Η Βασιλική Καραγιάννη ακολουθεί το ένστικτό της στον μαγευτικό κόσμο της όπερας

του Δημήτρη Καλαντζή. 

Από το Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου στη Σκάλα του Μιλάνου και από το Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης στην Όπερα του Τόκυο. Η Βασιλική Καραγιάννη έχει χειροκροτηθεί στα σημαντικότερα θέατρα του κόσμου, ακολουθώντας το ένστικτό της, αυτό που κάθε φορά ζητούσε η δική της ψυχή και αυτό που ζητά του καθενός μας η ψυχή από την τέχνη: την ανάταση μέσα από το ταξίδι των συγκινήσεων. Με αφορμή τη Ροζίνα στον «Κουρέα της Σεβίλλης» που ανεβάζει η Εθνική Λυρική Σκηνή στο Ολύμπια, η διακεκριμένη Ελληνίδα σοπράνο μίλησε στο postmodern για το ξεκίνημά της, την εμπειρία της στο εξωτερικό, την επιμονή της να μείνει στην Ελλάδα και την όλο και μεγαλύτερη επιτυχία του λυρικού τραγουδιού στη χώρα μας. Πρόκειται για μία συζήτηση στον ενικό, ανεπιτήδευτη, ζεστή και ευγενική, όπως ακριβώς είναι και η ίδια στα παρασκήνια των ολόφωτων παράστασεων.

  • Πότε και πως ανακαλύπτεις τον μαγευτικό κόσμο της μουσικής;

Ανακάλυψα τη μουσική σχεδόν από τη στιγμή που γεννήθηκα. Με το που με πήραν από τη μαιευτική κλινική για να με πάνε στο σπίτι, ο μπαμπάς μου με υποδέχτηκε παίζοντας ακορντεόν. Και μου άρεσε τόσο πολύ, από αυτά που μου είπαν αργότερα, που δεν έτρωγα και δεν κοιμόμουν, αν δεν μου έπαιζε ο μπαμπάς μου ακορντεόν…

  • Απίθανο! Ο μπαμπάς ήταν μουσικός;

Όχι, δεν ήταν επαγγελματίας μουσικός αλλά έπαιζε ακορντεόν, κιθάρα και φυσαρμόνικα. Στο σπίτι υπήρχε πάντα μουσική – όχι κλασική αλλά καλή μουσική. Είχαμε ένα μπομπινόφωνο με ταινίες που έφερνε ο μπαμπάς μου από τα ταξίδια του – ήταν καπετάνιος – με μουσική από τη λατινική Αμερική και από πολλά μέρη του κόσμου.

  • Από ελληνική μουσική;

Χατζηδάκις και Λοϊζος. Ήταν σαν να είχα γεννηθεί μαζί τους γιατί υπήρχε η μουσική τους στα αυτιά μου από πολύ μικρό παιδί. Όπερα άργησα να πρωτοακούσω. Μεγάλωσα στο Ρίο, όπου δεν υπήρχαν ερεθίσματα για να γνωρίσεις τη μουσική της όπερας. Όταν όμως ήμουν γύρω στα 10, ένα βράδυ αργά, όταν κοιμούνταν όλοι στο σπίτι, είδα στη τηλεόραση όπερα. Και μαγεύτηκα.

  • Ανακαλύπτεις αμέσως ότι αυτό θέλεις να κάνεις;

Είχα ξεκινήσει ωδείο από τα 7, μαθαίνοντας ακορντεόν. Στην πορεία, μέσα από το σολφέζ, μου λένε ότι έχω ωραία φωνή και μου προτείνουν να κάνω φωνητική. Αποφάσισα να το προσπαθήσω, χωρίς να έχω υψηλές προσδοκίες. Πολύ γρήγορα όμως έβγαλα τα πρώτα μου χρήματα, κάνοντας σολιστικό ρόλο στην Κέρκυρα και σύντομα βρέθηκα στη Λυρική σε παιδικό έργο του Mozart. Την επόμενη χρονιά, έρχεται και ο πρωταγωνιστικός ρόλος: η Βασίλισσα της Νύχτας στον Μαγικό Αυλό.

