Η Αγγελική Καρδαρά παρουσιάζει το «Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας για τον Αστυνομικό και Δικαστικό Συντάκτη»

του Δημήτρη Καλαντζή. 

Η Αγγελική Καρδαρά είναι μία πολύ φωτεινή νέα επιστήμονας, σύζυγος και μητέρα, η οποία επέλεξε να μελετήσει τη σκοτεινή πλευρά της ζωής: το έγκλημα. Διάβασε, αναζήτησε πηγές, μαθήτευσε κοντά σε σημαντικούς εγκληματολόγους και πέρασε στην πρωτογενή έρευνα, κάνοντας καθημερινές επισκέψεις σε φυλακές, αναζητώντας τους βαθύτερους λόγους που κάνουν τον άνθρωπο να εγκληματεί. Η εμπειρία της έγινε ένα συναρπαστικό βιβλίο, το «Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας για τον Αστυνομικό και Δικαστικό Συντάκτη» από τις εκδόσεις Παπαζήση, που στοχεύει στην ευαισθητοποίηση τόσο όσων ασχολούνται επαγγελματικά με το έγκλημα, όσο και εκείνων που δεν θέλουν να διαβάζουν απλώς ιστορίες εγκλημάτων αλλά ψάχνουν τα «πως» και τα «γιατί» κάθε πράξης. Αν και οι περισσότεροι φίλοι του postmodern γνωρίζετε ήδη την Αγγελική Καρδαρά μέσα από την εξαιρετική αρθρογραφία της στο site, της ζήτησα να απαντήσει σε μερικές πιο προσωπικές ερωτήσεις, ενόψει της επίσημης παρουσίασης του βιβλίου της στον Ιανό στις 9 Μαρτίου.

  • Ένας τόσο ζεστός και θετικός άνθρωπος, όπως εσύ, γιατί στράφηκε στη διερεύνηση των σκοτεινών πλευρών της ανθρώπινης συμπεριφοράς;

Από έφηβη ακόμα μου κέντριζε το ενδιαφέρον και προσπαθούσα να διερευνήσω τα αίτια πού οδηγούν έναν νέο άνθρωπο σε παραβατικές συμπεριφορές. Θεωρώ μεγάλη πρόκληση το να χρησιμοποιείς τα «εργαλεία» της εγκληματολογίας, της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας και να καταφέρεις να «μπεις» στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. Με αυτό τον τρόπο, άλλωστε, μπορείς να ανακαλύψεις και το «φως» που -σε ορισμένες περιπτώσεις- κρύβεται σε αυτά τα σκοτάδια. Ασφαλώς η «μαθητεία» μου πολλά χρόνια δίπλα στον Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ. Γιάννη Πανούση, με έκανε να αγαπήσω ακόμα περισσότερο το αντικείμενο της εγκληματολογίας και να θελήσω να εμβαθύνω την έρευνα σε πολλές εγκληματικές υποθέσεις.

  • Θυμάσαι ποιο ήταν το πρώτο έγκλημα που κίνησε το ενδιαφέρον σου να μάθεις περισσότερα για αυτό;

Έφηβη πάλι, θυμάμαι ότι με είχε συγκλονίσει το διπλό έγκλημα του βιασμού και της ανθρωποκτονίας του εξάχρονου γιου της οικογένειας Δουρή. Ήμουν μαθήτρια του Γυμνασίου τότε, αλλά παρακολουθούσα με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον την υπόθεση από τα media. Ένα έγκλημα που έχουμε αναλύσει και εδώ στο postmodern, και παραμένει, κατά την άποψή μου, μια «σκοτεινή» υπόθεση. Αργότερα, στο πλαίσιο των ερευνών μου, με απασχόλησαν υποθέσεις όπως της δολοφονίας του Νίκου Σεργιανόπουλου, από την  οποία μπορούμε να εξαγάγουμε σημαντικά συμπεράσματα για την ψυχοσύνθεση του καλλιτέχνη και τις ευαίσθητες πλευρές του.

  • Γιατί πιστεύεις ότι οι περισσότεροι έχουμε την περιέργεια να μαθαίνουμε τις ιστορίες πίσω από τα εγκλήματα; Ποια γοητεία μας ασκεί το έγκλημα;

Θέλουμε να μαθαίνουμε κυρίως για τα εγκλήματα κατά ζωής. Άλλωστε τα media δεν θα προβάλλουν στον ίδιο βαθμό ένα οικονομικό έγκλημα ή ένα περιβαλλοντικό έγκλημα. Τα εγκλήματα κατά ζωής και πρωτίστως όσα έχουν διαπραχθεί με ειδεχθή τρόπο είναι αυτά που κερδίζουν το μιντιακό ενδιαφέρον για μια σειρά λόγων. Θα σταθώ σε δύο λόγους που κρίνω ότι είναι πολύ σημαντικοί. Πρώτον, γιατί η αφαίρεση της ζωής είναι ένα στοιχείο που μας τρομάζει και μας προβληματίζει -συνεπώς θέλουμε να μάθουμε περισσότερα – και δεύτερον, γιατί το έγκλημα κατά ζωής δίνει τη δυνατότητα στον αστυνομικό συντάκτη να κερδίσει το ενδιαφέρον του κοινού μέσα από μια μεμονωμένη προσωπική ιστορία που δυστυχώς -σε πολλές περιπτώσεις- παρουσιάζεται επιφανειακά και σαν να κοιτάζουμε μέσα από την κλειδαρότρυπα. Το δύσκολο για τον αστυνομικό συντάκτη -και αυτό προσπαθώ να δείξω στους νέους δημοσιογράφους που εκπαιδεύω- είναι να μπορέσει να εμβαθύνει και να μιλήσει για το φαινόμενο της εγκληματικότητας με τρόπο τεκμηριωμένο και ολοκληρωμένο.

  • Με το νέο σου βιβλίο παρέχεις ένας εγχειρίδιο στους δημοσιογράφους και ειδικότερα στους αστυνομικούς και δικαστικούς συντάκτες, για το πως θα πρέπει να χειριστούν τις πληροφορίες για ένα έγκλημα. Πώς να λειτουργήσουν δηλαδή με τέτοιο τρόπο, ώστε να ενημερώσουν σωστά χωρίς υπερβολές. Δεν είναι εύκολο, θα συμφωνείς… 

Δεν είναι εύκολο, αλλά δεν πιστεύω ότι είναι και τόσο δύσκολο, όσο φαίνεται. Πολλά λάθη και υπερβολές που έχει καταγράψει η έρευνά μας στο αστυνομικό ρεπορτάζ, δεν οφείλονται μόνο στην προσπάθεια εντυπωσιασμού του κοινού, αλλά πηγάζουν από την έλλειψη εκπαίδευσης και γνώσης. Εάν δεν γνωρίζει ο αστυνομικός συντάκτης την ορολογία, την ποινική νομοθεσία, τις εγκληματολογικές τυπολογίες κ.λπ., είναι αυτονόητο ότι θα κάνει λάθη. Επομένως, ένας συντάκτης που έχει γνώση του αντικειμένου, θα μπορέσει να χειριστεί καλύτερα την κάθε υπόθεση που καλύπτει. Αυτή τη γνώση επιχειρώ να δώσω με το νέο μου βιβλίο. Σαφώς, ο κάθε συντάκτης δέχεται πιέσεις προκειμένου να γράψει κάτι που θα κερδίσει το ενδιαφέρον. Πλέον, όμως, οι υπερβολές προκαλούν την αγανάκτηση του κοινού. Αντίθετα, η έρευνα και γενικά οι πιο «ψαγμένες» δουλειές κάνουν τη διαφορά.

  • Θα πρέπει τα ρεπορτάζ να περιλαμβάνουν λεπτομέρειες για την τέλεση ενός εγκλήματος, ώστε να διαμορφώσει ο αναγνώστης πλήρη εικόνα για το τι έγινε ή κάτι τέτοιο μπορεί να λειτουργήσει «τρομολαγνικά» ή ακόμα και να γίνει «παράδειγμα προς μίμηση» σε οριακούς ανθρώπους;

Σε αυτό το θέμα είμαι απόλυτη. Ασφαλώς και δεν πρέπει να δίνονται ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Κάτι τέτοιο μπορεί να λειτουργήσει τρομολαγνικά και να γίνει παράδειγμα προς μίμηση, όπως πολύ σωστά λες Δημήτρη. Ταυτόχρονα είναι μια ασέβεια στη μνήμη του νεκρού. Όλη αυτή τη τρομολαγνεία μέσα από τις λεπτομέρειες της τέλεσης ενός εγκλήματος αντιβαίνει τη δημοσιογραφική δεοντολογία και τη νομοθεσία. Στο σημείο αυτό όμως πρέπει το συλλογικό όργανο των δημοσιογράφων να επεμβαίνει και να θέτει σαφή όρια, ώστε να μην μπορεί κανένα μέσο και κανένας δημοσιογράφος να τα υπερβαίνει. Δεν τίθεται σε αυτές τις περιπτώσεις θέμα «φίμωσης» του Τύπου, άρα απαιτούνται όρια. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να κατακερματίζεται, ούτε να παραβιάζονται τα ατομικά δικαιώματα. Σε ανάλογες περιπτώσεις οφείλουμε όλοι μας -επιστημονική κοινότητα, κοινό, δημοσιογράφοι- να είμαστε πολύ αυστηροί. Όπως άλλωστε σε κάθε επάγγελμα υπάρχουν όρια, έτσι πρέπει να γίνεται και στη δημοσιογραφία κυρίως για ζητήματα που αφορούν το σεβασμό στο άτομο.

  • Από την επαφή σου με νέους ανθρώπους που σπουδάζουν δημοσιογραφία, νιώθεις αισιόδοξη; Υπάρχει διάθεση για έρευνα, για μάθηση, για τήρηση της δεοντολογίας στα νέα παιδιά που θέλουν να μπουν στη δημοσιογραφία;

Έχουμε παιδιά «διαμάντια». Αν δοθεί η ευκαιρία σε αυτούς τους νέους ανθρώπους που είναι εφοδιασμένοι με γνώση, επιμορφώνονται, διψούν για έρευνα, είναι προσεκτικοί στην τήρηση της δεοντολογίας, σε λίγα χρόνια η ερευνητική δημοσιογραφία στη χώρα μας θα γνωρίσει πολύ μεγάλη άνθηση. Έχω ζήσει πολύ δημιουργικές στιγμές με ομάδες νέων δημοσιογράφων και πραγματικά οι δουλειές τους είναι αξιόλογες.

  • Στο πλαίσιο της έρευνας σου, είχες τη δυνατότητα να βρεθείς κοντά σε φυλακισμένους. Πως σε αντιμετώπισαν και τι έμαθες από αυτούς;

Όσον αφορά τη μεγάλη έρευνα που έκανα στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού για την «αργκό των κρατουμένων», τον ιδιαίτερο δηλαδή γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας τους, θα έλεγα ότι ήταν μια πολύ ξεχωριστή εμπειρία. Είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με 70 κρατούμενους, σε δύσκολες συνθήκες, αλλά πραγματικά μου δόθηκε η ευκαιρία να «περάσω απέναντι», να «ανοίξω την πόρτα» στον μικρόκοσμο της φυλακής και να δω τι συμβαίνει εκεί, πώς είναι δομημένη και πώς λειτουργεί η «μικροκοινωνία» της φυλακής. Με αντιμετώπισαν με πολύ θετικό τρόπο, με ευγένεια, σεβασμό και ως «προστατευόμενή» τους. Όταν ένας ερευνητής μπαίνει στο χώρο των φυλακών, δεν πρέπει να έχει «ύφος», γιατί οι κρατούμενοι μπορεί να αντιδράσουν. Με βοήθησαν σημαντικά στην έρευνά μου και έμαθα πολλά. Όπως ότι το φως μπορεί εύκολα να γίνει σκοτάδι και ότι για την επικράτηση του σκοταδιού, η οικογένεια, το σχολείο και η κοινωνική μέριμνα, παίζουν καταλυτικό ρόλο. Θεωρώ ότι η εκπαιδευτική και επιστημονική κοινότητα θα μπορούσαν να αναπτύξουν πολύ σημαντικές δράσεις όσον αφορά την πρόληψη της εγκληματικότητας, κυρίως της νεανικής παραβατικότητας αλλά και της ενδοοικογενειακής βίας. Ιδίως σε εποχές, όπου απαξιώνεται η ανθρώπινη ζωή, πρέπει να αναπτύξουμε ανάλογες δράσεις. Οι φυλακές είναι «κολλέγιο του εγκλήματος», όπως χαρακτηριστικά μου έλεγαν οι κρατούμενοι και πρέπει επιτέλους να αλλάξει αυτό, γιατί είναι πολύ επικίνδυνο να «εκπαιδεύονται» στο έγκλημα μέσα στα καταστήματα κράτησης.

  • Τόσο από την εμπειρία σου, όσο και από τη μελέτη σου, θα έλεγες ότι όλοι είμαστε εν δυνάμει εγκληματίες; Είναι μέρος της φύσης μας;

Πιστεύω ότι όλοι μας έχουμε μια φωτεινή και μια λιγότερη φωτεινή πλευρά μέσα μας και κάποια για κάποιους λόγους υπερτερεί. Το «αξιακό σύστημα» που κουβαλά ο καθένας από εμάς, ο τρόπος με τον οποίο έχουμε γαλουχηθεί, η παιδεία μας, οι κοινωνικές επιδράσεις και άλλα στοιχεία ασφαλώς, επιδρούν με τρόπο καταλυτικό, στην ψυχοσύνθεσή μας. Ο Ρασκόλνικωφ στο περίφημο έργο του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία», το οποίο είχα την τύχη να διδάξω στο πλαίσιο των διαλέξεων στο Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, διαπράττει φόνο για μια «μεγάλη ιδέα», για να απαλλάξει την κοινωνία από μια «ψείρα», όπως χαρακτηριστικά λέει, από μια τοκογλύφο που εκμεταλλεύεται τον ανθρώπινο πόνο και την ανάγκη. Αν και είναι πεπεισμένος για την ορθότητα της πράξης του, το γεγονός ότι τελικά υλοποιεί την πράξη του -σκοτώνει και μάλιστα προβαίνει σε διπλό φόνο- (καθώς αναγκάζεται να δολοφονήσει ένα αθώο θύμα, την αδελφή της τοκογλύφου που ήταν άθελά της αυτόπτης μάρτυρας), τον οδηγούν τελικά στην αμφισβήτηση και οι τύψεις που αισθάνεται τον αρρωσταίνουν και τον ωθούν στο να ομολογήσει την πράξη του. Συνεπώς, αυτές οι «αντιστάσεις», αυτό το σύνολο αξιών και ιδανικών που έχει ο καθένας μας, παίζουν, κατά την κρίση μου, το δικό τους ρόλο στη διάπραξη ή μη μιας εγκληματικής ενέργειας.  Το ζήτημα της «εγκληματογένεσης» είναι αναμφισβήτητα πολυσύνθετο και πολυδιάστατο. Σήμερα η έρευνα τονίζει ότι πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο και βέβαια η κάθε υπόθεση που εξετάζουμε ερευνητικά έχει τα δικά της χαρακτηριστικά.

  • Τονίζεις συχνά στα άρθρα σου στο postmodern τη σπουδαιότητα της «πρόληψης του εγκλήματος». Μου έχει κάνει εντύπωση ότι αυτά τα άρθρα γίνονται δημοφιλή, παρόλο που δεν έχουν «ανατριχιαστικά» στοιχεία για εγκλήματα. Ίσως τελικά υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση του κοινού απ όσο πιστεύουν όσοι επιμένουν στο «αίμα» και όχι στις συνθήκες (κοινωνικές, ψυχολογικές κ.α.) που οδηγούν στη διάπραξη του εγκλήματος…

Πιστεύω πάρα πολύ στη δύναμη της πρόληψης. Σε πολλές υποθέσεις εγκληματολογικού ενδιαφέροντος που έχω διερευνήσει, «βλέπω» ότι υπάρχουν σημάδια που ακόμα και αν δεν οδηγήσουν στο έγκλημα, θα οδηγήσουν σε άλλες δυσάρεστες καταστάσεις. Κλείνοντας, θα επιμείνω στην άποψή μου ότι το κοινό στη χώρα μας είναι πλέον έτοιμο για την δημοσιογραφική έρευνα, έχει ευαισθητοποιηθεί, θέλει να ενημερωθεί βαθύτερα, θέλει να δει κάτι διαφορετικό από τον δημοσιογραφικό κόσμο.

Το βιβλίο της Αγγελικής Καρδαρά «Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας για τον Αστυνομικό και Δικαστικό Συντάκτη» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση και θα παρουσιαστεί στον Ιανό (Σταδίου 24, Αθήνα) την Πέμπτη 9 Μαρτίου στις 6 το απόγευμα. Την παρουσίαση θα κάνουν οι δημοσιογράφοι Πάνος Σόμπολος και Ρομίνα Ξύδα και οι Καθηγητές Εγκληματολογίας Γιάννης Πανούσης και Χρήστος Τσουραμάνης.

The following two tabs change content below.

Δημήτρης Καλαντζής

Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στο κέντρο της Αθήνας. Σπούδασε δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι» και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς & τηλεοπτικούς σταθμούς και τώρα διερευνά τους κώδικες του διαδικτύου. Αγαπά τις ανθρώπινες ιστορίες και τις γάτες.

Comments

comments

Related Posts

    Comments are closed.

    Recent Posts