Ερευνώντας τη φύση του εγκλήματος

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Το έγκλημα αποτυπώνεται σχεδόν σε καθημερινή βάση στο αστυνομικό ρεπορτάζ, απασχολεί σοβαρά την επιστημονική κοινότητα και προβληματίζει έντονα τον πολίτη. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι ποια είναι η φύση του εγκλήματος και ποια τελικά η σχέση του με τη ζωή μας;

Ερευνώντας τη φύση του εγκλήματος, ανακαλύπτουμε ορισμένα τυποποιημένα γνωρίσματα αυτού, δηλαδή στοιχεία που απαντώνται στερεοτύπως σε κάθε εγκληματική συμπεριφορά, ανεξαρτήτως της ιδιαίτερης φύσης της.

Σε μια προσπάθεια να συνοψισθούν όλα αυτά τα στοιχεία, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι κάθε έγκλημα στην ουσία του:

  •  Αποτελεί φαινόμενο της ζωής μας.
  •  Είναι ανθρώπινη εκδήλωση και ειδικότερα πράξη.
  • Ενέχει αντικοινωνικότητα. Η αντικοινωνικότητα του εγκλήματος έγκειται στο ότι συνιστά ή εμπεριέχει το στοιχείο της προσβολής της σχέσεως κοινωνίας, η οποία συνδέει το υποκείμενο του εγκλήματος με άλλους φορείς εξουσίας, όπως είναι τα ανθρώπινα άτομα, τα σύνολα ατόμων, τα κοινόβια ή τα σύνολα κοινοβίων με όλη την ανθρωπότητα.
  • Ενέχει αντεκπολιτιστικό χαρακτήρα, ο οποίος εκδηλώνεται είτε με τη μορφή απλής αναστολής του εκπολιτισμού, είτε με τη μορφή εκπολιτιστικής οπισθοδρόμησης.
  • Προκαλεί πολύπλευρη ζημία στο σύνολο της ανθρώπινης κοινωνίας.
  • Συνιστά μια οριακή κατάσταση. Με αυτήν τη διαπίστωση αγγίζουμε το χώρο του μεταφυσικού. Το γεγονός αυτό είναι δικαιολογημένο, γιατί ο άνθρωπος ως προσωπικότητα ανήκει και στο χώρο αυτό.

Βάσει όλων των παραπάνω στοιχείων, θα μπορούσαμε συνοπτικά να αναφέρουμε ότι το έγκλημα αποτελεί μια οριακή πράξη του ατόμου, η οποία προκαλεί πολύπλευρη ζημία στην ανθρώπινη κοινωνία και στα μέλη αυτής.

Πώς ορίζεται μια συμπεριφορά «εγκληματική»;

Το πιο βασικό ερώτημα, ωστόσο, είναι πώς και γιατί μια κοινωνία ορίζει συγκεκριμένες συμπεριφορές «εγκληματικές».

Από καθαρά εγκληματολογική σκοπιά, για να χαρακτηριστεί μια συμπεριφορά εγκληματική πρέπει να κριθεί δυσλειτουργική, με την έννοια της πρόκλησης προβλημάτων στη θεωρούμενη ως «ομαλή λειτουργία» της κοινωνίας, ενώ η προκαλούμενη δυσλειτουργία πρέπει να καθιστά αναγκαία την καθιέρωση και εφαρμογή ποινικών κυρώσεων. Ωστόσο, είναι απαραίτητο η δυσλειτουργία της συμπεριφοράς και η αναγκαιότητα επιβολής ποινικών κυρώσεων να κρίνονται από έναν κατά το δυνατό αντικειμενικό κριτή.

Τέλος, να αναφέρω ότι οι πιο διαδεδομένες θεωρίες για το έγκλημα είναι οι βιολογικές, οι κοινωνικές και οι σύγχρονες. Πολύ συνοπτικά, να υπενθυμίσω ότι πρώτες αποδίδουν το έγκλημα σε βιολογικούς παράγοντες, οι δεύτερες σε κοινωνικά αίτια, ενώ οι τρίτες δίνουν έμφαση στο πολυπαραγοντικό φαινόμενο της εγκληματογένεσης.

Η δύναμη της εικόνας στην κατασκευή της είδησης εγκληματολογικού ενδιαφέροντος

Η δύναμη της εικόνας είναι τεράστια. Τα ΜΜΕ διαμεσολαβούν και μέσω των εικόνων μπορούν να κατασκευάσουν την πραγματικότητα και να περάσουν συγκεκριμένα μηνύματα στο ευρύ κοινό.

Τα εγκληματικά νέα (crime news) εντάσσονται στα prime news (δηλαδή νέα πρώτης γραμμής / προτεραιότητας) και παρουσιάζονται ως «θέαμα», προς τέρψιν του κοινού και της τηλεθέασης / αναγνωσιμότητας κλπ.

Για το λόγο αυτό επιλέγονται ιστορίες που στηρίζονται στην εικόνα και που «αξίζουν» μιντιακά (newsworthy), με αποτέλεσμα να μην προβάλλεται η εγκληματολογική είδηση, αλλά περισσότερο η εικόνα. Πίσω, όμως, από την εικόνα, ο δημοσιογράφος οφείλει να αναζητήσει την ουσία. Αλλιώς, οι προκαταλήψεις και τα στερεότυπα θα συνεχίσουν να αναπαράγονται, ο δημοσιογραφικός λόγος θα χάσει το κύρος του και τα μέτρα κοινωνικού ελέγχου και καταστολής θα αυξάνονται, χωρίς όμως να επιλύουν τα πραγματικά προβλήματα, καθώς σκοπός του κοινωνικού ελέγχου θα είναι ο «καθησυχασμός» του κοινού και όχι η επίλυση των σοβαρών ζητημάτων που ταλανίζουν την κοινωνία.

Άρα, στο σημείο αυτό, καθίσταται ακόμα πιο εμφανής η ευθύνη του δημοσιογράφου και η βαρύτητα του δημοσιογραφικού λόγου, καθώς μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε αλλαγές που αφορούν την κοινωνική δομή και το νομικό πλαίσιο.

Η παρουσίαση της εγκληματολογικής είδησης στα media

Κατά την παρουσίαση της εγκληματολογικής είδησης ισχύουν τρεις κύριες συνθήκες, όπως δείχνει η έρευνα:

  • Πρώτον, ο δημοσιογραφικός λόγος γίνεται τις περισσότερες φορές προσωποκεντρικός. Η είδηση, δηλαδή, επικεντρώνεται στο πρόσωπο και σε ατομικά χαρακτηριστικά. Δεν εμβαθύνει στα αίτια, δεν αναζητά την ουσία, μένει μόνο στην επιφάνεια. Μάλιστα, τα πρόσωπα εκείνα που κατέχουν ισχυρή κοινωνική θέση, ελκύουν πολύ περισσότερο το ενδιαφέρον του κοινού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, λοιπόν, των δημοφιλών ατόμων, ο λόγος γίνεται ακόμα πιο προσωποκεντρικός.
  • Δεύτερον, συχνά ο λόγος περί ενός συγκεκριμένου δράστη συμπεριλαμβάνει και την ομάδα προέλευσης, την εθνική καταγωγή. Σε αυτές τις περιπτώσεις η δημοσιογραφική αφήγηση συντελεί στην αναπαραγωγή και εμπέδωση της γενίκευσης: «μετανάστης-λαθρομετανάστης- εγκληματίας». Έτσι, δημιουργούνται «μύθοι» ότι για όλα τα δεινά του τόπου φταίνε οι μετανάστες, ενώ η συζήτηση θα έπρεπε να πάει ένα βήμα παραπέρα, όπως ποια είναι η μεταναστευτική πολιτική του κράτους, ποια είναι η αντεγκληματική πολιτική, ποια τα μέτρα πρόληψης και καταπολέμησης του φαινομένου της εγκληματικότητας, για ποιους λόγους μια κοινωνία δαιμονοποιεί ξαφνικά συμπεριφορές και κοινωνικές ομάδες, κατασκευάζοντας θύτες και θύματα και, αναμφίβολα, το πιο σοβαρό ερώτημα αφορά τις συνέπειες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου της δαιμονοποίησης ορισμένων κοινωνικών ομάδων και της κατασκευής αποδιοπομπαίων τράγων.
  • Τρίτον, μέσω του δημοσιογραφικού λόγου επιχειρείται συχνά η κατασκευή ενός συλλογικού υποκειμένου. Δηλαδή, ένα μεμονωμένο περιστατικό συχνά εντάσσεται σε μια κατηγορία με τυπικούς δράστες, θύματα, συνθήκες τέλεσης (εγκληματικότητα μεταναστών, νεανική εγκληματικότητα κ.ά.), με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια «ενιαία εικόνα» για την εγκληματικότητα, η οποία όμως δεν βασίζεται σε δεδομένα της πραγματικότητας, αλλά στη γενίκευση ενός μεμονωμένου περιστατικού.

Ο φόβος του εγκλήματος και οι επιπτώσεις στην ψυχολογία του κοινού

Οι δυσμενέστατες επιπτώσεις που δύναται να έχει στην ψυχολογία του κοινού ο φόβος του εγκλήματος καθίστανται εμφανείς από την περιεκτική αλλά ξεκάθαρη παρατήρηση την οποία παρουσίασε το 1967, η Επιτροπή για την Επιβολή του Νόμου και Απονομής της Ποινικής Δικαιοσύνης (President Commission on Law Enforcement and Administration of Justice): «Η πιο επιβλαβής συνέπεια του βίαιου εγκλήματος είναι ο φόβος, και αυτός ο φόβος δεν μπορεί να υποτιμηθεί».

Αυτή η δήλωση άλλαξε την πορεία της εγκληματολογικής σκέψης με τρόπο που επηρέασε σημαντικά την επιστημονική έρευνα στα χρόνια που ακολούθησαν. Τη δεκαετία του 1960, πολλοί ερευνητές ανακάλυψαν ότι το πρόβλημα του εγκλήματος επισκιαζόταν από το πρόβλημα του φόβου του εγκλήματος. Οι πολίτες εκλάμβαναν το έγκλημα ως πιο συχνό φαινόμενο απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα, και συνεπώς βίωναν αισθήματα φόβου, που ήταν σαφώς δυσανάλογα από τον πραγματικό κίνδυνο.

Οι λόγοι τώρα για τους οποίους τα ΜΜΕ, με τη σειρά τους, τροφοδοτούν το φόβο για το εγκληματικό φαινόμενο πρέπει να διερευνηθούν. Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι είναι οικονομικοί (προσέλκυση αναγνωστών ή η άνοδος της τηλεθέασης αντίστοιχα, δεδομένου ότι το έγκλημα και ιδίως το βίαιο, κεντρίζει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, όπως ήδη τονίσαμε), αλλά και πολιτικοί, ώστε να «δικαιολογηθεί» στη συνείδηση των πολιτών η κλιμάκωση της ποινικής καταστολής.

Σε κάθε περίπτωση, ο φόβος του εγκλήματος αποτελεί ένα μείζον πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί, καθώς σκοπός του δημοσιογράφου δεν είναι ούτε να τρομάξει το κοινό, ούτε να υποκαταστήσει το ρόλο της αστυνομίας, αλλά να ενημερώσει για τα πραγματικά γεγονότα και την ουσία αυτών των γεγονότων. Άλλωστε, ο δημοσιογράφος που έχει γνώση, μπορεί να αποφύγει τις παγίδες κάθε είδους που αλλοιώνουν την πραγματικότητα και προκαλούν δυσμενείς συνέπειες.

Η αντιμετώπιση του εγκλήματος και το φαινομένου της εγκληματικότητας

Συνοψίζοντας, ο φόβος είναι ο χειρότερος «σύμβουλος» στην αντιμετώπιση του εγκλήματος και του φαινομένου της εγκληματικότητας. Τόσο σε ατομικό επίπεδο, ο φόβος οδηγεί ακόμα και σε ανοχή οριακών καταστάσεων και ακραίων συμπεριφορών, όπως άλλωστε έχουμε δει συχνά να συμβαίνει και έχουμε καταγράψει ανάλογες υποθέσεις στο postmodern.

Αλλά και σε επίπεδο αντεγκληματικής πολιτικής, υπό την πίεση «του φόβου του κοινού» που συχνά καλλιεργείται από τα media, δύναται να οδηγηθούμε σε «υπερποινικοποίηση» συμπεριφορών και αυστηροποίηση μέτρων που αντί να επιλύουν το πρόβλημα, το εντείνουν, γιατί δεν εμβαθύνουν στα αίτια και δεν αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις από τη «ρίζα» τους.

Η απάντηση της επιστημονικής κοινότητας στο έγκλημα και το φαινόμενο της εγκληματικότητας στη σύγχρονη κοινωνία της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, πρέπει να είναι σίγουρα πιο ολοκληρωμένη και να λαμβάνει πολύ σοβαρά υπ’ όψιν τα νέα δεδομένα της εποχής που επιδρούν δυσμενώς τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Σ. Αλεξιάδης, (1996), Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας, Σάκκουλας, Αθήνα.
  • Κ. Γαρδίκας, (1968), Εγκληματολογία: τα γενικά και τα ατομικά αίτια των εγκλημάτων (τόμος Α΄), Αδελφοί Τζάκα, Αθήνα.
  • Α. Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, (1984), Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.
  • Ι. Δασκαλόπουλος, (1972), Στοιχεία Εγκληματολογίας (τόμος Α΄), Αδελφοί Τζάκα, Αθήνα.
  • Χ. Ζαραφωνίτου, Ν. Κουράκης & Συνεργάτες, (2009), (Αν)ασφάλεια, Τιμωρητικότητα και Αντεγκληματική πολιτική, Εργαστήριο Ποινικών και Εγκληματολογικών Ερευνών, Τμήμα Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών, Α.Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή.
  • Γ. Πανούσης, (2007), Εγκληματογενείς & Εγκληματογόνοι κίνδυνοι, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.
  • Γ. Πανούσης (2008), Καθ’ Υπερβολήν – Χρήσεις & Καταχρήσεις: Νόμοι, Αριθμοί & Εικόνες Κατασκευής Φόβων, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.
  • Κ.Δ. Σπινέλλη, (1985), Εγκληματολογία: σύγχρονες και παλαιότερες κατευθύνσεις, Πανεπιστημιακές παραδόσεις, Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή.
  • M.Τσιλιάκου, Ο. Γιωτάκος, Α. Μαγγανάς, (2009), «Βιολογικά δεδομένα της βίαιης συμπεριφοράς: Σύγχρονοι προβληματισμοί στους τομείς ψυχιατρικής και Εγκληματολογίας» στο Ποινική Δικαιοσύνη και Εγκληματολογία, 1: 19-25.

(Φωτογραφία: Marie Aschehoug-Clautea@flikr) 

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Εισηγήτρια-Συγγραφέας και Εκπαιδεύτρια στο Πρόγραμμα Συμπληρωματικής εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης (E-Learning) του Κέντρου Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ.) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Επικοινωνίας & ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Φιλόλογος (με εξειδίκευση στη μεσαιωνική και νεοελληνική φιλολογία) και Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Το θέμα της διδακτορικής διατριβής της, με Επιβλέποντα τον Καθηγητή Γιάννη Πανούση, αφορά τον ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας του έγκλειστου πληθυσμού. Από τον Φεβρουάριο του 2020 ανέλαβε και Επιστημονικά Υπεύθυνη του Crime & Media Lab του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος που αποτελεί Ομάδα Εργασίας για το Έγκλημα και την Απεικόνισή του στα ΜΜΕ. Έχει επάρκεια και άδεια διδασκαλίας τριών ξένων γλωσσών (αγγλικών, γαλλικών, ισπανικών). Εργάζεται στον συναρπαστικό χώρο της εκπαίδευσης, δίνει διαλέξεις και οργανώνει μαθήματα σεμιναριακού τύπου στο αντικείμενο εξειδίκευσής της «Έγκλημα & Media». Επίσης, είναι Επιστημονικά Υπεύθυνη ερευνών εγκληματολογικού, κοινωνικού και μιντιακού ενδιαφέροντος, αρθρογραφεί και συγγράφει. Έχει συγγράψει τα βιβλία: Τρομοκρατία και ΜΜΕ (εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα), Όταν η ψυχή μιλάει (εκδόσεις Υδρόγειος), Φυλακή και Γλώσσα (εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα), Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας για τον Αστυνομικό και Δικαστικό Συντάκτη (εκδόσεις Παπαζήση), Σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ των εγκληματιών που απασχόλησαν τα ελληνικά ΜΜΕ (1993-2018): Criminal Profiling and Media (εκδόσεις Παπαζήση). Οι «Νέοι Παγιδευμένοι στα Παιχνίδια της Βίας: Εγκλήματα με Δράστες και Θύματα Νέους» είναι το έκτο βιβλίο της και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση.

Comments

comments

Related Posts

    Comments are closed.

    Recent Posts