  • Ακούγεται πολύ εύκολο. Πως έγινε πρακτικά; Υπάρχουν άνθρωποι που πηγαίνουν στα ωδεία και ψάχνουν για ταλέντα;  

Συνήθως ψάχνεις εσύ την ευκαιρία. Στη δική μου περίπτωση, η δασκάλα μου, κυρία Βαρβάρα Γκαβάκου, ήταν τραγουδίστρια στη Λυρική Σκηνή προς το τέλος της καριέρας της. Εκείνη με έστειλε στην Κέρκυρα ως σολίστα σε κάποια έργα, και όταν πλησίαζα στο δίπλωμα, με έστειλε στην Λυρική να με ακούσουν ο διευθυντής και ο μαέστρος, ο κύριος Καρυτινός, και ο κύριος Μπαλτάς, καλλιτεχνικός διευθυντής. Εκείνοι μου έδωσαν την ευκαιρία.

  • Βγήκες σε πολύ νεαρή ηλικία και στο εξωτερικό, κάτι πολύ δύσκολο ακόμα και για πιο έμπειρους καλλιτέχνες…

Μάλλον ήμουν τυχερή γιατί χωρίς να κάνω πολλές ακροάσεις, βρέθηκα σε μεγάλα θέατρα. Σε πολύ μικρή ηλικία έκανα την Ολυμπία στα Παραμύθια του Hoffman στο Covent Garden και μετά το ένα έφερε το άλλο.

  • Έχω ακούσει ότι η διαδικασία για να πάρεις μέρος σε μία παράσταση στο εξωτερικό είναι πολύ επίπονη και απαιτεί μεγάλες αντοχές.

Έτσι ακριβώς είναι. Κάθε φορά δίνεις εξετάσεις. Θα πρέπει να προετοιμαστείς για έναν ρόλο, να μπεις στη διαδικασία να βρεις ατζέντη, να κάνεις ολόκληρο ταξίδι και στο τέλος μπορεί να μην αποδώσεις καλά επειδή, για παράδειγμα, έχουν βουλώσει τα αυτιά σου από το αεροπλάνο. Μπορεί να έχεις τις καλύτερες προϋποθέσεις δηλαδή, και στο τέλος να σου τύχει μία αναποδιά. Μπορεί, από την άλλη, να μην έχεις κάνει καμία ακρόαση και να σου πουν «έλα», γιατί σε θυμούνται από κάποια παλαιά ακρόαση ή σε γνωρίζουν από παλαιότερη παράσταση. Κι αυτό συμβαίνει.

Βασιλική Καραγιάννη. Φωτογραφία από τον Γιώργο Μεστούση
  • Αντικειμενικά είσαι μία πολύ όμορφη γυναίκα και νομίζω ότι βρίσκεσαι σε μία καλή συγκυρία, αφού η όπερα σήμερα αναζητά πρωταγωνίστριες που να αντιστοιχούν εμφανισιακά στους ρόλους που αναλαμβάνουν.

Κάποτε ήταν σχεδόν κανόνας η σοπράνο και ο τενόρος να είναι ευτραφείς. Ποτέ όμως δεν ήταν προϋπόθεση. Απλά γινόταν αποδεκτό, καθώς έμπαινε σε δεύτερη και τρίτη θέση η εμφάνιση. Τώρα πια είναι η εξαίρεση, καθώς υπάρχουν περισσότεροι λυρικοί τραγουδιστές από την πρώην Ανατολική Ευρώπη, την Ασία και την Άπω Ανατολή και οι μαέστροι έχουν περισσότερες επιλογές, όταν κάνουν τις διανομές. Αν μου εμπιστεύτηκαν κάποιους ρόλους και για την εμφάνισή μου, ειλικρινά δεν το έχω σκεφτεί…

  • Τραγουδάς στο Covent Garden, στη Scala, σε κορυφαίες όπερες… Γιατί επιστρέφεις στην Ελλάδα την ώρα που οι περισσότεροι θέλουν να φύγουν;

(γέλια) Το έχω αναρωτηθεί κάποιες φορές. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα ποτέ να μείνω στο εξωτερικό. Ήθελα πάντα να μένω στην Ελλάδα και να πηγαίνω στο εξωτερικό για παραστάσεις. Όταν πριν από χρόνια, η όπερα της Δρέσδης μου προσέφερε διετές συμβόλαιο, προτίμησα την πρόταση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Οπωσδήποτε έπαιξε ρόλο και η προσωπική μου απόφαση να γίνω μητέρα και να μεγαλώσω το παιδί μου σε ένα κανονικό οικογενειακό περιβάλλον με την μητέρα παρούσα και όχι επισκέπτρια. Τίποτα όμως δεν είναι ακατόρθωτο…

  • Συνεχίζονται οι προτάσεις από όπερες στο εξωτερικό;

Πριν λίγο καιρό έκανα «Βασίλισσα της Νύχτας» στην όπερα του Τόκυο και θα ακολουθήσουν και άλλες παραστάσεις.

