Οι συγκλονιστικές Μυκήνες

του Δημήτρη Καλαντζή.

Τα αρχιτεκτονικά γλυπτά, λόγω της θέσης και του μεγέθους τους, είχαν πάντα δημόσιο χαρακτήρα: είτε χρησίμευαν για λόγους κοινωνικής προβολής, είτε εξέφραζαν επιδιώξεις της κυρίαρχης κοινωνικής ομάδας, είτε επιλογές της κοινωνίας στο πλαίσιο των οποίων δημιουργούνταν, μας επιτρέπουν, περισσότερο και σαφέστερα από έργα μικρότερων διαστάσεων, να αντιληφθούμε και να αναλύσουμε τις πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές συνθήκες της εποχής δημιουργίας τους…  

Η ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΤΑ ΚΥΚΛΩΠΕΙΑ ΤΕΙΧΗ

Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός άνθισε στον ελλαδικό χώρο από τον 16ο έως και τον 12ο αι. π.Χ. με κέντρο τις Μυκήνες στην Αργολίδα και κύριο χαρακτηριστικό την ανάπτυξη ενός είδους ανακτορικής ηγεμονίας.

Μέσα στην οχυρωμένη σε κυκλώπεια τείχη ακρόπολη, τοποθετούνταν τα ανάκτορα, το κέντρο διοίκησης της μυκηναϊκής κοινωνίας, αλλά και της αναδιανομής του πλούτου, που καθόριζε την ευημερία, το εμπόριο, τις πολεμικές εκστρατείες, την ισχύ ενός πολιτισμού που κυριάρχησε στον ελλαδικό χώρο επί τέσσερις αιώνες και έθεσε τους θεμελιώδεις μύθους του κλασσικού μεγαλείου.

Η οχύρωση των Μυκηνών γνώρισε τρεις οικοδομικές φάσεις[1], ξεκινώντας από τα μέσα του 14ου αι. π.Χ., όταν χτίστηκε το βόρειο τμήμα του τείχους, συνεχίζοντας στα μέσα του 13 ου αι. π.Χ., όταν επεκτάθηκε προς νότο και δύση, ενώ η κατασκευή του ολοκληρώθηκε στα τέλη του 13 ου αι. π.Χ., όταν προστέθηκε η βορειοανατολική προέκταση. Το τείχος ακολουθεί το φυσικό ανάγλυφο του βράχου και χαρακτηρίζεται από δύο τεχνικές[2]: την ψευδοϊσοδομική (χρησιμοποίηση τετράπλευρων κροκαλοπαγών ογκόλιθων) και – κυρίως – την κυκλώπεια τεχνική, με μεγάλους ακανόνιστους, ακατέργαστους ογκόλιθους από ασβεστόλιθο τοποθετημένους χωρίς τάξη, αλλά με μικρότερους λίθους ανάμεσά τους που καλύπτουν τα κενά. Το τείχος έχει μέσο πάχος 5,5 μέτρα (σε ορισμένα σημεία φτάνει και τα 7,5 μέτρα), ύψος (υπολογίζεται) στα 8-12 μέτρα, ενώ το μήκος του ήταν 900 μέτρα και περιέβαλλε έκταση 30.000 τ.μ.. Στην κορυφή του λόφου, στο τέλος της επικλινούς μεγάλης αναβάθρας που ξεκινούσε από την είσοδο, υπήρχαν το ανάκτορα με το κυρίως μέγαρο όπου ζούσε ο άνακτας. Πολύ κοντά στο μέγαρο βρίσκονταν το Εργαστήρι των Καλλιτεχνών, όπου εργάζονταν οι τεχνίτες του ανακτόρου, η Οικία των Κιόνων, που ήταν ενδεχομένως οικεία της βασιλικής οικογένειας, και κτίρια αποθηκών. Στην περιτειχισμένη Ακρόπολη ήταν διασκορπισμένα σημαντικά οικοδομήματα θρησκευτικής λατρείας, όπως και ο χώρος ταφής σημαντικών προσώπων της πρώιμης μυκηναϊκής εποχής για τους οποίους οι Μυκηναίοι έδειχναν εξαιρετική φροντίδα.

Εντός των τειχών ήταν τοποθετημένες όλες οι λειτουργίες της ηγεμονίας. Χρησιμοποιώντας ένα γραφειοκρατικό σύστημα καταγραφής βασιζόμενο στη Γραμμική Β’, τα ανάκτορα ασκούσαν έλεγχο στην παραγωγή και διακίνηση των προϊόντων από τις εκμεταλλεύσεις των αγροτικών περιοχών γύρω τους. Οι Μυκηναίοι έπρεπε να δείχνουν σεβασμό, ακόμα και δέος – κατ’ αναλογία των υπερφυσικών διαστάσεων της οχύρωσης – στα ανάκτορα. Άλλωστε, το συναίσθημα του δέους προκαλούνταν από την πρώτη κιόλας προσέγγιση του χώρου, καθώς ο επισκέπτης διάβαινε την είσοδο του τείχους, την «πύλη των Λεόντων»…  

Η «ΠΥΛΗ ΤΩΝ ΛΕΟΝΤΩΝ»
ΤΟ  ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΟ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΓΛΥΠΤΟ

ΤΗΣ ΜΥΚΗΝΑΪΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

Το αρχιτεκτονικό γλυπτό που κοσμεί το υπέρθυρο του τείχους αποτελείται από μία ενιαία κατακόρυφη πλάκα τριγωνικού σχήματος που έχει σμιλευτεί ώστε να αναπαριστά δύο λέοντες σε όρθια κατά τομή και αντικριστή στάση, με τα πίσω πόδια να πατούν στο έδαφος (στο ίδιο επίπεδο με τη βάση κίονα) και τα μπροστινά να στέκουν στις δύο πλευρές της διπλής βάσης ενός κίονα που ορθώνεται μέχρι το ύψος τους. Παρατηρούμε ότι η παράσταση είναι συμμετρική και δεν έχει βαθιά εγχάραξη. Η απόδοση των λεόντων είναι λιτά φυσιοκρατική, χωρίς λεπτομέρεια. Τα κεφάλια, που πιθανόν ήταν επιχρυσωμένα χάλκινα, σήμερα απουσιάζουν, καθώς λεηλατήθηκαν σε άγνωστη χρονική περίοδο. Το τριγωνικό άνοιγμα που καλύπτει η τεράστια αυτή πλάκα, βοηθάει να ελαττωθεί το βάρος της λιθοδομής που στηρίζει το υπέρθυρο. Η παράσταση θα μπορούσε να είναι το σύμβολο της πόλης ή το οικόσημο της δυναστείας των βασιλέων.    

Αύγουστος του 1876. Ο Ἑρρίκος Σλήμαν αρχίζει τις ανασκαφές στις Μυκήνες.

Η Πύλη των Λεόντων χαρακτηρίζεται από τα δύο βασικά στοιχεία της Μυκηναϊκής Τέχνης: αφενός το μνημειακό χαρακτήρα της αρχιτεκτονικής, με συμπαγείς όγκους και υπέρθυρα που στοιβάζονταν για να σχηματίσουν γερά τείχη, τα οποία ήταν απαραίτητα για την ασφάλεια των ηγεμόνων, και αφετέρου για τον εντυπωσιασμό του μεγέθους τους και όχι της λεπτομέρειας ή της τεχνικής τους[3].

Η κατασκευή τέτοιου μεγέθους έργων προϋπέθετε ιδιαίτερη οργάνωση, προγραμματισμό και πλούτο. Υποθέτουμε ότι αφορούσε σε μία κοινωνία με ικανό εργατικό δυναμικό να φέρει σε πέρας το δύσκολο έργο της εξόρυξης, κοπής και μεταφοράς των τεράστιων όγκων πέτρας. Αφορά επίσης σε μία κοινωνία με ισχυρή κεντρική εξουσία που εξασφάλιζε το πλεόνασμα για τη διαβίωση εκείνων που θα ασχολούνταν με τα συγκεκριμένα έργα. Και τέλος, αφορά σε μία κοινωνία που χρησιμοποιούσε τα τεχνικά επιτεύγματα της εποχής της για να προβάλλει την εικόνα της στη σύγχρονη εποχή της.

Μία εικόνα αυστηρής, ισχυρής και μεγαλοπρεπούς δύναμης που κυριάρχησε στον ελλαδικό χώρο την εποχή του Χαλκού και «γέννησε» την ομηρική και κλασσική Ελλάδα μέσα από μύθους που ξεπήδησαν από τα θαυμαστά τείχη της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Παπαγιαννοπούλου, Δ.Πλάντζος, Κ.Σουέρεφ, Τέχνες Ι: Ελληνικές Εικαστικές Τέχνες, Επισκόπηση Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας, Τόμος Α’, ΕΑΠ, Πάτρα, 1999

Δ.Φιλιππίδης, Τέχνες Ι: Ελληνικές Εικαστικές Τέχνες, Επισκόπηση Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας, Τόμος Δ΄, ΕΑΠ, Πάτρα, 2001

Γ.Κοκκορού – Αλευρά, Η Τέχνη της Αρχαίας Ελλάδας, Σύντομη Ιστορία (1050-50 π.Χ.), Α.Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1995

Τζ. Μπόρντμαν, Αρχαία Ελληνική Τέχνη, ΥΠΟΔΟΜΗ, Αθήνα,1980

Ν. Γιαλούρης, Ελληνική Τέχνη Αρχαία Γλυπτά, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2006

Μ.Μαυροειδόπουλος, Μυκηναϊκές Ακροπόλεις και Ανάκτορα – Τα Αρχαιολογικά Ευρήματα, περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», Γνώμων Εκδοτική, Νοέμβριος 2011


[1] Μ.Μαυροειδόπουλος, Μυκηναϊκές Ακροπόλεις και Ανάκτορα – Τα Αρχαιολογικά Ευρήματα, περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», Γνώμων Εκδοτική, Νοέμβριος 2011, σελ. 27. 

[2] Στο ίδιο, σελ. 27

[3] Τζ. Μπόρντμαν, Αρχαία Ελληνική Τέχνη, Αθήνα, ΥΠΟΔΟΜΗ, 1980, σελ. 15. 

The following two tabs change content below.

Δημήτρης Καλαντζής

Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στο κέντρο της Αθήνας. Σπούδασε δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι» και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς & τηλεοπτικούς σταθμούς και τώρα διερευνά τους κώδικες του διαδικτύου. Αγαπά τις ανθρώπινες ιστορίες και τις γάτες.

Comments

comments

Related Posts

    Comments are closed.

    Recent Posts