Γιατί η Έναστρη Νύχτα είναι το δημοφιλέστερο έργο του Βίνσεντ βαν Γκογκ

του Δημήτρη Καλαντζή*

Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ είχε απορρίψει το συγκεκριμένο έργο, λέγοντας ότι «στερείται σκοπού» και «αισθήματος πίσω από τις γραμμές». «Δεν θα με βοηθήσει στην αναζήτηση του προσωπικού μου στυλ», έγραφε στον αδελφό του από το άσυλο στο Saint-Rémy, όπου νοσηλευόταν για 12 μήνες μετά από ψυχολογική κατάρρευση.

Ο βαν Γκόγκ επέμεινε στην υποτίμηση του έργου του, ακόμα και όταν ο αδελφός του το έδειξε σε ζωγράφους και φιλότεχνους, αποσπώντας εξαιρετικά σχόλια. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ συνήθιζε να κάνει κόπιες των περισσότερων έργων του για την περίπτωση που αποκτούσαν εμπορική αξία, η «Έναστρη Νύχτα» ουδέποτε αντιγράφηκε από τον ζωγράφο, ο οποίος έδωσε τέλος στη ζωή του σε ηλικία 37 ετών, χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα για το μέγεθος της αναγνώρισης και του θαυμασμού που θα προκαλούσε το έργο του σε ολόκληρο τον κόσμο λίγα χρόνια αργότερα…

“Έναστρη Νύχτα” από τον Βίνσεντ βαν Γκογκ, 1889.
Πηγή φωτογραφίας: Google Art Project.

Σήμερα ο Βίνσεντ βαν Γκογκ («Φίνσεντ φαν Χοχ» στα Ολλανδικά) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών με καταλυτική επίδραση στα μεταγενέστερα κινήματα του εξπρεσιονισμού, του φωβισμού αλλά και εν γένει της αφηρημένης τέχνης. Η «Έναστρη Νύχτα» του αποτελεί τον μαγνήτη του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης και εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο φωτογραφίζονται μπροστά της ή αγοράζουν αφίσες, τυπωμένα μπλουζάκια, κούπες, ατζέντες και κάθε είδους αντικείμενο με την αναπαραγωγή του πίνακα. Μπορεί στην Ολλανδία τα ηλιοτρόπια και οι ανθισμένες κερασιές να παραμένουν τα αγαπημένα έργα του καλλιτέχνη, παγκοσμίως όμως είναι η «Έναστρη Νύχτα» που αγγίζει τους περισσότερους ανθρώπους, καθώς με την πρωτοποριακή σύλληψη και εκτέλεση της ιδέας του «ολοζώντανου ουρανού» υποβάλλει τον θεατή σε έναν κατακλυσμό συναισθημάτων…    

Ο βαν Γκογκ γεννήθηκε το 1853 στη νότια Ολλανδία, ως το δεύτερο από τα έξι παιδιά της μεσοαστικής οικογένειας του προτεστάντη πάστορα Theodorus van Gogh. Από τα 17 του έτη ξεκίνησε να εργάζεται με τον θείο του στο κορυφαίο γραφείο εμπορίου τέχνης της εποχής που είχε υποκαταστήματα σε πολλές Ευρωπαϊκές πόλεις, κάτι που του εξασφάλισε πολλά ταξίδια και καλή γνώση της ιστορίας της ζωγραφικής τέχνης και των σύγχρονων τάσεων. Οι θρησκευτικές του αναζητήσεις όμως, τον έκαναν να εγκαταλείψει το εμπόριο τέχνης και να εργαστεί πρώτα ως δάσκαλος στην Αγγλία, μετά να σπουδάσει Θεολογία στο Άμστερνταμ και στη συνέχεια να γίνει ιεροκήρυκας στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Ήταν μόλις το 1880, σε ηλικία 27 χρονών, που αποφασίζει να εκπαιδευτεί στη ζωγραφική με την οικονομική υποστήριξη του μικρότερου αδελφού του Theo, με τον οποίο φαίνεται ότι είχε τη στενότερη επαφή από την οικογένεια.

Το 1885 ο βαν Γκογκ έφυγε από την Ολλανδία – δεν θα ξαναγύριζε ποτέ στην πατρίδα του – πρώτα για την Αμβέρσα και μετά για το Παρίσι. Ήταν μια εποχή καλλιτεχνικής αφύπνισης. Στο Παρίσι παρακολούθησε μαθήματα τέχνης και συνάντησε ζωγράφους που θα επηρέαζαν τη δουλειά του, όπως οι Paul Gauguin, Henri de Toulouse-Lautrec και Camille Pissarro. Παρά τους διευρυνόμενους ορίζοντες στην τέχνη όμως, ο βαν Γκογκ βρήκε τη φασαρία της γαλλικής πρωτεύουσας καταπιεστική. Στις αρχές του 1888 έφυγε για την Άρλ. Αφού αντιμετώπισε επαναλαμβανόμενες περιόδους ψυχικής αστάθειας, πέρασε τους πρώτους μήνες του επόμενου έτους στο δημόσιο νοσοκομείο της Άρλ και το Μάιο του 1889 εισήλθε στο άσυλο του Saint-Paul-de-Mausole στο Saint-Rémy, μια μικρή πόλη που δεν απέχει πολύ από την Άρλ. Ήταν εκεί που ζωγράφισε την «Έναστρη Νύχτα», όπως την οραματίστηκε από τη θέα του δωματίου του. Αν και ο ίδιος δεν ήταν απόλυτα ικανοποιημένος με τη δουλειά του, όπως έγραψε στον αδελφό του, αυτό το μαγικό έργο, που συμπεριελήφθη στη μόνιμη συλλογή του MoMA το 1941, διατηρεί μια ειδική θέση στα συναισθήματα όσων το βλέπουν.

To MOMA αναζήτησε τα πραγματικά στοιχεία του τοπίου από το άσυλο όπου διέμενε ο βαν Γκογκ. Διαδοχικά βλέπουμε το βουνό, το κυπαρίσσι και το πραγματικό χωρίο του Σαιν Ρεμύ.

Η «Έναστρη Νύχτα» απέχει πολύ από το να είναι ένα νατουραλιστικό έργο. Ο βαν Γκογκ έδωσε αιχμή σε μία θολωτή νεοκλασική εκκλησία, ανέπτυξε τον ορίζοντα από έναν προηγούμενο καμβά του, και «εφηύρε» το τοπίο των αστεριών. Τέτοια αυθαιρεσία από υποκειμενικές οπτικές και εφέ, ήταν από πολλές απόψεις ενάντια στις καλλιτεχνικές αρχές του. Όπως έγραψε στον Bernard σε μια επιστολή του Οκτωβρίου 1888, χρησιμοποίησε την «τακτοποίηση του χρώματος», τη «μεγέθυνση» και την «απλοποίηση», αλλά στην πραγματικότητα θα επιθυμούσε να είχε μπροστά του το θέμα και όχι να είχε δουλέψει με την φαντασία του – «αφηρημένα», όπως αποκαλούσε τη ζωγραφική χωρίς το αντικείμενο μπροστά από το καβαλέτο του ζωγράφου.

Σήμερα η ανταπόκριση που διατηρεί η «Έναστρη Νύχτα» του βαν Γκογκ εξηγείται από την εξέχουσα θέση που έχει στο δημοφιλέστερο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (ΜΟΜΑ στη Νέα Υόρκη), αλλά και από την αξεπέραστη πρωτοτυπία της. Σκεφτείτε το λίγο: σε όλες τις ηλικίες, όλοι οι άνθρωποι του κόσμου προσελκύονται από τον έναστρο ουρανό για την ηρεμία, το μεγαλείο και το άπειρο που προκαλούν συναισθήματα ειρήνης, ταπεινότητας και δέους απέναντι σε ένα θαύμα. Στη δική του «Έναστρη Νύχτα» ο van Gogh κράτησε αυτά τα συναισθήματα, αποτυπώνοντας όμως στον ουρανό την ενέργεια της επίγειας φύσης με τη στιβαρότητα της δικής του σύλληψης, τον δυναμισμό των πινέλων του και τις αποχρώσεις που καλλιέργησε μοναδικά στην προσωπική του παλέτα. Ο βαν Γκογκ δημιούργησε ένα έργο εξ ολοκλήρου νέο με το μοναδικό, προσωπικό του στυλ.

*Ελεύθερη απόδοση της μελέτης του Richard Thomson «Vincent van Gogh: The Starry Night» για το The Museum of Modern Art, 2008.

The following two tabs change content below.

Δημήτρης Καλαντζής

Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στο κέντρο της Αθήνας. Σπούδασε δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι» και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς & τηλεοπτικούς σταθμούς και τώρα διερευνά τους κώδικες του διαδικτύου. Αγαπά τις ανθρώπινες ιστορίες και τις γάτες.

Comments

comments

Related Posts

    Comments are closed.

    Recent Posts