Το Φεστιβάλ Επιδαύρου 2019 και μία πρόταση στις κυρίες Μενδώνη και Ευαγγελάτου

του Δημήτρη Καλαντζή.

Το Φεστιβάλ Επιδαύρου 2019 ολοκλήρωσε με τον καλύτερο τρόπο τη θητεία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή και μαζί έδειξε την κατεύθυνση που πρέπει να πάρει ο θεσμός, αν η χώρα μας θέλει να αξιοποιήσει τα δύο τεράστια αβαντάζ που διαθέτει: το ιστορικό γεγονός ότι είναι ο γενέθλιος τόπος της θεατρικής τέχνης και τη διαθεσιμότητα του μεγαλύτερου αρχαίου λειτουργικού θεάτρου στον κόσμο.

Αν κάποιος είχε την ευκαιρία να δει όλες τις παραστάσεις του Φεστιβάλ Επιδαύρου 2019, χωρίς τις εξαρτήσεις που δημιουργούνται από τον συγχρωτισμό με τους δημιουργούς, τις πάσης φύσεως «αυλές», τους θεατρικούς παραγωγούς κλπ, δεν θα μπορούσε παρά να συμφωνήσει ότι μόλις τρεις παραστάσεις ξεχώρισαν από τις οκτώ: οι δύο διεθνείς παραγωγές (του Wilson και του vanHoven) και εκείνη του Τσακίρη με την Kathryn Hunter και τα σκηνικά του Βαρώτσου. Καμία από τις τρεις δεν ήταν «καθηλωτική». Είχαν όμως τις προϋποθέσεις που δεν διέθεταν οι υπόλοιπες για να συμμετέχουν σε ένα φεστιβάλ αξιώσεων: ολοκληρωμένη παραστατική πρόταση, σημαντικούς συντελεστές σε άξιες λόγου επιδόσεις και χαρακτήρα “tailor made” για την Επίδαυρο (μελετημένες και σωστά προσαρμοσμένες στις απαιτήσεις του συγκεκριμένου θεάτρου).  

Οι υπόλοιπες παραστάσεις μπορεί να κυμάνθηκαν στην κλίμακα του μετρίου μέχρι του καλού με κοινή όμως συνισταμένη το (συντριπτικό για το Φεστιβάλ της Επιδαύρου) στοιχείο του ότι ΔΕΝ ΣΤΗΘΗΚΑΝ για να παρουσιαστούν στο Φεστιβάλ Επιδαύρου, αλλά απλώς έκαναν μία στάση ΚΑΙ στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Και αυτός ακριβώς είναι ο χειρότερος εχθρός του θεσμού…

Για να μην υπάρξει παρεξήγηση: ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος έπραξε άριστα επιτρέποντας τις περιοδείες και τις συμπράξεις με ιδιώτες θεατρικούς παραγωγούς για τις παραστάσεις της Επιδαύρου. Κλήθηκε να διευθύνει το Φεστιβάλ Επιδαύρου στη χειρότερη περίοδο της οικονομικής κρίσης της χώρας και έπρεπε να μηχανευτεί τρόπους για να το κρατήσει ζωντανό χωρίς τα χρήματα που διαχειρίζονταν οι προκάτοχοί του. Τα κατάφερε καλά. Όμως αυτή η περίοδος των «έκτακτων καιρών / έκτακτων χειρισμών» πρέπει να κλείσει και να σκεφτούμε πια με ορίζοντα και πρόγραμμα. Να σκεφτούμε με προοπτική.

Το Φεστιβάλ Επιδαύρου οφείλει να αυτονομηθεί από το Φεστιβάλ Αθηνών (πόσο αντιλειτουργική είναι αυτή η σύζευξη!) και να γίνει το σημαντικότερο θεατρικό Φεστιβάλ στον κόσμο.

Το σημειώσαμε και στην αρχή, η Ελλάδα διαθέτει δύο «χαρτιά» που δεν έχει κανένας άλλος τόπος: τη γένεση του θεάτρου στα χώματά της (ή στη Δημοκρατία της, αν προτιμάτε) και το μεγαλύτερο Αρχαίο Θέατρο των 12.000 θέσεων στον κόσμο. Γύρω από αυτά τα δύο «χαρτιά» μπορεί να χτιστεί ένα τεράστιο οικοδόμημα που να καταστήσει τον τόπο μας διεθνές κέντρο θεατρικής τέχνης και πολιτισμού.

Με εμβληματικό σημείο το θέατρο της Επιδαύρου, μπορεί να λειτουργήσει θεατρική Ακαδημία, θεατρικό Πανεπιστήμιο, να γίνονται κάθε χρόνο κύκλοι σπουδών ακαδημαϊκής έκτασης και έντασης, θεατρικά εργαστήρια διεθνούς επιπέδου, Συνέδρια, συνεργασίες με τις σημαντικότερες Ακαδημίες και Θέατρα του κόσμου, να έρχονται σκηνοθέτες και καλλιτέχνες από όλες της ηπείρους να διδάσκουν, να ανταλλάσουν γνώσεις, να δημιουργούν πολιτισμό.

Η σκέψη δεν είναι εξωπραγματική. Λίγοι τυχεροί είχαμε την ευκαιρία πέρσι να παρακολουθήσουμε το συμπόσιο στους Δελφούς για την «Επιστροφή του Διονύσου – αφιέρωμα στον Θεόδωρο Τερζόπουλο». Οι υπεύθυνοι των Δελφών έδωσαν μέσα σε λίγες ημέρες (και στις ασφυκτικές διαστάσεις των εγκαταστάσεών τους) μία γεύση για το τι θα μπορούσε να κάνει η Ελλάδα διεθνώς, αν αξιοποιούσε την ιστορία της (το brand της) αλλά και τους πραγματικά μεγάλους δημιουργούς της. Οι άνθρωποι των Δελφών έδειξαν ότι σε έναν σημαντικό τόπο, όταν εμπλέκονται σημαντικά πρόσωπα, μπορείς να προσελκύσεις σημαντικούς δημιουργούς και μελετητές από όλον τον κόσμο.  

Σε αυτό το συνέδριο, είχαμε επίσης την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τις «Τρωάδες» του Τερζόπουλου στο θέατρο των Δελφών. Είχαμε την ευκαιρία δηλαδή να νιώσουμε το πάθος που προκαλεί η θεατρική τέχνη στο κοινό όταν υπάρχει γνώση, παιδεία, ταλέντο και σκληρή – πολύ σκληρή – δουλειά. Δυστυχώς αυτή την ένταση των αισθήσεων που προσπαθούν να επεξεργαστούν το μεγαλείο της ζώσας τέχνης και να το μετατρέψουν σε συναίσθημα έχουμε χάσει από την Επίδαυρο εδώ και πολλά χρόνια…      

Η Επίδαυρος επιβιώνει σήμερα χάρη στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Παξινού, της Κάλλας και του Κουν… Στην πραγματικότητα δεν έχει τίποτα πια να δώσει στον θεατή παρά τον θαυμασμό για το κραταιό αρχαίο θέατρο του 4ου αιώνα π.Χ και την αναπόληση «πως θα ήταν άραγε εδώ όταν έπαιζε η Παξινού που ακουγόταν μέχρι το πάρκινγ», την ώρα που σήμερα βλέπει τη (συμπαθέστατη καθ΄όλα) κυρία Δανδουλάκη να ακούγεται μόνο μέχρι τις πρώτες δέκα σειρές των θεατών…

Η Επίδαυρος έχει κολλήσει στον επαρχιωτισμό της δεκαετίας του ’70 χωρίς τα εμβληματικά πρόσωπα που τη φώτιζαν τότε.

Να κάνει κάποιος λόγο για τις εγκαταστάσεις του Ξενία (ή «Ξένια», όπως το λένε χαριτολογώντας κάποιοι σερβιτόροι); Να μιλήσει για την ποιότητα των  ξενοδοχείων και των δωματίων που διατίθενται στην περιοχή για τους επισκέπτες; Το «πανηγύρι» της πλαστικής καρέκλας έξω από το θέατρο; Την «κυρία Δημοτικού Συμβούλου» που πηγαίνει με το ΙΧ της μέχρι την πύλη εισόδου του θεάτρου;

Ποιο μέλλον, πια προοπτική μπορεί να δίνουν αυτά στο Φεστιβάλ;

Και ποιόν κόσμο θα αφορούν σε λίγο, όταν όλες οι παραστάσεις παίζονται (χωρίς το δίωρο ταξίδι) στο Ηρώδειο, στο θέατρο Παπάγου ή σε εκείνο της Νέας Σμύρνης;   

Όλα… άλλα πρέπουν στην Επίδαυρο.

Μεγάλα, ουσιαστικά και ακτινοβόλα στο (διεθνές) πολιτιστικό σύμπαν.

Όχι «στάσεις» περιοδειών, όχι άγουροι πειραματισμοί, όχι εσωστρέφεια και εξυπηρέτηση «δικών μας», «δικών τους» και τελικά «κανενός»…    

Υ.Γ.

Η Ελλάδα διαθέτει αυτή τη στιγμή Πανεπιστημιακά Τμήματα Θεατρικών Σπουδών που εν πολλοίς ανακυκλώνουν την ύλη διεθνών Πανεπιστημίων αντί να στραφούν στην πρωτογενή έρευνα του Αρχαίου Ελληνικού Δράματος. Πόσο πιο γόνιμο θα ήταν εάν κάθε χρόνο ένα από αυτά τα τμήματα αναλάμβανε (σε συνεργασία με θεατρικές Σχολές και όχι μόνο) να στήσει μία παράσταση αρχαίου δράματος εξ αρχής στην Επίδαυρο σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε από τις πηγές; Μία παράσταση με ανάπλαση της σκηνής, κατασκευή των κοστουμιών και των μασκών, φωνές, χορό, μουσικά όργανα… Μία παράσταση όχι αναβίωσης / «τουριστικού φολκλόρ», αλλά βαθειάς έρευνας και πρακτικής απόκτησης γνώσεων για τα ΜΕΣΑ και τους ΤΡΟΠΟΥΣ των Αρχαίων. Πόσα συγγράμματα θα μπορούσαν να συνταχθούν από την εφαρμοσμένη έρευνα στο πεδίο για την ακουστική, για την τοποθέτηση των ηθοποιών στον χώρο, για τις αντηχήσεις, για όλα όσα χρησιμοποιούνταν τότε κι, αν δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν και σήμερα, σίγουρα αξίζουν μία θέση στην ιστορία της γνώσης; Ας σκεφτούμε διαφορετικά. Ας παίξουμε τα παλιά «χαρτιά» μας με νέο τρόπο. (Και καλύτερα χαρτιά από τον πολιτισμό και την παιδεία δεν θα μπορούσαμε να έχουμε στις παλάμες μας…)

Υ.Γ. 2

Στην Ιαπωνία, όχι μόνο επιβιώνει το «θέατρο Νο» εδώ και αιώνες, αλλά γύρω του πλέκεται μία ολοκληρωμένη σύγχρονη πολιτιστική πρόταση παγκοσμίου βεληνεκούς με βαθειά μελέτη και εξειδικευμένους καλλιτέχνες που αναγνωρίζονται ανά την υφήλιο, κάνοντας σπουδαίες συμπράξεις παντού. Το αρχαίο ελληνικό δράμα, τα κείμενα των τραγικών που γέννησαν τον δυτικό τρόπο σκέψης, πότε ήταν η τελευταία φορά που ακούστηκαν από ελληνικά χείλη στο εξωτερικό;  

The following two tabs change content below.

Δημήτρης Καλαντζής

Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στο κέντρο της Αθήνας. Σπούδασε δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι» και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς & τηλεοπτικούς σταθμούς και τώρα διερευνά τους κώδικες του διαδικτύου. Αγαπά τις ανθρώπινες ιστορίες και τις γάτες.

Comments

comments

Related Posts

    Comments are closed.

    Recent Posts