  • Πως είναι το κοινό της όπερας στην Ελλάδα σε σύγκριση με την εμπειρία σου από το κοινό σε χώρες με μεγαλύτερη παράδοση στο είδος;

Το κοινό στην Ελλάδα είναι καλλιεργημένο, αγαπά την όπερα και με τη μεγάλη προσπάθεια της Λυρικής – γίνονται πλέον παραγωγές ισάξιες με του εξωτερικού – διευρύνεται όλο και περισσότερο. Ο Έλληνας έχει το στοιχείο της τέχνης στο DNA του. Αρκεί να γνωρίσει την όπερα, για να την βάλει στην καρδιά του. Όλες οι παραστάσεις πλέον είναι sold out. Οι Έλληνες είναι πραγματικά γενναιόδωροι στο χειροκρότημα.

  • Σε αυτή την περίοδο της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, η όπερα, ένα άλλοτε «δύσκολο είδος ψυχαγωγία για λίγους», γνωρίζει άνθιση. Δεν είναι λίγο αντιφατικό;

Δείχνει ότι το κοινό μπορεί να στερηθεί πολλά πράγματα, αλλά δεν θέλει να βγάλει την τέχνη από τη ζωή του. Η ψυχή έχει ανάγκη από μία ανάταση και αυτήν την ανάταση δίνει η τέχνη. Και πόσο μάλιστα μία τέχνη που έχει δοκιμαστεί μέσα στους αιώνες. Σε περιόδους κρίσης, ο κόσμος ψάχνει τις κλασικές αξίες.

Βασιλική Καραγιάννη. Φωτογραφία από τον Μάθιου Αλατσατιανό.
  • Στη συγκεκριμένη παραγωγή του «Κουρέα», έχουμε μία μοντέρνα, ανατρεπτική σκηνικά, παρουσίαση της όπερας του Ροσσίνι. Προτιμάς μοντέρνες ή κλασσικές παραστάσεις;

Η αλήθεια είναι ότι μου αρέσουν οι κλασικές παραστάσεις, με κοστούμια της εποχής που αναφέρεται το κάθε έργο. Ωστόσο μου αρέσουν και οι μοντέρνες παραγωγές, εφόσον σέβονται τη μουσική και την υπόθεση του έργου. Στη συγκεκριμένη παραγωγή, η πρώτη πράξη εικαστικά είναι τελείως διαφορετική από τη δεύτερη. Ο σκηνοθέτης έχει επικεντρώσει το ενδιαφέρον του όχι στον Φίγκαρο, αλλά στην ψυχολογία της Ροζίνα…

  • Η Ροζίνα στον «Κουρέα της Σεβίλλης» είναι μεταξύ κοριτσιού και γυναίκας…

Ακριβώς έτσι παρουσιάζεται στη συγκεκριμένη παραγωγή. Στην πρώτη πράξη η Ροζίνα είναι ένα κορίτσι κλεισμένο στο χρυσό κλουβί του από τον κηδεμόνα του, ο οποίος, ενώ την μεγαλώνει και διαχειρίζεται την περιουσία της ως πατρική φιγούρα, έχει σκοπό να την παντρευτεί, μόλις μεγαλώσει λίγο περισσότερο. Η Ροζίνα προσπαθεί να δραπετεύσει από αυτό το χρυσό κλουβί και την προδιαγραμμένη τύχη της. Θέλει να ερωτευτεί και να γραπωθεί από κάποιον που θα την βγάλει από τον φαντασιακό της κόσμο. Στη δεύτερη πράξη ερχόμαστε στην «πραγματικότητα», που είναι τοποθετημένη στη δεκαετία του ’60. Εκεί η Ροζίνα έχει καταφέρει να σπάσει τα δεσμά της φαντασίας της, έχει παντρευτεί τον αγαπημένο της αλλά στο τέλος συνειδητοποιεί ότι και πάλι είναι φυλακισμένη με τα δεσμά του γάμου.

  • Είναι μία πολύ αγαπημένη στο κοινό ηρωίδα και ένα πολύ δημοφιλές έργο.

Δεν είναι τυχαίο που πολλά αποσπάσματά του παίζονται παντού. Είναι ευχάριστο έργο που όλοι αγαπάμε. Πραγματικά άξιο θαυμασμού.

  • Ερμηνευτικά έχει ενδιαφέρον για εσένα;

Πάντα έχει. Όσες φορές κι αν παίξω Ροζίνα, την αντιμετωπίζω με τον ίδιο ενθουσιασμό και ενδιαφέρον, όπως άλλωστε και τη Βασίλισσα της Νύχτας. Αυτή την περίοδο περνάω και σε πιο δραματικούς ρόλους. Έχω ήδη κάνει Τζίλντα και Τραβιάτα και επόμενος στόχος μου είναι η Lucia di Lammermoor.

  • Ποια είναι η συμβουλή σου σε ένα νέο παιδί που θα ήθελε να γίνει λυρικός καλλιτέχνης και ποιο είναι το δικό σου μότο ζωής;

Θα έλεγα σε κάποιον να ακολουθήσει το ένστικτό του. Όλοι ξέρουμε μέσα μας τι θέλουμε. Μένει να το κυνηγήσουμε. Αν δεν το κυνηγήσουμε αρκετά, σημαίνει ότι δεν το θέλαμε αρκετά. Όταν εν ηρεμία ακούς τι σου λέει η ψυχή σου, τότε δεν θα κάνεις λάθος. Είτε στις επαγγελματικές σου επιλογές, είτε στις προσωπικές. Αυτό νομίζω είναι το «μότο» μου:  Ακολούθησε το ένστικτό σου.

“Κουρέας της Σεβίλλης” από την Εθνική Λυρική Σκηνή, Φεβρουάριος 2017. Φωτογραφία: Βασίλης Μακρής.

Τζοακίνο Ροσσίνι
Ο κουρέας της Σεβίλλης

Μουσική διεύθυνση: Αναστάσιος Συμεωνίδης (18, 19, 24/2 & 3, 5/3)
Ζωή Τσόκανου
(22, 25, 26/2)
Σκηνοθεσία: Φραντσέσκο Μικέλι
Συμπαραγωγή με το Δημοτικό Θέατρο Μπολόνιας [Teatro Comunale di Bologna]

ΠΡΕΜΙΕΡΑ 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2017
18, 19, 22, 24, 25, 26 Φεβρουαρίου 2017
3, 5 Μαρτίου 2017

Θέατρο Ολύμπια
Ώρα έναρξης: 20.00

Αναβίωση σκηνοθεσίας: Μαρίνα Μέργου
Σκηνικά, φωτισμοί: Νίκολας Μπόουβυ 
Κοστούμια: Τζανλούκα Φαλάσκι
Σχεδιασμός οπτικών μέσων: Παναγιώτης Τομαράς
Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος

 

Κόμης Αλμαβίβα:Αντώνης Κορωναίος (18, 24, 26/2 & 3, 5/3)
Γιόαν Χότεα (19, 22, 25/2)
Ντον Μπάρτολο:Δημήτρης Κασιούμης (18, 24, 26/2 & 3, 5/3) 
Άκης Λαλούσης (19, 22, 25/2)
Ροζίνα:Βασιλική Καραγιάννη (18, 24, 26/2 & 3, 5/3)
Μίνα Πολυχρόνου (19, 22, 25/2)
Φίγκαρο:Διονύσης Σούρμπης (18, 24, 26/2 & 3, 5/3)
Χάρης Ανδριανός (19, 22, 25/2)
Ντον Μπαζίλιο:Τάσος Αποστόλου (18, 24, 26/2 & 3, 5/3)
Πέτρος Μαγουλάς (19, 22, 25/2)
Φιορέλλο:Γιάννης Σελητσανιώτης (18, 22, 24, 26/2 & 3/3)
Γιώργος Ματθαιακάκης (19, 25/2 & 5/3)
Μπέρτα:Αλεξάνδρα Ματθαιουδάκη (18, 24, 26/2 & 3, 5/3)
Μαρία Βλαχοπούλου (19, 22, 25/2)
Αξιωματικός:Χρήστος Λάζος (18, 24, 26/2 & 3, 5/3)
Βασίλης Ασημακόπουλος (19, 22, 25/2)
Συμβολαιογράφος:Φίλιππος Δελλατόλας (18, 24, 26/2 & 3, 5/3)
Αναστάσιος Στέλλας (19, 22, 25/2)

Με την Ορχήστρα και τη Χορωδία της ΕΛΣ

Περισσότερες πληροφορίες: http://www.nationalopera.gr

The following two tabs change content below.

Δημήτρης Καλαντζής

Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στο κέντρο της Αθήνας. Σπούδασε δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι» και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς & τηλεοπτικούς σταθμούς και τώρα διερευνά τους κώδικες του διαδικτύου. Αγαπά τις ανθρώπινες ιστορίες και τις γάτες.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts