικογένεια να σου δώσει κουράγιο τις δύσκολες μέρες δεν μπορείς να τα καταφέρεις. Αν έχεις λεφτά, ίσως κάτι καταφέρεις και γλιτώσεις από τον κόσμο των ναρκωτικών. Τώρα όλοι οι υπόλοιποι είμαστε καταδικασμένοι.

Νομίζω είμαστε αδιάφοροι για την κοινωνία και το κράτος. Θα εξυπηρετούσε το κράτος να εξαφανιζόμαστε. Γι’ αυτό πολλές φορές μας κυνηγάνε, βάζουν την αστυνομία δηλαδή να μας σπρώχνει από την μία περιοχή στην άλλη.
[…]
Τίποτα, δεν υπάρχει κράτος πρόνοιας να σε βοηθήσει, να σε στηρίξει να προσπαθήσει να βρει μία λύση. Είμαστε παρατημένοι να ζούμε στο περιθώριο της κοινωνίας περιμένοντας να πεθάνουμε. Αυτό με τρομάζει και με στεναχωρεί όταν θα το μάθει η μάνα μου ότι πέθανα, πόσα να αντέξει και αυτή η μάνα! Στα άλλα κράτη δείχνουν κάποια αλληλεγγύη, υπάρχουν προγράμματα για τους ναρκομανείς, σου συμπεριφέρονται καλύτερα και πιο ανθρώπινα δεν κοιτούν να σε κρύβουν από τον κόσμο.

Λες και είμαστε εγκληματίες, άρρωστοι είμαστε βοήθεια θέλουμε. Μήπως αυτοί οι πλούσιοι είναι καλύτεροί μας, με τις μίζες, τις κομπίνες τους έχουν βγάλει τόσα χρήματα. Μη νομίζεις… βλέπουμε τι γίνεται με την κρίση, λυπηρά πράγματα, οικογένειές να ψάχνουν στα σκουπίδια για ένα κομμάτι φαγητό. Δεν ξέρω πού θα καταλήξει αυτή η κατάσταση, αλλά μάλλον δεν θα ζω για να το διαπιστώσω. Για εσένα το λέω που είσαι νέος και έχεις όλο το μέλλον μπροστά στα πόδια σου. Για το μόνο πράγμα που είμαι υπερήφανος είναι ότι έως τώρα δεν έγινα ποτέ βαποράκι. Ξέρεις για να εξασφαλίσω μεγαλύτερη δόση να δεχτώ να πουλάω ναρκωτικά σε παιδιά, σχολεία και γενικά όποιον το είχε ανάγκη. Έπινα και πίνω για την πάρτη μου αλλά είμαι χαρούμενος ότι ποτέ δεν έδωσα τον θάνατο σε άλλον άνθρωπο.  Είδες τελικά και ένα πρεζόνι μπορεί να έχει κάποιες αξίες και πιστεύω.   

Προβληματίζομαι εντόνως για το πώς να ολοκληρώσω το σημερινό μας θέμα. Πιστεύω ότι δεν χρειάζεται να σχολιάσω κάτι άλλο, νιώθω θλίψη και πόνο για ό,τι συμβαίνει γύρω μας, δίπλα μας, σε συνανθρώπους μας που είναι εξαρτημένοι από ουσίες. Θα ήθελα μόνο να εκφράσω την ελπίδα ότι η πρόληψη κατά των εξαρτήσεων θα ενισχυθεί, ώστε η νεολαία -το μέλλον αυτού του τόπου- να ζήσει με αξιοπρέπεια και να μπορέσει να σχεδιάσει ένα καλύτερο αύριο.   

Φωτογραφία: Find Rehab Centers@flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο "Εγκληματολογία & ΜΜΕ". Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts