Τι έμαθα παρακολουθώντας Grace και Frankie στο Netflix

του Δημήτρη Καλαντζή.

Παρακολουθώντας Grace and Frankie στο Netflix έμαθα ότι η ζωή μπορεί να είναι, όχι μόνο ωραία, αλλά και συναρπαστική μετά τα 70. Αρκεί να έχεις πολλά λεφτά, μία σπιταρώνα στην παραλία και ένα μάτσο φίλους και συγγενείς που ανέχονται τις παλαβομάρες σου.

Πόσο πιθανό είναι το ενδεχόμενο στην πραγματική ζωή;

Μα, αλήθεια, μπορείς να ψάχνεις για ρεαλισμό σε μία ημίωρη σειρά ελαφριάς ψυχαγωγίας στο Netflix;

H σειρά Grace and Frankie αποτελείται μέχρι σήμερα από έξι σεζόν, αφού τα γυρίσματα του έβδομου κύκλου διακόπηκαν λόγω κορωνοϊού (θα μπορούσε να αφανίσει το cast – οι βασικοί πρωταγωνιστές ανήκουν όλοι στις ευπαθείς ομάδες). Το στόρι πλέκεται γύρω από μία παλιά και δοκιμασμένη συνταγή του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης: την (αναγκαστική) συγκατοίκηση δύο αταίριαστων χαρακτήρων. Από τον Νιλ Σάιμον μέχρι τον… Κωνσταντίνο και την Ελένη, η συνταγή έχει δώσει πολύ καλά αποτελέσματα, αρχικά απλώς κωμικά και μετά πιο συγκινητικά, όταν επέρχεται η κατανόηση και η αποδοχή της διαφορετικότητας των συγκατοικούντων.

Στο Grace και Frankie αφορμή για την αναγκαστική συγκατοίκηση γίνεται η απόφαση των συζύγων των δύο πρωταγωνιστριών, μετά από 40 χρόνια γάμου, να «βγουν από τη ντουλάπα» και να ανακοινώσουν ότι είναι gay, ότι διατηρούν δεσμό μεταξύ τους επί δεκαετίες, και τώρα θέλουν να απολαύσουν τον έρωτα τους ανοιχτά και με γάμο.

Το εύρημα αναπτύσσεται μάλλον με συγκατάβαση, «ανοιχτό μυαλό» και γρήγορη αποδοχή. Το γεγονός ότι δύο άνδρες εξαπατούσαν τις γυναίκες και τους εαυτούς τους επί 40 χρόνια και τώρα, στα 70 – 80 έτη τους, αποφασίζουν να αναζητήσουν την προσωπική τους ευτυχία, αφήνοντας ξεκρέμαστες τις συζύγους τους στη δύση της ζωής τους (τους κόβουν ακόμα και τις πιστωτικές κάρτες για να διαπραγματευτούν καλύτερα τα περιουσιακά τους) δεν παρουσιάζεται ως κάτι χυδαία εγωιστικά – ίσως και απάνθρωπο – αλλά ως μια απλή αφορμή για να χτιστεί η «ζωή από εδώ και πέρα» και να μπορέσουν οι τηλεθεατές να παρακολουθήσουν με συμπάθεια τόσο τις περιπέτειες των δύο πρωταγωνιστριών, όσο και εκείνες του ηλικιωμένου gay ζευγαριού.

Το αδιαμφισβήτητο ατού της σειράς είναι οι πρωταγωνίστριες Jane Fonda και Lily Tomlin. Προσωπικά δεν είχα ιδιαίτερη εκτίμηση στις υποκριτικές ικανότητες και τις καλλιτεχνικές επιλογές της Jane Fonda, πριν την δω σε έναν σπαρακτικό ρόλο στην ταινία του 2015 «Youth» του Σορεντίνο, όπου υποδυόταν μία κυνική και παρηκμασμένη σταρ του κινηματογράφου που επιλέγει να τελειώσει την καριέρα της με μία σαπουνόπερα με καλά λεφτά, παρά να υπηρετήσει την «υψηλή τέχνη». Η σκηνή όπου μαθαίνει για την αυτοκτονία του σκηνοθέτη και προσπαθεί να βγει από το αεροπλάνο, πετώντας την περούκα της και καταστρέφοντας όλο το προσωπείο της «αναλλοίωτης ντίβας», ήταν ένα εκπληκτικής έντασης κρεσέντο υποκριτικής που θα ήταν αδύνατο να αποδώσει εάν δεν είχε πραγματικό ταλέντο.

Στο Grace και Frankie όμως υπηρετεί την τηλεόραση και όχι τον κινηματογράφο, έτσι τέτοιου είδους ερμηνείες είναι μάλλον απαγορευτικές – ή σωστότερα, ακατάλληλες – για το ευρύ κοινό. Η Jane Fonda εδώ εκπλήσσει με το απίθανο σώμα της (και όμως είναι 83 ετών!), την αδιαμφισβήτητη γοητεία της, το δυναμισμό αλλά και τις προσπάθειες να τσαλακώσει αυτή την iconic perfection με τον αλκοολισμό της, την ψυχρότητα απέναντι στα παιδιά της και την αδυναμία της να… σηκωθεί από τη λεκάνη της τουαλέτας.

Η Lily Tomlin από την άλλη πλευρά, έχει πιο εύκολο και αβανταδόρικο χαρακτήρα. Η «τρελούτσικη» χίπισσα που πιστεύει στους σαμάνους, χρησιμοποιεί συστηματικά «χόρτο», κάνει τελετές εξαγνισμού, είναι σεξουαλικά ενεργή (ακόμα και μήλον της έριδος ανάμεσα σε δύο εραστές) της δίνει την ευκαιρία να μας παρουσιάσει μία σπαρταριστή Frankie (και να μας συμφιλιώσει ίσως με τις ιδιαιτερότητες, το πείσμα και το γινάτι που φέρει η τρίτη ηλικία στην πραγματική ζωή).

Με το ανδρικό πρωταγωνιστικό δίδυμο Martin Sheen και Sam Waterston, ακολουθείται η μάλλον ομοφοβική παράδοση του Χόλυγουντ να αναθέτει σε straight ηθοποιούς τον ρόλο των gay σε ταινίες που απευθύνονται σε «όλη την οικογένεια». Και οι δύο είναι σημαντικοί ηθοποιοί, καταφέρνουν να ΜΗΝ παρουσιάσουν gay καρικατούρες, αλλά η προσπάθεια να δείξουν ότι έχουν μεγάλη οικειότητα (αγκαλιές, φιλιά κλπ) δεν έχει ιδιαίτερη επιτυχία.

Γύρω από την τετράδα των πρωταγωνιστών αναπτύσσονται δευτερεύοντες χαρακτήρες νεότερων γενιών με πιο ολοκληρωμένο εκείνον της «σκληρής» Briana (June Diane Raphael) που σταδιακά εγκαταλείπει τις προβληματικές αντιλήψεις της για τον έρωτα, την αγάπη και τη συντροφικότητα, ώστε να μη χάσει τον μοναδικό άνδρα που είναι διατεθειμένος να μείνει κοντά της, διακρίνοντας την ευαισθησία πίσω από την «πανοπλία» της δυναμικής “business woman”.

Τι άλλο μαθαίνουμε από τη σειρά Grace και Frankie;

Ότι η αμερικανική βιομηχανία θεάματος είναι ασυναγώνιστη στην παρουσίαση «success story» και αγώνων των «αδυνάμων απέναντι στους δυνατούς». Η Grace και η Frankie πλουτίζουν, σχεδιάζοντας και πουλώντας «δονητές για μεγάλες κυρίες» ή λεκάνες τουαλέτας που ανασηκώνονται ηλεκτρικά. Δίνουν όμως και αγώνα για τα δικαιώματα των ηλικιωμένων για το «δίκαιο και το σωστό» (και όχι απλώς για το χρήμα). Η σκηνή που προσπαθούν να πείσουν τους υπεύθυνους της πόλης ότι τα φανάρια των πεζών δεν δίνουν αρκετό χρόνο σε κάποιον με προβλήματα κίνησης να διασχίσει τον δρόμο, είναι βγαλμένη από τη σπουδαία αμερικανική παράδοση της δημιουργίας έντονων συναισθημάτων αγωνίας, συμμετοχής στο «δράμα» και χαράς με την ευτυχή του κατάληξη.

Σε ποιους απευθύνεται η σειρά;

Δεν ξέρω εάν μία αφροαμερικανή 75άρα στο Μπρούκλιν ή ένας συνταξιούχος που μένει σε 55 τετραγωνικά στην Κυψέλη, θα μπορούσε να ταυτιστεί με τις ζωές των χαρακτήρων της σειράς. Πολύ περισσότερο δεν γνωρίζω εάν μία γυναίκα στα 80 της χρόνια, με τα πασούμια και τη ρόμπα της, επιθυμεί να βλέπει κάποιες συνομήλικές της να πολιορκούνται από εραστές, να δέχονται προτάσεις γάμου, να στήνουν επιχειρήσεις και να πετυχαίνουν, να βρίσκουν χιλιάδες δολάρια στους καναπέδες τους ή να πίνουν ένα μπουκάλι βότκα την ημέρα χωρίς να παθαίνουν κύρωση ήπατος…

Μιλάμε όμως για ελαφρά ψυχαγωγία. Για παραγωγή ονείρων. Για καταστάσεις που θα θέλαμε να υπήρχαν. Και να είμαστε κι εμείς μέρος τους.

Πιθανότατα η σειρά να απευθύνεται σε νεότερες ηλικίες. Που το γήρας «αχνοφαίνεται» αλλά δεν είναι ακόμα πραγματικότητα. Και για αυτές τις ηλικίες, η σειρά είναι διασκεδαστική (και ίσως παρηγορητική για όσα μέλλει να έρθουν στην αληθινή ζωή…).                 

The following two tabs change content below.

Δημήτρης Καλαντζής

Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στο κέντρο της Αθήνας. Σπούδασε δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι» και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς & τηλεοπτικούς σταθμούς και τώρα διερευνά τους κώδικες του διαδικτύου. Αγαπά τις ανθρώπινες ιστορίες και τις γάτες.

Comments

comments

Related Posts

    Comments are closed.

    Recent Posts